Συγκλονιστικές ιστορίες από το «Χρονικό της Σφαγής του Διστόμου» του Τάκη Λάππα και τον Τύπο της εποχής

Αποσπάσματα από δύο εξαιρετικές εκδόσεις που πωλούνται στο Μουσείο Θυμάτων Ναζισμού Διστόμου 

Αντώνης Μποσκοΐτης 10/06/2019 | 15:31

Το καλοκαίρι του 2017 βρέθηκα στο Δίστομο, καλεσμένος του Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου. Εκεί, εν μέσω καθημερινών παραστάσεων, είχα την ευκαιρία να επισκεφτώ το Μουσείο του Διστόμου - ένα εξαιρετικά λειτουργικό και περιποιημένο μουσείο με προβολές οπτικοακουστικών ντοκουμέντων - και να συνομιλήσω με τον διορισμένο υπάλληλο του. Από τα χείλη αυτού του ανθρώπου άκουσα την εξής καταπληκτική ιστορία: Δεν πάνε πολλά χρόνια που ένας Γερμανός πλούσιος μεσήλικας πέρασε μια μέρα από το Μουσείο με το πανάκριβο αυτοκίνητο του και το είδε κλειστό. Ζήτησε να βρει άκρη ώστε να του ανοίξουν να μπει μέσα, παρακάλεσε, όπως και έγινε. Την ώρα της προβολής ενός ντοκιμαντέρ για τη σφαγή του Διστόμου, στην αίθουσα προβολών του Μουσείου, ξέσπασε σε λυγμούς. Όταν τελείωσε την επίσκεψη του κι αφού ευχαρίστησε τον υπάλληλο για την «εξτρά» εργασία του, του συστήθηκε. Ήταν καθηγητής σε Πανεπιστήμιο της Γερμανίας που έφερε βαρέως το ζήτημα της γερμανικής ενοχής, των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας από τους προγόνους του. Του είπε, επίσης, πως το Δίστομο είναι άγνωστο στη σύγχρονη Γερμανία και πως τα εγκλήματα του παρελθόντος αποσιωπούνται τεχνηέντως από τη νέα γενιά. Του υποσχέθηκε πως θα έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να μαθευτεί στη χώρα του ένα από τα πιο απαίσια εγκλήματα των Γερμανών κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Του έδωσε, τέλος, συγχαρητήρια για την προσπάθεια διατήρησης της ιστορικής μνήμης...

Μεσ' στο μουσείο δέσποζε η γνωστή ασπρόμαυρη φωτογραφία του όμορφου κοριτσιού με το μαύρο μαντίλι στο κεφάλι και τα σταυρωμένα χέρια. Ήταν η Μαρία Παντίσκα, η οποία πέθανε το 2009, φωτογραφημένη μόλις τέσσερις μήνες από τη σφαγή της μητέρας της, Οκτώβρη του 1944. Τη φωτογραφία τράβηξε ο Dmitri Kessel σε ένα πέρασμα του από το Δίστομο ως ανταποκριτής του περιοδικού «LIFE». Ένα μήνα αργότερα η Παντίσκα έγινε εξώφυλλο στο «LIFE», στο αφιέρωμα του με τίτλο «What the Germans did to Greece», και κατά ένα τρόπο διεθνές σύμβολο κατά της ναζιστικής θηριωδίας. 

Από το μουσείο του Διστόμου προμηθεύτηκα ακόμη δύο εξαιρετικές εκδόσεις: Το «Χρονικό της Σφαγής του Διστόμου» του Τάκη Λάππα (1904 - 1995), ότι πολυτιμότερο για μένα έχει γραφτεί σχετικά, με δημοσιογραφική αμεσότητα και λογοτεχνικό ύφος, αφού όπως σημείωνε ο ίδιος ο συγγραφέας «Όχι σαν άλλος Ιερεμίας να θρηνολογήσω πάνω στα χαλάσματα και στους τάφους του Διστόμου, μα σαν ένας σύγχρονος τα γεγονότα να ιστορήσω σε τύπο χρονικού βασισμένος, σε μαρτυρίες από αυτόπτες και παθούς, καθώς και σε διάφορα έγγραφα». Η άλλη έκδοση ήταν το «Μικρό αφιέρωμα στους νεκρούς του Διστόμου» που κυκλοφόρησε το 2009 από το Εγχείρημα λόγου, τέχνης και λοιπής φαντασίας «Εμβόλιμον» υπό την αιγίδα του Δήμου Διστόμου. Μέσα στη μικρή αυτή έκδοση βρίσκει κανείς σημαντικά κείμενα και αφηγήσεις για τη σφαγή του Διστόμου, εκθέσεις ξένων ανταποκριτών, αλλά και δημοσιεύματα από τον Τύπο της εποχής. Στο εξώφυλλο φυσικά το πορτραίτο της Μαρίας Παντίσκα. 

Από το «Εμβόλιμον», λοιπόν, με αφορμή τη σημερινή επέτειο 75 χρόνων από την τραγωδία, σταχυολογώ αποσπάσματα από άρθρα διαφόρων εφημερίδων που δημοσιεύθηκαν ένα χρόνο μετά, τον Ιούνιο του 1945, λίγους μήνες δηλαδή μετά την αποχώρηση των Γερμανών κατακτητών από την Ελλάδα. Πρόκειται για ένα είδος μνημόσυνου με σημαντικές ωστόσο πληροφορίες, στις οποίες όσο περισσότερο «μπαίνει» κανείς, τόσο γιγαντώνεται το μένος του για τη ναζιστική λέπρα πάνω στον πλανήτη. 

Να τι έγραφε η εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», Κυριακή 10 Ιουνίου 1945:

Πολλοί από εκείνους που έζησαν δεν μπορούν ν' αντέξουν σ' αυτό το φοβερό θέαμα. Χάνουν τα λογικά τους. Οι κάτοικοι ανοίγουν πρόχειρους τάφους στις αυλές και θάβουν τους ανθρώπους τους. Το πένθος και η ερημιά βασιλεύει στο Δίστομο αρκετές μέρες. Πολλοί έχουν ζητήσει καταφύγιο στις γύρω σπηλιές, πολλοί έχουν πάει σ' άλλα χωριά. Ύστερ' από δεκαπέντε μέρες, νέα επιδρομή στο Δίστομο. Στο άκουσμα «Οι Γερμανοί έρχονται», οι χωρικοί αφήνουν το χωριό και φεύγουν τρομαγμένοι. Ποιος ξέρει τι τους περιμένει πάλι. Μα αυτή τη φορά οι Γερμανοί έρχονται με άλλο σκοπό. Έρχονται με άδεια καμιόνια, για να φορτώσουν όσα είχαν αφήσει στις 10 Ιουνίου. Για να συμπληρώσουν τη ληστεία. Φορτώνουν τα αυτοκίνητα, σκοτώνουν έναν ενενηντάρη γέρο που είδαν στην πλατεία, βιάζουν μια πενηντάρα τυφλή και τρελή, και φεύγουν. Κι εδώ πέφτει η αυλαία στην τραγωδία του Διστόμου. Κι ο απολογισμός της τραγικής αυτής ημέρας είναι: 223 νεκροί. Κι ανάμεσα τους 42 παιδιά, κάτω από δέκα χρόνων...

Στην εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 10 Ιουνίου 1945, δημοσιεύθηκε η σύντομη ανατριχιαστική μαρτυρία μίας απ' τις γυναίκες που επέζησαν του Ολοκαυτώματος:

Εγώ τη στιγμή που μας βάζανε στο ντουφεκίδι, βύζαινα το κοριτσάκι μου, ενού χρονού. Μου ρίξανε τρεις σφαίρες. Η μια μου χάλασε το ζερβί χέρι, η άλλη με πήρε ξώπετσα κάτω απ' τ' αυτί και μου πέταξε το σκουλαρίκι κι η τρίτη χτύπησε στο κεφάλι το παιδί. Όπως το κράταγα στην αγκαλιά μου όλα τα μυαλά του πετάχτηκαν στα μούτρα μου. Έζησα εγώ μόνο από 14 που είχε το σπίτι μας...

Στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, στις 9 Ιουνίου 1946, δημοσιεύθηκε άρθρο με τίτλο «Οι Γερμανοί υπεύθυνοι δια τας σφαγάς του Διστόμου»:

Δι' αποφάσεως του Συμβουλίου του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκληματιών Πολέμου, παρεπέμφθησαν δια να δικαστούν ενώπιον του ειδικού δικαστηρίου οι θεωρούμενοι ως κυριότεροι ένοχοι των σφαγών του Διστόμου: στρατιωτικός διοικητής Λεβαδείας ταγματάρχης των Ες - Ες Ρίκερτ, φρούραρχος Λεβαδείας υπολοχαγός των Ες - Ες Τζάμπελ, λοχαγός των Ες - Ες Κέπφνερ, διευθυντής της Γκεστάπο Λεβαδείας ανθυπολοχαγός Καρλ Πάαρ, υποδιοικητής της μυστικής στρατιωτικής αστυνομίας επιλοχίας Βίλλυ Γιάννις, και μια Γερμανίς ονόματι Γιοχάνα, της οποίας το όνομα δεν εξηκριβώθη... 

Και ένα συγκλονιστικό απόσπασμα από το «Χρονικό της Σφαγής του Διστόμου» του Τάκη Λάππα:

Στου Αγγελή Κοκκίνη, βρίσκουν αυτόν και τη γυναίκα του, Θεοφανή, εβδομηνταπεντάρηδες. Με μπαλτά τους κόβουν τα κεφάλια και τα πετάνε μακριά. Την Παγώνα Δημάκα τη σκοτώνουν με το αχρόνιαγο κορίτσι της στην αγκαλιά. Το ίδιο και τη Χρυσούλα Λούκα με το παιδί της, Γιάννη, δυο χρονώ. Τον Γιάννη Ζάκκα ή Γκρινιάτσα και τη γυναίκα του, Διαμάντω, τους βρίσκουν σπίτι τους και τους σκοτώνουν μ' αυτόματο. Δεν φτάνει αυτό. Η Διαμάντω είναι γκαστρωμένη. Της ανοίγουν με λόγχη την κοιλιά και βγάζοντας το έμβρυο το ποδοπατάνε και το λιώνουν. Το μικρό Στάθη Σταθά έξι χρονώ, τον βρίσκουν μονάχο του στο σπίτι. Τον βασανίζουν κατά τον πιο άγριο τρόπο. Με μαχαίρι κόβουν και βγάζουν απ' τα μπούτια του τις σάρκες και τον αφήνουν έτσι μαρτυρικά ν' αργοπεθάνει, στραγγίζοντας το αίμα του ολάκερο.

Όταν ένας Ναζί αξιωματικός, «ο μοναδικός άνθρωπος μέσα σε χίλιους δήμιους» χάρισε τη ζωή σε κάποια γυναικόπαιδα. Η πλέον συγκινητική ιστορία από το «Χρονικό της Σφαγής του Διστόμου» του Λάππα:

Στο σπίτι του Γιάννη Σφοντούρη ή Τσολάνη έχουν συναχτεί καμιά δεκαριά γυναικόπαιδα. Με την αράδα του, έρχεται και σ' αυτό ένας Γερμανός στρατιώτης κρατώντας το αυτόματο στα χέρια του. Μπαίνοντας μέσα, βλέπει αναπάντεχα να στέκονται μπροστά του τόσα θύματα που προσμένουν καρτερικά το τέλος τους. Αντικρίζοντας τα για λίγο σ' αυτή την κατάσταση, απομένει λίγο κι αυτός αναποφάσιστος, σφίγγοντας νευρικά στα χέρια του το αυτόματο. Συλλογισμένος γυροφέρνει τη ματιά του πάνω στα κιοτεμένα γυναικόπαιδα, και μοιάζει σαν κάτι να τον βασανίζει μέσα του. Μα δεν αργεί να πάρει με μιαν ορμητική χειρονομία την απόφαση του. Για να μην τον δει κανένας απ' έξω, κλείνει πίσω του τη μισάνοιχτη πόρτα και μένοντας μέσα με τα μελλοθάνατα γυναικόπαιδα, τους κάνει νόημα να μη φοβηθούνε. Σηκώνει το αυτόματο προς τα πάνω και ντουφεκίζοντας προς το ταβάνι, απανωτά αδειάζει κατά κει πολλές σφαίρες. Αποσβολωμένοι οι κλεισμένοι μέσα στο σπίτι, παρακολουθάνε το παράξενο φέρσιμο του. Κι ενώ ξαναγιομίζει τ' όπλο του, μιλώντας τους στη γλώσσα του, νιώθουν μερικοί απ' τη λέξη «Kaput» τι θέλει να τους πει. Προσπαθάει να τους δώσει να καταλάβουν πως πρέπει να κάνουν τώρα όλοι τους τους σκοτωμένους, κρατώντας απόλυτη ησυχία, για να μην ακουστούν έξω. Βαστώντας με το ένα του χέρι το αυτόματο, με το άλλο χαϊδεύει νευρικά για μια στιγμή το κεφάλι ενός παιδιού που σιγοκλαίει φοβισμένο και γρήγορα - γρήγορα βγαίνει έξω, κλείνοντας ορμητικά την πόρτα. Στη σκάλα κάτω, συναντάει κάποιο σκύλο. Με δυο σφαίρες, τον ξαπλώνει κει μπροστά σκοτωμένο. Το κάνει αυτό για να φανεί πως την ίδια τύχη είχαν κι οι άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα στο σπίτι. Ξεκινώντας να φύγει, μια ομάδα απ' άλλους στρατιώτες ζυγώνει προς τα κει και τότε οι κλεισμένοι μέσα στο σπίτι, ακούνε το Γερμανό που βγήκε πριν από λίγο, να μιλάει στους συντρόφους του έξω, ξαναναφέροντας τη λέξη «Kaput». Βεβαιωμένοι στα λόγια του, αλαργεύουν απ' το σπίτι του Τσολάνη, σίγουροι πως δεν έχει απομείνει πια κανένας ζωντανός. Τα κλεισμένα και γυναικόπαιδα έχουν σωθεί! Και κάποια απ' τις Διστομίτισσες που ήταν μέσα, μου πρόστεσε πως «...όταν έκανε να φύγει ο Γερμανός, τα μάτια του φαινότανε βουρκωμένα, έτοιμα να κλάψει». Καθόλου απίθανο...Μέσα σε χίλιους στρατιώτες, σε χίλιους δήμιους, βρέθηκε να είναι ο μοναδικός άνθρωπος. Φυσικό λοιπόν ήταν να βουρκώσουν τα μάτια του και να κλαίει για τον άδικο αφανισμό που σκορπούσανε γύρα τους οι σύντροφοι του!...  

Κι ένα τραγούδι σε μουσική Αρετής Κοκκίνου και ποίηση Ηλία Παπακωνσταντίνου με τίτλο «Δίστομο - Ένα πουλί που το έλεγαν Αργύρη». Τραγουδά η Ελισάβετ Καρατζόλη. Απαγγέλλει η Μάνια Παπαδημητρίου:

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.