Η απειλή της ασφυξίας

Ο αθλητισμός, στα καλύτερά του, ποτίζει την κοινωνία του με ήθος και με νηφαλιότητα.

Νίκος Παπαδογιάννης 26/02/2019 | 15:55

Όταν χαμήλωσαν τα φώτα του Φόρουμ DF19 που διοργάνωσε το Documento με θέμα την έκρηξη της ακροδεξιάς στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, ουκ ολίγοι από τους ουκ ολίγους ακροατές (και συνέδρους) με πλησίασαν για να μου εκμυστηρευτούν πόσο εντυπωσιάστηκαν από την ομιλία του Αλέξανδρου Νικολαϊδη.

Ο δις Ολυμπιονίκης του τάεκβοντο μίλησε με αμεσότητα, απλότητα και αιχμές που δεν στρογγυλεύονται. Η κατακλείδα της εισήγησής του κουδουνίζει ακόμη στα αυτιά μου: «Αν με ρωτήσει κάποιος τι φοβάμαι σαν πατέρας για το αύριο του παιδιού μου, θα του απαντήσω ότι δεν με φοβίζει να μεγαλώσει σε μια κοινωνία με παράτυπους μετανάστες, με παιδιά με μαθησιακά και νοητικά προβλήματα, ανάμεσα σε ομοφυλόφιλους και διαφορετικούς ανθρώπους. Με φοβίζει να μεγαλώσει ανάμεσα σε ρατσιστές φοβικούς και εθνικιστές με μίσος για την διαφορετικότητα, μακριά από την αγάπη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια».

Ο Αλέξανδρος δεν είναι πολιτικάντης, αλλά αθλητής. Ως αθλητής, αθλήματος υποτίθεται «μαχητικού» αλλά κατά βάθος ευγενούς, έμαθε να σέβεται τον αντίπαλο, τον διαφορετικό, τον ξένο, τον διπλανό του. Τον άλλον. Και, εξ αντανακλάσεως, τον εαυτό του.

Πάνω στο ταπί, μπροστά στις κάμερες, όλοι είναι ίδιοι και κανένα καμουφλάζ δεν μπορεί να κρύψει τις αδυναμίες. Δεν παίζουν ρόλο το όνομα, η εθνικότητα, η θρησκεία, το υπόβαθρο. Όταν στοιχηθούν σωστά οι πλανήτες, την κορυφή του κόσμου στον μεγάλο εξισωτή που λέγεται αθλητισμός κατακτούν οι Αντετοκούνμπο: οι πεινασμένοι μετανάστες, που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα αλλά έχουν στην καρδιά ψυχή και στον εγκέφαλο φαιά ουσία.

Διαβάστε επίσης: Η συνέντευξη του Αλέξανδρου Νικολαΐδη στο Documento: «Ο Έλληνας δεν έκλεισε τα σύνορα»

Ο αθλητισμός, στα καλύτερά του, ποτίζει την κοινωνία του με ήθος και με νηφαλιότητα. Ειδικά ο ερασιτεχνικός αθλητισμός.  Μπορεί να υπάρχουν εκεί έξω Τσιάρτες, αλλά το ζιζάνιο που καλλιεργείται στη σκιά του Μπέου, του Μαρινάκη, του Ψωμιάδη και του κουμπουροφόρου Ιβάν δεν είναι αθλητισμός. Τουλάχιστον όχι όπως τον αντιλαμβάνονται στα ταπί της ευγένειας, όπου διέπρεψε ο Νικολαϊδης.

Όταν ήταν ακόμη έφηβος, και ορκισμένος οπαδός του Άρη, ο Αλέξανδρος πήγαινε συχνά στο Αλεξάνδρειο και έβλεπε τους διαδόχους του Γκάλη από το κάγκελο. Το εγκατέλειψε, από αισχύνη, μετά από ένα περιστατικό που τον έκανε να ντραπεί αφόρητα και ανεπανόρθωτα: «Ο διπλανός μου έφτυσε τον Σιγάλα και εκείνος γύρισε και κοίταξε επιτιμητικά εμένα. Νόμιζε ότι ο δράστης ήμουν εγώ. Ντράπηκα τόσο πολύ, που μετακόμισα στα ορεινά».

Από τα ορεινά, η θέα είναι καλύτερη. Πιο καθαρή. Αλλά σήμερα, στα 40 του, ο Νικολαϊδης δεν ζει στα ορεινά. Ζει στα πεδινά, της Θεσσαλονίκης. Μέσα στην καρδιά του προβλήματος. Και δεν είναι πάντοτε εύκολο, να κρατήσει απόσταση ασφαλείας. Όταν του ζητάνε συνεντεύξεις τα παραδομένα στον πατριδολαγνικό εθνικισμό αθλητικά ραδιόφωνα της πόλης, εκείνος αρνείται. «Φοβάμαι ότι δεν θα πω αυτά που θέλετε να ακούσετε», εξηγεί. Και τότε του κλείνουν ευγενικά το τηλέφωνο. Ή λιγότερο ευγενικά.

«Το Μακεδονικό είναι δυστυχώς ένα θέμα που πολύ δύσκολα το ακουμπά εν δήμω κάποιος από την Θεσσαλονίκη, εάν αντιλαμβάνεται τις εξελίξεις με διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους», τόνισε ο Νικολαϊδης στη χθεσινή ημερίδα. «Ο πατέρας μου κατάγεται, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Φλώρινα. Στις επισκέψεις μου σαν παιδί στο χωριό μου καθώς και στην ευρύτερη περιοχή τους καλοκαιρινούς μήνες, συνάντησα για πρώτη φορά το ιδίωμα που αναφέρεται στην περιοχή ως: “ντόπια”. Όταν προσπάθησα να καταλάβω τι ακριβώς μιλάνε και ρωτούσα τους παππούδες και τις γιαγιάδες, αυτοί αναφέρονταν σε αυτή τη διάλεκτο ως “Μακεντόντσκα”».

Καταλάβατε; Ούτε αυτοί που πρέπει να καταλάβουν κατάλαβαν. Στην πρώτη κιόλας φράση, βούλωσαν ερμητικά τα αυτιά και τα μάτια. Μόνο το στόμα άφησαν ανοιχτό. Και ο Αλέξανδρος επέστρεψε στην πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, για να αντιμετωπίσει την απειλή της ασφυξίας.

Το «τιτίβισμα» που ανέβασα μετά την ομιλία του, με την υποσημείωση «έτσι τους θέλω τους αθλητές», μάζεψε 450 καρδούλες σε 20 ώρες. Αλλά οι καρδούλες στο Twitter και στο Facebook δεν σημαίνουν τίποτε εφ’όσον συνοδεύονται από αδιαφορία, οκνηρία ή αμορφωσιά. Ο Νικολαϊδης αρνήθηκε την απραξία, σηκώθηκε από τον καναπέ και συμμετέχει στην ίδρυση Παρατηρητηρίου ενάντια στη ρατσιστική βία, μαζί με άλλους εξαίρετους αθλητές της Θεσσαλονίκης (Γιώργος Κούδας, Ντίνος Κούης), διανοούμενους και ακτιβιστές.

«Ο πατέρας μου με δίδαξε ότι οι φασίστες είναι κτήνη», δήλωσε ορθά κοφτά ο άνθρωπος που φέρει το παρατσούκλι «Μεγαλέξανδρος του ελληνικού ποδοσφαίρου». Τον ακούνε, τον Κούδα, αυτοί που συγχρωτίζονται με τους φασίστες του 2019 και εκείνοι που κρεμάνε προσωπογραφίες του Σέρβου χασάπη Μλάντιτς στα κάγκελα του γηπέδου της Τούμπας;

Δυστυχώς, ο λόγος του δεν φτάνει στα αυτιά αυτών που πρέπει, είτε επειδή αυτά είναι σφαλιστά με βουλοκέρι είτε επειδή τα συστημικά μέσα ενημέρωσης προάγουν την κονσομασιόν προς τους χρυσαυγίτες και τους πατριδοκάπηλους. Σε πόσα ΜΜΕ της διαπλοκής προβλήθηκε η ιδρυτική συνέντευξη τύπου του αντιρατσιστικού Παρατηρητηρίου; Στα ίδια που έπαιξαν ρεπορτάζ και για το χθεσινό υπερκομματικό Φόρουμ. Δηλαδή, σε κανένα.