Ιστορικά κτίρια σε κίνδυνο με νομοσχέδιο... εξπρές για κατεδαφίσεις

Με τροπολογία που πέρασε πριν από λίγες ημέρες στη Βουλή στην κύρωση της Σύμβασης για τον Μητροπολιτικό Πόλο Ελληνικού-Αγίου Κοσμά θεσμοθετήθηκε η Ειδική Επιτροπή Επικινδύνως Ετοιμόρροπων Κτιρίων (ΕΕΠΕΤ), συναρμοδιότητας του υπουργείου Πολιτισμού και του υπουργείου Περιβάλλοντος.

Αφροδίτη Ερμίδη 15/04/2021 | 13:22

Αντικείμενο της επιτροπής είναι η αυτοψία και η λήψη απόφασης για την κατεδάφιση όσων κτισμάτων κρίνονται επικινδύνως ετοιμόρροπα. Βασικός στόχος, σύμφωνα με τα υπουργεία, είναι «να αρθούν οι υφιστάμενες δαιδαλώδεις γραφειοκρατικές διαδικασίες, όπως οι χρονοβόρες συνεδριάσεις πολλών επιτροπών για το ίδιο θέμα, καθώς και αντιφατικές γνωμοδοτήσεις που κωλυσιεργούν μέχρι σήμερα τη λήψη απόφασης για την κατεδάφιση όσων κτιρίων είναι επικίνδυνα για τη δημόσια ασφάλεια και την προστασία του περιβάλλοντος και του πολιτιστικού κτιριακού αποθέματος». ‘Ολα αυτά ακούγονται καλά και αγαθά, ωστόσο πολλές είναι οι φωνές ειδημόνων που εκφράζουν τις ενστάσεις τους σχετικά με τον κίνδυνο που μπορεί να διατρέξουν κτίρια με σημαντική ιστορικότητα. Πόσο μάλλον όταν ειδικά το υπουργείο Πολιτισμού έχει δώσει δείγματα fast track διαδικασιών που δεν έχουν στόχο το δημόσιο συμφέρον.

Η ειδική επιτροπή αποφασίζει και διατάζει…

Ας δούμε όμως τι σημαίνει στην πράξη η νέα νομοθετική ρύθμιση. Η κάθε αποκεντρωμένη διοίκηση της χώρας συγκροτεί ειδική επιτροπή (ΕΕΠΕΤ), η οποία εξετάζει τις περιπτώσεις κτισμάτων που πιθανολογούνται ως επικινδύνως ετοιμόρροπα – κατά την έννοια προεδρικού διατάγματος του 1929. Τα κτίρια αυτά πρέπει να είναι προγενέστερα των τελευταίων 100 ετών ή να βρίσκονται κοντά σε μνημείο ή αρχαιολογικό χώρο ή ιστορικό τόπο ή τόπο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Η επιτροπή εφόσον διενεργήσει αυτοψία θα συντάσσει αυθημερόν έκθεση και θα συνεδριάζει εντός τριών ημερών προκειμένου να κρίνει αν συντρέχει περίπτωση επικινδύνως ετοιμόρροπου κτίσματος. Εάν η επιτροπή κρίνει ότι υφίστανται ενδείξεις κινδύνου κατάρρευσης, θα αποφασίζει την ολική ή μερική κατεδάφισή του. Στη συνέχεια ο δήμος οφείλει να διενεργήσει την κατεδάφιση το αργότερο εντός τριών ημερών.

Η Ελένη Μαΐστρου, αρχιτεκτόνισσα, ομότιμη καθηγήτρια ΕΜΠ και πρόεδρος του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς και της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος Πολιτισμού, σχολιάζει σχετικά στο Documento: «Τα κτίρια στα οποία αναφέρεται η διάταξη –ακόμη κι αν δεν είναι κηρυγμένα διατηρητέα– είναι προστατευόμενα σύμφωνα με τις διατάξεις του αρχαιολογικού νόμου, εφόσον είναι παλαιότερα των 100 ετών και συγκροτούν την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία των οικισμών μας. Ο προβλεπόμενος χρόνος για την αυτοψία (τρεις ημέρες) δεν είναι αρκετός για να μελετηθούν σωστά τα ιστορικά αυτά κτίρια, να αξιολογηθεί η ιστορική και αρχιτεκτονική τους σημασία, η συμβολή τους στην εικόνα του ιστορικού οικισμού και η κατάσταση διατήρησής τους και να ληφθεί μια σωστή απόφαση για την τύχη τους. Πολύ παραπάνω δε που δεν προβλέπεται η υποχρέωση οι πολιτικοί μηχανικοί που μετέχουν στις επιτροπές να είναι εξειδικευμένοι στα θέματα στερέωσης και αποκατάστασης των λίθινων/παραδοσιακών κτιρίων». Αν πάλι η ΕΕΠΕΤ κρίνει ότι δεν συντρέχουν λόγοι κατεδάφισης, προτείνει ενέργειες όπως η προσωρινή στερέωση, η αποξήλωση ετοιμόρροπων τμημάτων, η απομάκρυνση αρχιτεκτονικών μελών και διακοσμητικών στοιχείων, η φωτογράφιση του κτιρίου.

Στην ουσία η ΕΕΠΕΤ καταργεί όλα τα γνωμοδοτικά όργανα που είχαν μέχρι σήμερα αρμοδιότητα για τις κατεδαφίσεις: την τριμελή επιτροπή του ΠΔ του 1929, τη γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής και την έγκριση του υπουργείου Πολιτισμού περί κατεδάφισης, με το άλλοθι ότι αυτοί οι φορείς είχαν συχνά αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις και έτσι κωλυσιεργούσε η όλη διαδικασία.

«Επίσης, με τη συγκεκριμένη διάταξη η συνολική διαδικασία αυτοψιών και τεχνικών εκθέσεων και οι αποφάσεις καθαίρεσης ανατίθενται σε τοπικές επιτροπές, χωρίς να εξασφαλίζεται ότι θα υπάρχουν κοινά κριτήρια στις αποφάσεις κατεδάφισης και ένας ανωτέρου επιπέδου έλεγχος των αποφάσεων αυτών που θα προστατεύει από “τοπικές” πιέσεις. Ως αποτέλεσμα, στη θέση των κτιρίων που θα καθαιρεθούν είναι πολύ πιθανό να κτιστούν υψηλότερα, με βάση τους ισχύοντες όρους δόμησης της περιοχής, καταστρέφοντας την εικόνα του οικισμού» συνεχίζει η κ. Μαΐστρου.

Από την πλευρά της η αρχαιολόγος Ειρήνη Γρατσία, ιδρυτικό μέλος της MΟnuΜΕΝΤΑ, σχολιάζει στην εφημερίδα: «H δημιουργία της ειδικής επιτροπής προκαλεί ανησυχία για την τύχη των πολυάριθμων κτιρίων του 19ου και 20ού αιώνα που θεωρούνται επικινδύνως ετοιμόρροπα. Αντί να ξεκινάμε με ενέργειες προστασίας των ιστορικών κτιρίων που αποτελούν την ταυτότητα των πόλεων και των οικισμών –όπως είναι οι στερεωτικές εργασίες–, ξεκινάμε με ταχύτατες διαδικασίες κατεδάφισής τους. Η αξιολόγηση της κατάστασής τους δεν είναι τόσο απλή διαδικασία. Απαιτεί γνώση, εξειδίκευση και ευαισθησία. Είναι απαραίτητο να υπάρχει και δεύτερη αξιολόγηση ώστε να αποφευχθούν λάθη που θα οδηγήσουν σε κατεδαφίσεις. Τα κίνητρα είναι η μόνη λύση και όλοι ευελπιστούμε ότι το πρόγραμμα “Διατηρώ” θα πραγματοποιηθεί για να μπορέσουν οι ιδιοκτήτες των κτιρίων να τα προστατέψουν». Αυτό που σχολιάζεται μετ’ επιτάσεως είναι ότι η τροπολογία επιταχύνει τις κατεδαφίσεις, οι οποίες σε κάθε περίπτωση είναι μη αντιστρέψιμες, ακόμη κι εάν λόγω βιασύνης ή άλλων αιτιών αποδειχτούν λανθασμένες, και πως η εφαρμογή της θα έπρεπε να είχε περιοριστεί μόνο στο Ελληνικό.

Το πρόγραμμα «Διατηρώ» μια πιθανή λύση

Στην Ελλάδα υπάρχει μεγάλος αριθμός κτισμάτων –διατηρητέων ή μη– που μαρτυρούν αρχιτεκτονικά την ιστορία του τόπου και διατηρούν την πολιτιστική μας κληρονομιά. Είναι δεδομένο ωστόσο ότι με την πάροδο του χρόνου η φροντίδα –πόσο μάλλον η αποκατάστασή τους– από τους ιδιοκτήτες τους καθίσταται οικονομικά αδύνατη. Σύμφωνα με πρόσφατη καταγραφή των ετοιμόρροπων κτιρίων, ανέρχονται στα 9.342 ανά την επικράτεια (τα 2.863 στον Δήμο Αθηναίων, ενώ στη Λήμνο φτάνουν τα 1.500!). Το υπουργείο Περιβάλλοντος εδώ και κάποιους μήνες έχει αναγγείλει ότι θα προχωρήσει στην υιοθέτηση του προγράμματος «Διατηρώ», παρέχοντας οικονομικά κίνητρα στους ιδιοκτήτες ιστορικών ακινήτων για τη διατήρηση και αποκατάστασή τους.

Η κ. Μαΐστρου επισημαίνει σχετικά: «Παρότι η πολιτεία έχει υποχρέωση να βοηθά τους ιδιοκτήτες να διατηρούν τα ιστορικά τους κτίρια, δεν τους έχουν δοθεί μέχρι σήμερα ούτε οικονομικές διευκολύνσεις και φοροαπαλλαγές ούτε θεσμικά κίνητρα. Ακόμη και το πρόγραμμα “Διατηρώ” που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός μετά τους σεισμούς της Σάμου δεν έχει γίνει πράξη. Και έτσι η συγκεκριμένη διάταξη που μόλις ψηφίστηκε θα αποτελέσει και στο μέλλον κίνητρο για την εγκατάλειψη των ιστορικών κτιρίων και θα οδηγήσει στη σταδιακή εξαφάνιση της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς».

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια επείγουσα συνθήκη που απαιτεί όχι την ευκολία της καταστροφής, αλλά στρατηγική για την προστασία και την αξιοποίηση. Αυτός ο δρόμος βέβαια προϋποθέτει εκ μέρους της πολιτείας χρηματικούς πόρους και ευαισθησία για την πολιτιστική και αρχιτεκτονική κληρονομιά και έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό που θα συμβάλει στην ανάδειξή τους.

-Το ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento στις 11/4/2021