Στο όνομα της «δημοκρατικής παράταξης»

«Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να δει δημοσκοπική άνοδο, το αφήγημά του πρέπει να είναι από τα πρώτα που θα αλλάξει»

Φιλία Γεωργουδή 22/11/2021 | 17:30

Τρία πράγματα είναι αυτά που σε πρώτο -και σημαντικότερο- επίπεδο ανοίγουν το δρόμο για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης ανάμεσα σε ένα πολιτικό κόμμα και τους πολίτες:

1. Η τοποθέτησή του στο ιδεολογικοπολιτικό φάσμα

2. Το αφήγημά του

3. Η ταυτότητά του

Τα τρία αυτά στοιχεία είναι αλληλένδετα μεταξύ τους, αποτελώντας ταυτόχρονα και βήματα στρατηγικής, που, αν μπορούσαν να τοποθετηθούν σε χρονική σειρά εφαρμογής, θα ήταν η παραπάνω.

Το πολιτικό κόμμα επιλέγει πού ανήκει στον πολιτικό χώρο, οικοδομεί ένα αφήγημα με όραμα και πνοή κι έτσι καθορίζει την ταυτότητά του. 
Από τα τρία αυτά βήματα – στοιχεία, το σημαντικότερο είναι η επιλογή του αφηγήματος κι εν συνεχεία η ταυτότητα. Η τοποθέτηση περνά σε τρίτη μοίρα: Υπάρχουν πολιτικά κόμματα που πρακτικά ανήκουν στον ίδιο πολιτικό χώρο, αλλά η έξυπνη διαφοροποίηση κρύβει, σχεδόν ολοκληρωτικά πολλές φορές, αυτήν την ταύτιση.

Το αφήγημα, λοιπόν, επικοινωνεί στους πολίτες πληροφορίες και μηνύματα (ενσυνείδητα και υποσυνείδητα), δίνει περιεχόμενο στις προτάσεις, νοηματοδοτεί, δημιουργεί ηθικό βάρος. Αποτελεί το λεγόμενο «σημείο διαφοροποίησης» κάθε κόμματος (το γνωστό «POD» στους μαρκετίστες και τους επαγγελματίες της (πολιτικής) επικοινωνίας) και δημιουργεί την εικόνα των καθαρών θέσεων, άρα και της πιθανότητας υλοποίησης του εκάστοτε προγράμματος. 

Ο λόγος για τον οποίο τα πολιτικά κόμματα επιλέγουν σαφή, ξεκάθαρα και άκρως διαφοροποιημένα αφηγήματα από τους ανταγωνιστές τους, είναι για να ενισχύσουν το συγκριτικό τους πλεονέκτημα και να ηγεμονεύσουν στον πολιτικό χώρο στον οποίο τοποθετούνται ή τον οποίο διεκδικούν.

Όλα καλά μέχρι εδώ. 

Το πρόβλημα ξεκινά όταν δύο πολιτικά κόμματα χρησιμοποιούν το ίδιο αφήγημα.

Επιδεινώνεται, δε, όταν το χρησιμοποιούν τρία. 

Και δη τα τρία μεγαλύτερα πολιτικά κόμματα της Ελληνικής Βουλής:

Η Νέα Δημοκρατία, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ (μέχρι τη Φώφη Γεννηματά, αλλά το πιθανότερο είναι να εξακολουθεί να χρησιμοποιείται απ’ όποιον εκλεγεί Πρόεδρος).

Και τα τρία κόμματα αυτοπροσδιορίζονται ως «προοδευτικά», ενώ ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και το ΚΙΝΑΛ/ ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιούν εδώ και καιρό τις φράσεις: «προοδευτική παράταξη» και «δημοκρατική παράταξη» -φράσεις τις οποίες διαχρονικά χρησιμοποιούσε το ΠΑΣΟΚ. Στην ουσία ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. υιοθέτησε ένα ήδη υπαρκτό και ήδη εφαρμοζόμενο αφήγημα, στοχεύοντας να αντικαταστήσει τον ανταγωνιστή του στο ιδεολογικοπολιτικό φάσμα. 

Κι αυτό αποδεικνύεται μέγα λάθος:

1. Πρωτίστως διότι, όταν τα αφηγήματα δύο ή περισσοτέρων πολιτικών κομμάτων συνδέονται ή, ακόμα χειρότερα ταυτίζονται, στην αντίληψη των (πολλών) πολιτών κι εκλογέων αντιπροσωπεύουν το ίδιο πράγμα, τις ίδιες πολιτικές, τις ίδιες λύσεις. 

2. Είναι έντονη η απαξίωση της πολιτικής και του «όλοι ίδιοι είναι», άρα πρόκειται για λάθος κίνηση σε λάθος συγκυρία. Όταν η αποχή είναι ο μεγαλύτερος εχθρός σου, δεν επιλέγεις ένα μότο που θα σε εξομοιώσει με ένα -φθαρμένο κι απαξιωμένο- πολιτικό κόμμα, κάτι, δηλαδή, που στη συνείδηση του κόσμου μάλλον θα επιβεβαιώσει την ισχύουσα ισοπέδωση. 

3.  Οι φράσεις «δημοκρατική παράταξη» και «προοδευτική παράταξη» δε λένε σχεδόν τίποτα στη νέα γενιά (αυτήν που πλειοψηφικά εμπιστεύτηκε τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α το 2019): Η πλειοψηφία των νέων των 30 και κάτω, πολλώ δε μάλλον οι 18χρονοι και 20χρονοι, βρίσκονται πολύ μακριά από τη συναισθηματική επίδραση του ΠΑΣΟΚ του ’81 κι, αν δεν είναι μέλη του ΚΙΝΑΛ ή «partisans» του ΠΑΣΟΚ, νιώθουν μηδαμινή έως μηδενική εγγύτητα, έλξη κι οραματική σύνδεση με το τότε. 

Όσες κι όσοι έχουν ακόμα μνήμες από τις αφηγήσεις γονέων ή συγγενών, δεν έχουν πρακτικά πολλά βιώματα. Οι σημερινοί 30ρηδες έχουν περισσότερο συνδέσει το ΠΑΣΟΚ και τον όρο «προοδευτική παράταξη» με τη φθορά του ΠΑΣΟΚ, παρά με τα πρώτα τέσσερα χρόνια της διακυβέρνησής του (όταν ήταν  αγέννητοι!). 

Λάθος κίνηση για οραματική πνοή, έμπνευση εμπιστοσύνης κι εγγύτητα με τη GenZ και τους millennials, που έπρεπε να αποτελέσουν δύο από τα βασικότερα στοχούμενα κοινά για το αφήγημα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. -κάτι που, όπως εξηγείται παραπάνω- προφανώς και δεν επιτυγχάνεται. 

4. Η φράση «προοδευτική παράταξη» είναι πρακτικά «στεγνή», δηλαδή κενή νοήματος. Αρχικά, μια απλή έρευνα γνώμης αρκεί για να αποδείξει ότι η έννοια του «προοδευτικού» είναι πολύ ελαστική. Οι περισσότεροι άνθρωποι αυτοπροσδιορίζονται «προοδευτικοί», αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι. 

Τι είναι, λοιπόν, η προοδευτική παράταξη; 

Αυτή που διαστέλλει και συστέλλει τα «θέλω» και τα προτάγματά της, για να τα χωρέσει στο εκλογικό κρεβάτι του Προκορούστη; 

Αυτή που έχει προσδιορίσει με την κουλτούρα, τα πρόσωπα, τα στελέχη, την αισθητική της, τα κανάλια και τον τρόπο επικοινωνίας, τη δομή και την οργάνωσή της, τις προτάσεις, τις παρεμβάσεις της, τα ρίσκα της -ναι, ρίσκα, γιατί στην πολιτική δεν πας πουθενά, δίχως να αναλάβεις το ρίσκο του να είσαι ξεκάθαρος κι ας δυσαρεστηθούν άτομα που δεν ανήκουν ουσιαστικά στο χώρο στον οποίο εσύ τοποθετείσαι- το τι ορίζει ως «πρόοδο»; 

Ο Μητσοτάκης είναι προοδευτικός; Κι, αν όχι, γιατί; Γιατί δεν είναι προοδευτική η ΝΔ; (ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν στη συνείδηση των πολιτών, όχι στην υποφαινόμενη)

Ποια είναι τα όρια; Και -κυρίως- αφού όντως υπάρχουν, γιατί δεν ορίστηκαν με σαφήνεια, όταν άρχισε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να χρησιμοποιεί αυτό το αφήγημα;

Εν ολίγοις, αυτή συνιστά λάθος κίνηση, επειδή ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν όρισε και δεν ορίζει την «πρόοδο». Κάτι το οποίο έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κινούμενος σε επίπεδο πολιτικής επικοινωνίας δέκα βήματα μπροστά:

5. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δε διαθέτει μιντιακή υπεροπλία. Αυτήν τη διαθέτει η Νέα Δημοκρατία και ιδίως ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αυτό σημαίνει ότι τα μηνύματά του μεταφέρονται, μέσω των φίλα προσκείμενων σε αυτόν μίντια, πολύ συχνότερα, με θετικό αποτύπωμα, σε πολύ περισσότερο κόσμο.

Επί της ουσίας, λοιπόν, αν κάποιος από τους δύο χρησιμοποιήσει τον όρο «πρόοδος», αυτός που θα περάσει ευκολότερα στο υποσυνείδητο συνδεδεμένος με αυτήν, είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Κι όχι για λόγους ουσίας, αλλά επικοινωνίας. Που, όμως, είναι κι αυτή ουσιαστική. 
(Το ίδιο ισχύει και για τον -όποιο- Πρόεδρο του ΚΙΝΑΛ, αφού αυτό χαίρει καλής αντιμετώπισης από μεγάλο μέρος των συστημικών μίντια.)

6. Ο όρος «δημοκρατική παράταξη» δεν μπορεί να αποτελέσει διαιρετική τομή στο εκλογικό σώμα: η πλειοψηφία των εκλογέων θεωρεί εαυτόν «δημοκρατικό πολίτη» (πλην των υποστηρικτών της Χούντας και των νεοναζί). Κι, ενώ η Νέα Δημοκρατία έχει στους κόλπους της πολλά ακροδεξιά στοιχεία, έχει και Καραμανλικούς Δεξιούς. Και ψηφίστηκε το 2019 από το 40% των εκλογέων (σχεδόν το 20% του ελληνικού πληθυσμού), ένα ετερόκλητο μίγμα, που σίγουρα περιλαμβάνει «δημοκρατικούς πολίτες». Ακόμα και σ’ αυτήν τη φάση, που παρουσιάζει τη φυσιολογική φθορά από τη δίχρονη διακυβέρνηση, εξακολουθεί να στηρίζεται από τέτοιους. 

Ο όρος «δημοκρατική παράταξη», όπως κι αυτός της «προοδευτικής παράταξης», είναι και ασαφής και θολός και αδύναμος. Και, πέραν του ότι είναι παρωχημένος, και πάλι δεν ορίστηκε με σαφήνεια από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. 
Τι είναι δημοκρατικό; Υπάρχει, δηλαδή, πολιτειακό επίδικο; Αν ναι, ποιο;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ποιας παράταξης ηγέτης είναι; 

Της Ακροδεξιάς; Τότε η απάντηση δεν είναι η «Δημοκρατική» παράταξη, αλλά άλλος προσδιορισμός. 
Της Νεοφιλελεύθερης; Τότε η απάντηση δεν είναι η «Δημοκρατική», αλλά άλλος προσδιορισμός.
Και το ΚΙΝΑΛ, που δεν είναι ούτε ακροδεξιό ούτε νεοφιλελεύθερο, αλλά αυτοπροσδιορίζεται κι αυτό ως η «δημοκρατική παράταξη», σε τι διαφέρει από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α;

Συμπερασματικά, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εφαρμόζει εδώ και δύο χρόνια μια στρατηγική που, όπως αποδεικνύεται από τη δημοσκοπική του καθήλωση, δεν αποδίδει όπως θα ήθελε ή όπως ενδεχομένως περίμενε. 
Σαφώς και η χρήση λάθος αφηγημάτων είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό και σε καμία περίπτωση δε συνιστά απάντηση σε κάθε «γιατί».

Παρ’ όλα αυτά, η συνέχιση αυτής της τακτικής, ειδικά με την επικοινωνιακή δεινότητα των συμβούλων του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά και τα γρήγορα αντανακλαστικά του ΚΙΝΑΛ, το πιθανότερο είναι να συνεχίσει να επιβαρύνει τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α, αντί να τον βοηθά:
Πρακτικά δε διαφοροποιείται στη συνείδηση του μέσου ψηφοφόρου, δε δημιουργεί εικόνα καθαρών θέσεων, άρα και της πιθανότητας υλοποίησης του προγράμματός του,  δεν ενισχύει το συγκριτικό του πλεονέκτημα και συνεπώς δεν ηγεμονεύει στον πολιτικό χώρο στον οποίο τοποθετείται.
Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν έχει χρόνο. 

Εάν θέλει να δει δημοσκοπική άνοδο, το αφήγημά του πρέπει να είναι από τα πρώτα που θα αλλάξει. 

Είναι θέμα πολιτικής ουσίας, αλλά και επικοινωνίας, η οποία, όπως γράφτηκε πιο πάνω, είναι κι αυτή εξαιρετικά ουσιαστική.   

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr