Σαν σήμερα, πριν από 40 χρόνια, ο απεργός πείνας Μπόμπι Σαντς πέθαινε στη φυλακή Μέιζ του Μπέλφαστ

«Κάποιος θα πρέπει να γράψει ένα ποίημα για τα βάσανα των απεργών πείνας. Θα 'θελα να το γράψω εγώ, αλλά πώς να το τελειώσω;» έγραφε στο ημερολόγιό του. 

NewsRoom 05/05/2021 | 14:28

«Ο άνθρωπος της βίας, αποφάσισε τους τελευταίους μήνες να παίξει το τελευταίο του χαρτί. Έστρεψε τη βία απέναντι στον εαυτό του, πραγματοποιώντας απεργία πείνας μέχρι θανάτου. Απευθύνεται στο βασικότερο ανθρώπινο συναίσθημα: τον οίκτο». Αυτές ήταν οι δηλώσεις της Μάργκαρερ Θάτσερ, τέσσερις δεκαετίες πριν, τις στιγμές που ο Μπόμπι Σάντς και άλλοι δέκα κρατούμενοι, μέλη του IRA, προσπαθούσαν μέσω της απεργίας πείνας να διεκδικήσουν το στάτους του πολιτικού κρατούμενου.

Μέχρι το 1976, όσοι κρατούμενοι είχαν καταδικαστεί για τη δράση τους σε οργανώσεις όπως ο IRA, αντιμετωπίζονταν ως πολιτικοί κρατούμενοι και είχαν δικαιώματα που δεν ίσχυαν για κρατούμενους που είχαν διαπράξει άλλα αδικήματα. Μπορούσαν να φορούν δικά τους ρούχα και όχι τις στολές της φυλακής, να συνευρίσκονται ελεύθερα με τους συγκρατούμενούς τους και να μη συμμετέχουν στις αναγκαστικές εργασίες της φυλακής. Το 1976 η βρετανική κυβέρνηση αφαίρεσε το στάτους του πολιτικού κρατούμενου, και όλα τα παραπάνω δικαιώματα, με μόνο σκοπό να εκδικηθεί για τη δράση της οργάνωσης. 

Απεργία υγιεινής

Μέλος του προσωρινού Ιρλανδικού Ρεπουμπλικανικού Στρατού (IRA) από τα 18 του χρόνια, ο Μπόμπι Σαντς είχε περάσει ήδη οκτώ χρόνια της ζωής του στη φυλακή. Καταδικάσθηκε για πρώτη φορά το 1973 σε φυλάκιση 5 ετών για κατοχή όπλου και έναν χρόνο μετά την αποφυλάκισή του, το 1977, συλλαμβάνεται και πάλι με την ίδια κατηγορία και του επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή 14 ετών. «Το έγκλημα είναι έγκλημα και τίποτε άλλο από έγκλημα», επαναλαμβάνει η πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ απαντώντας στην επιδίωξη του IRA για την αναγνώριση των μελών του ως μαχητών σε έναν «πόλεμο εθνικής απελευθέρωσης».

Το 1978, οι κρατούμενοι μαχητές του IRA ξεκινούν απεργία υγιεινής για να καταγγείλουν τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησής τους και να ζητήσουν την αποκατάσταση του στάτους του πολιτικού κρατούμενου που είχε αφαιρεθεί δύο χρόνια νωρίτερα. Σκεπασμένοι μόνο με κουβέρτες για να μη φορέσουν τις στολές της φυλακής, οι απεργοί αρνούνται να πλυθούν, να χρησιμοποιήσουν τις τουαλέτες και να βγουν από τα κελιά τους.

Ο Μπόμπι Σαντς θεωρείται ο αρχηγός των 450 κρατουμένων που βρίσκονται στα «blocs H» της φυλακής-φρουρίου του Μέιζ του Μπέλφαστ. Και αποφασίζει τη 1η Μαρτίου 1981 να αρνηθεί οποιαδήποτε τροφή «μέχρι θανάτου».  

«Κάποιος θα πρέπει να γράψει ένα ποίημα για τα βάσανα των απεργών πείνας. Θα 'θελα να το γράψω εγώ, αλλά πώς να το τελειώσω;» έγραψε στο ημερολόγιό του στις 10 Μαρτίου 1981. 

Οι κηδείες που έγιναν εξεγέρσεις

Την 54η ημέρα της απεργίας πείνας, ο Μπόμπι Σαντς ζυγίζει 44 κιλά, κάτω από το σώμα του έχει τοποθετηθεί ένα δέρμα προβάτου ώστε τα κόκαλα του να μην τρυπήσουν το δέρμα του και είναι σκεπασμένος με μία πολύ μαλακή κουβέρτα για να διατηρείται η ζέστη στο σώμα του. «Κάποιος θα πρέπει να γράψει ένα ποίημα για τα βάσανα των απεργών πείνας. Θα 'θελα να το γράψω εγώ, αλλά πώς να το τελειώσω;» έγραψε στο ημερολόγιό του στις 10 Μαρτίου 1981. 

«Είναι τρεις τα ξημερώματα στο Δυτικό Μπέλφαστ, στο σπίτι του Μπόμπι Σάντς. Πριν από μια ώρα έφτασε και σε αυτή την περιοχή η είδηση ότι ο Μπόμπι Σάντς πέθανε, ύστερα από 66 ημέρες απεργίας πείνας». Με αυτές τις λέξεις, μετέδωσε το BBC το θάνατο του Σαντς, του πρώτου απεργού πείνας του IRA στις 5 Μάϊου του 1981. Το πτώμα του βρισκόταν στο νοσοκομείο της φυλακής Μέιζ, κι εκείνος ήταν μόλις 27 ετών. Προηγουμένως είχε χάσει την όραση του και όπως είπαν οι γονείς του «θύμιζε ένα σακί με κόκκαλα». 

Η Μάργκαρετ Θάτσερ, με την υποστήριξη της πολιτικής τάξης του Γουέστμινστερ, παρέμεινε ατάραχη και ακλόνητη. Τα γκράφιτι στους τοίχους του Δυτικού Μπέλφαστ όμως εύχονται στη Σιδηρά Κυρία «να καεί στην κόλαση». Λίγες ώρες αφότου ο Σαντς μαρτύρησε, η Θάτσερ απάντησε προκλητικά σε σχετική ερώτηση στη Βουλή: «Ο κύριος Σαντς ήταν ένας καταδικασμένος εγκληματίας. Ο ίδιος επέλεξε να δώσει τέλος στη ζωή του». Τους επόμενους δυο μήνες, η Θάτσερ θα άφηνε ακόμη δέκα απεργούς πείνας να πεθάνουν, μέχρι τελικώς να παραχωρήσει σταδιακά τα δικαιώματα που διεκδικούσαν. Ποτέ ωστόσο δεν αναγνώρισε την ιδιότητα του πολιτικού κρατούμενου. 

Ο αγώνας του Σάντς όμως επηρέασε αμέτρητο κόσμο. Από τα φοιτητικά κινήματα που έκαψαν τις αγγλικές σημαίες ανά τον κόσμο στο άκουσμα του θανάτου του, μέχρι τον Νέλσον Μαντέλα, ο οποίος τον μνημόνευσε μιλώντας για τη δική του απεργία πείνας. Πριν πεθάνει άλλωστε ο Σαντς, στις 9 Απριλίου, εκλέχθηκε στη Βουλή των κοινοτήτων με 30.942 ψήφους. Η υποψηφιότητα και η νίκη του ήταν μια απάντηση στη Μάργκαρετ Θάτσερ, που επέμενε να πιστεύει και να λέει δημόσια πως «Ο κύριος Σαντς με αυτή την απεργία δεν εκπροσωπεί κανέναν». 

Μέχρι το τέλος του Αυγούστου, εννέα ακόμη κρατούμενοι θα αφεθούν να πεθάνουν από την πείνα και οι τελευταίοι απεργοί πείνας θα εγκαταλείψουν στις 3 Οκτωβρίου, υπό την πίεση των οικογενειών τους. Τι έγινε αφότου άφησαν την τελευταία τους πνοή οι κρατούμενοι; Για τη Θάτσερ ήταν το πιο μελανό σημείο στη θητεία της. Η Βρετανία δέχτηκε επικρίσεις απ’ όλο τον κόσμο, δεκάδες στρατολογήθηκαν στον IRA και αυτοπροσδιορίστηκαν ως αντάρτες πόλεων, η «πράσινη βίβλος» της οργάνωσης εκδόθηκε σε χιλιάδες αντίτυπα, όλων των ειδών τα κινήματα μεγάλωσαν και ριζοσπαστικοποιήθηκαν.

Οι θάνατοι των απεργών πείνας ήταν η θρυαλλίδα που πυροδότησε την αγανάκτηση για τη συνολική πολιτική της Θάτσερ. Οι κηδείες τους μετατράπηκαν σε μαζικές πορείες που είχαν όλα τα χαρακτηριστικά μιας εξέγερσης, όπως η κηδεία του Μπόμπι Σαντς στην οποία παραβρέθηκαν πάνω από 100.000 άνθρωποι. Σήμερα, τα κτίρια του Μπέλφαστ είναι γεμάτα με γιγαντιαία γκράφιτι που τους απεικονίζουν, ενώ είναι καταχωρημένοι στις συνειδήσεις των Ιρλανδών σαν λαϊκοί αγωνιστές. Σήμερα, 40 χρόνια αργότερα, παραμένουν πονοκέφαλος για τις Ιρλανδικές και τις Βρετανικές αρχές, αφού το τελευταίο χτύπημα που ανέλαβαν, μια βομβιστική επίθεση χωρίς θύματα, ήταν το 2019.