Η κυβέρνηση θέλει να πετύχει τον πρώτο θάνατο απεργού πείνας στην Ευρώπη μετά τους κρατούμενους του IRA

Η Κυβέρνηση δε μαθαίνει από τα λάθη της, όπως δε μαθαίνει και από τη σύγχρονη ιστορία.

Άννα Νίνη 23/02/2021 | 13:06

Το απόγευμα της 22ης Φεβρουαρίου ο Δημήτρης Κουφοντίνας, ενώ βρίσκεται στην 46η ημέρα απεργίας πείνας, προχωρά και σε απεργία δίψας ζητώντας από τους γιατρούς να του αφαιρεθεί ο φλεβοκαθετήρας που του είχε τοποθετηθεί προκειμένου να λαμβάνει τον ορό ενυδάτωσης.  Ο κρατούμενος νοσηλεύεται στη ΜΕΘ του Νοσοκομείου Λαμίας εδώ και ημέρες, έχοντας ήδη υποστεί σοβαρές και μη αναστρέψιμες βλάβες για τον οργανισμό του, ενώ η απεργία δίψας κάνει τον επερχόμενο θάνατο του, ζήτημα ωρών. 

Ο Δ. Κουφοντίνας προχώρησε απεργία πείνας όχι για να διευρύνει κάποιο δικαίωμα του. Το αίτημα του δεν ήταν ούτε η αποφυλάκιση, ούτε η ευνοϊκή μεταχείριση. Το αίτημα του ήταν να μην εξαιρεθεί από τον νόμο για ακόμη μια φορά, όπως έγινε κατά το παρελθόν με τις νόμιμα προβλεπόμενες άδειες του, τις οποίες η αστική δικαιοσύνη δεν του χορηγούσε επί 15 χρόνια. 

Αυτή τη φορά, με τον φωτογραφικό Ν. 4760/2020 αποκλείστηκε η έκτιση ποινής των καταδικασθέντων για τρομοκρατία σε αγροτικές φυλακές και με βάση το άρθρο 3 του συγκεκριμένου νόμου θα πρέπει να γίνει επαναμεταγωγή τους στα αρχικά καταστήματα κράτησης. Με βάση τον Ν. 4760/2020 ο Δημήτρη Κουφοντίνας λοιπόν, θα πρέπει να μεταφερθεί στο σωφρονιστικό κατάστημα Κορυδαλλού όπου κρατήθηκε για 16 χρόνια και όχι στον Δομοκό όπου μετήχθη τιμωρητικά. Αυτό ακριβώς είναι που διεκδικεί με την απεργία πείνας και αυτό ακριβώς πρέπει να γίνει βάσει του νόμου. Αυτά για την ιστορία. 

«Οι υποστηρικτές του τρομοκράτη»

Ακαδημαϊκοί, βουλευτές, νομικοί, οργανώσεις και συλλογικότητες από διάφορους πολιτικούς χώρους, που δε συμφωνούν στην πλειονότητά τους με τη δράση του Δημήτρη Κουφοντίνα, όλο αυτό το διάστημα φωνάζουν διαρκώς το αυτονόητο: ότι δεν μπορεί κάποιος κρατούμενος να εξαιρείται από τις διατάξεις που προβλέπει ο νόμος και να υπόκειται σε εκδικητική συμπεριφορά. Ιδιαίτερα όταν ως κρατούμενος δεν έχει παραβιάσει ποτέ τις υποχρεώσεις του. Υπάρχει όμως αυτή η παραφιλολογία των τελευταίων εβδομάδων, μέσα στην οποία η Κυβέρνηση επιχείρησε να πνίξει κάθε άλλη άποψη. Όσοι στάθηκαν για άλλη μια φορά απέναντι στην τιμωρητική διάθεση που έχουν οι υπεύθυνοι αυτής της υπόθεσης, βαφτίστηκαν υποστηρικτές του τρομοκράτη ή τρομοκράτες και οι ίδιοι, επειδή υποστηρίζουν το νόμιμο δικαίωμα ενός κρατούμενου και τον αγώνα που δίνει ώστε να μην εξαιρεθεί από αυτό.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ουδεμία σχέση έχουν με τις πρακτικές που χρησιμοποιούσε η 17 Νοέμβρη, παρουσιάζονται από τα Μέσα και την Κυβέρνηση σαν να κράτησαν εκείνοι τα όπλα της οργάνωσης. Είναι πλέον σαν να ζούμε σε μια δυστοπία, με μια τεράστια περιστρεφόμενη πόρτα που από τη μια μας πετάει στον παραλογισμό και από την άλλη στην αγανάκτηση. 

Αυτή τη δυστοπία η Κυβέρνηση και τα στελέχη της, τη χτίζουν επιμελώς εδώ και καιρό. Η δε πλύση εγκεφάλου στο ζήτημα του Κουφοντίνα είναι διαρκής, αυξανόμενη και επαναλαμβανόμενη, σε τέτοιο σημείο που οποιοσδήποτε επιλέγει να τοποθετηθεί υπέρ των δικαιωμάτων του συγκεκριμένου κρατούμενου σπεύδει αυτομάτως πλέον να δικαιολογήσει τους λόγους που το κάνει. Με λίγα λόγια, δεν αρκεί ένας άνθρωπος να υπερασπίζεται τα δημοκρατικα, συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα. Πρέπει να διευκρινίζεται παράλληλα ότι η αφαίρεση της ζωής κάποιου είναι πράγμα καταδικαστέο ή ότι δεν υιοθετούνται οι επιλογές ζωής του Δημήτρη Κουφοντίνα. Φτάσαμε δηλαδή στο σημείο εκείνο που πρέπει κάποιος να απολογηθεί για τους λόγους που θεωρεί πως είναι ζήτημα ανθρώπινης αξιοπρέπειας το να μην υπάρξει νεκρός απεργός πείνας. 

Παράδειγμα αυτής της πλύσης εγκεφάλου είναι η υπενθύμιση των πράξεων της 17 Νοέμβρη σε κάθε ευκαιρία. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση της Σοφία Νικολάου, μόλις λίγες ώρες πριν ο Δημήτρης Κουφοντίνας προχωρήσει σε απεργία δίψας. Όπως είπε : «Είναι αδιανόητο σε μια πολιτισμένη κοινωνία, με ένα ισχυρό κράτος δικαίου και μια ώριμη πλέον δημοκρατία, να αναγορεύσει τον Κουφοντίνα σε θύμα. Θύματα είναι ο άτυχος Αξαρλιάν, ο Μπακογιάννης, ο Περατικός, ο Βρανόπουλος και όλοι όσοι δολοφονήθηκαν από το πιστόλι του «Λουκά» της «17Ν». Αυτοί δεν είχαν δικαίωμα στη ζωή γιατί τους το έκλεψε ο Κουφοντίνας».  

Αν σε κάποιους αυτή και άλλες δηλώσεις που συνεχώς υπενθυμίζουν τη δράση του Δημήτρη Κουφοντίνα φαίνεται οικεία, είναι γιατί παρόμοια πράγματα έχουν ακουστεί και για άλλους απεργούς πείνας. Την ημέρα που μαρτύρησε ο Μπόμπι Σαντς, το μέλος του IRA που επίσης είχε προχωρήσει σε απεργία πείνας ως κρατούμενος για να διεκδικήσει την ιδιότητα του πολιτικού κρατούμενου η Μάργκαρετ Θάτσερ απάντησε προκλητικά σε σχετική ερώτηση στη Βουλή: «Ο κύριος Σαντς ήταν ένας καταδικασμένος εγκληματίας. Ο ίδιος επέλεξε να δώσει τέλος στη ζωή του». Κάτι ανάλογο εικάζουμε πως θα ακουστεί αν τελικά επέλθει και το μοιραίο για τον Δημήτρη Κουφοντίνα. 


Αν φαίνεται επίσης οικείος ο τρόπος που εμφανίζονται οι φωτογραφικές νομοθετικές διατάξεις είναι γιατί παρόμοια τακτική είχε ακολουθήσει και η Θάτσερ. Μέχρι το 1976, όσοι κρατούμενοι είχαν καταδικαστεί για τη δράση τους σε οργανώσεις όπως ο IRA, αντιμετωπίζονταν ως πολιτικοί κρατούμενοι και είχαν δικαιώματα που δεν ίσχυαν για τους κοινούς εγκληματίες. Μπορούσαν να φορούν δικά τους ρούχα και όχι τις στολές της φυλακής, να συνευρίσκονται ελεύθερα με τους συγκρατούμενούς τους και να μην συμμετέχουν στις αναγκαστικές εργασίες της φυλακής. Όμως, το 1976 η βρετανική κυβέρνηση αφαίρεσε το στάτους του πολιτικού κρατούμενου με μόνο σκοπό να εκδικηθεί για τη δράση του IRA. 

Αν οι πράξεις του Δημήτρη Κουφοντίνα έχουν ήδη κριθεί στο δικαστήριο, αν έχει ήδη καταδικαστεί γι’ αυτές -και αν θυμόμαστε καλά, η ποινή δεν ήταν ούτε η καταδίκη σε θάνατο, ούτε το καθεστώς εξαίρεσης από τον νόμο- για ποιο λόγο χρειάζονται τέτοιες υπενθυμίσεις; Είναι πλέον κρατούμενος και γι’ αυτούς τους θανάτους εκτίει την ποινή του. Κανείς, ούτε και ο ίδιος, αρνήθηκε ποτέ την εμπλοκή του στην οργάνωση της 17 Νοέμβρη, ούτε την πορεία της ζωής του. 

Φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά που ερχόμαστε αντιμέτωποι με αυτή την πρακτική. Παρόμοιο σκηνικό έχουμε δει να στήνεται στις άδειες που είχε λάβει έως τώρα ο κρατούμενος, με δημοσιογράφους και εκπροσώπους της Δεξιάς να χαρακτηρίζουν «προκλητική» τη βόλτα που πήγε στο κέντρο της Αθήνας ή το ότι περπάτησε με την Αγγελική Σωτηροπούλου έξω από το σπίτι τους. Εν ολίγοις μαθαίναμε ότι ο Δημήτρης Κουφοντίνας πήρε άδεια όχι επειδή έπαιρνε μέρος σε κάποια παράνομη δραστηριότητα, αλλά επειδή οι δημοσιογράφοι τον ακολουθούσαν από την πόρτα της φυλακής έως το σπίτι του, και περίμεναν εκεί μέχρι να επιστρέψει και πάλι στο σωφρονιστικό κατάστημα όπου κρατούνταν. Ακόμη και η καλή χρήση της άδειας που έκανε αποτελούσε σκάνδαλο. 

Οι Θατσερικές εμμονές της κυβέρνησης 

Γνωρίζουμε από πρώτο χέρι πως τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα δοκιμάζονται ιδιαιτέρως το τελευταίο διάστημα, πως τα πάντα απαντώνται με καταστολή και προσλήψεις ενστόλων. Κι αυτό οφείλεται στις εμμονές μιας Κυβέρνησης που αρνείται να παραδεχτεί οποιοδήποτε λάθος στη διαχείριση βασικών ζητημάτων, από την πανδημία και τη σεξουαλική βία, μέχρι και την κακοκαιρία. Φυσικά παρόμοια εμμονική στάση έχει διατηρήσει και με το χώρο της αριστεράς ή της αναρχίας. 

Εδώ όμως δεν πρόκειται για ένα ζήτημα που θα είναι εφικτό να αποδοθεί σε «αστοχία» αργότερα. Εδώ πρόκειται για μια κατάσταση μη αναστρέψιμη όπως είναι ο θάνατος και οι προειδοποιήσεις ήταν αμέτρητες. Όλοι οι άνθρωποι που κατάφεραν να διατηρήσουν τα υγιή αντανακλαστικά τους απέναντι στις αυθαιρεσίες και την καταστολή, έχουν προειδοποιήσει πως το να αφεθεί ένας απεργός πείνας να χάσει τη ζωή του επειδή ζητά απλά την εφαρμογή του νόμου θα συνιστά ένα σημείο χωρίς επιστροφή για το το ίδιο το κράτος δικαίου. 

Η Κυβέρνηση όμως δεν μαθαίνει από τα λάθη της, όπως δεν μαθαίνει και από τη σύγχρονη ιστορία. Ο θάνατος του Δημήτρη Κουφοντίνα θα είναι ο πρώτος θάνατος απεργού πείνας σε ευρωπαϊκό έδαφος τα τελευταία 40 χρόνια, μετά τα 10 μέλη του IRA που η Μάργκαρετ Θάτσερ άφησε να πεθάνουν το 1981. 

Τι έγινε αφότου άφησαν την τελευταία τους πνοή; Δεκάδες στρατολογήθηκαν στον IRA, τα κινήματα μεγάλωσαν και ριζοσπαστικοποιήθηκαν, όπως και η δυσαρέσκεια του κόσμου που μετέτρεψε τις κηδείες τους σε μαζικές πορείες που είχαν όλα τα χαρακτηριστικά μιας εξέγερσης. Σήμερα, τα κτίρια του Μπέλφαστ είναι γεμάτα με τεράστια γκράφιτι που τους απεικονίζουν, ενώ είναι καταχωρημένοι στις συνειδήσεις των Ιρλανδών πολιτών σαν λαϊκοί αγωνιστές. Κι όλα αυτά για να καταλήξει η Θάτσερ να υποχωρήσει από τις εμμονές της και να παραχωρήσει σταδιακά τα δικαιώματα που διεκδικούσαν οι απεργοί πείνας λίγο καιρό αργότερα. 


Κι αν δε φτάνει αυτό, ας θυμηθούμε και τον θάνατο του Χόλγκερ Μάινς, μέλος της RAF, ο οποίος κατέληξε μετά το βασανιστήριο της αναγκαστικής σίτισης τον Νοέμβριο του 1974. Όταν μετά την τέταρτη απεργία πείνας ο Μάινς πέθανε στη φυλακή, η κηδεία του μετατράπηκε σε λαϊκό προσκύνημα, ενώ προηγούμενως οι «συμπαθούντες» που ζητούσαν την απελευθέρωση του και όσοι συγκρούστηκαν με την αστυνομία της Δυτικής Γερμανίας ήταν χιλιάδες. Τόσο ο θάνατος του, όσο και οι θάνατοι των Μπάαντερ, Μάινχοφ και Ένσλιν αργότερα, συνέβαλαν στο να μεγαλώσει η δεύτερη γενιά της οργάνωσης Φράξια Κόκκινος Στρατός. 

Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι στην Ελλάδα θα ξεκινήσουν την ένοπλη δράστη χιλιάδες άνθρωποι. Ούτε στη Γερμανία και τη Βρετανία έγινε κάτι τέτοιο. Αυτό σημαίνει όμως, πως παραδοσιακά ο κόσμος -ευτυχώς- αντιδρά όταν κάποιος πεθαίνει στα χέρια οποιουδήποτε κράτους ή δολοφονείται από το ίδιο το κράτος. Ειδικότερα στα χέρια ενός κράτους που αποφασίζει να παρακάμψει ή να φτιάξει νομοθεσίες που θα του επιτρέπουν να συμπεριφέρεται όπως, όποτε και με όποιο τρόπο επιθυμεί σε έναν κρατούμενο. 

Η κυβέρνηση γνωρίζει τι θα συμβεί με τον θάνατο του Δημήτρη Κουφοντίνα. Εξαρχής το γνώριζε, όπως γνώριζε ότι ο συγκεκριμένος απεργός πείνας δεν θα υποχωρήσει στους εκβιαστικούς χειρισμούς της. Εξαρχής είχε υπολογίσει πως θα υπάρξει κοινωνικός αντίκτυπος, πως θα έχει την ευκαιρία μέσω του συγκεκριμένου θανάτου, να ικανοποιήσει αφενός τις προσωπικές βεντέτες, αφετέρου να καλλιεργήσει ένα ισχυρότερο κλίμα καταστολής σε όσους αντιδράσουν, αδιαφορώντας για τις επικρίσεις από όπου κι αν προέρχονται. 

Τις τελευταίες ώρες γινόμαστε μάρτυρες της εξέλιξης ενός προμελετημένου θανάτου, ο οποίος θα ανοίξει το ζοφερό δρόμο μιας ακόμη πιο απροκάλυπτης εκδικητικής συμπεριφοράς προς τις αντίθετες φωνές που ολοένα και πληθαίνουν. Παρακολουθούμε την εξέλιξη μιας ντροπιαστικής ιστορίας που δεν θα απασχολήσει μόνο την Ελλάδα, αλλά το σύνολο της Ευρώπης, γιατί κάπως θα πρέπει να εξηγηθούν οι πρακτικές ακολουθήθηκαν για να υπάρξει αυτό το μη αναστρέψιμο αποτέλεσμα του θανάτου. Κι όμως αυτό δεν αποτελεί κακοδιαχείριση της κατάστασης. Είναι το ξεκάθαρο μήνυμα μιας κυβέρνησης που θέλει να κάνει ξεκάθαρο πως μπροστά στις εμμονές της, τίποτα δεν έχει αξία. Ούτε η βαρβαρότητα, ούτε και ο θάνατος. 

Μόνο που αυτή η ιστορία θα επιστρέφει ξανά και ξανά, έχοντας κλονίσει για πάντα την εμπιστοσύνη στο όποιο κράτος δικαίου. Όπως έλεγε άλλωστε και ο Γκαλεάνο: Οι ιστορίες δεν μας λένε ποτέ «αντίο», μας λένε «θα τα ξαναπούμε».