Βασίλης Ραφαηλίδης: Μην ταράζετε τον ύπνο των νοικοκυραίων

Ο συγγραφέας, δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου, Βασίλης Ραφαηλίδης, έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα στις 8 Σεπτεμβρίου του 2000 στην Αθήνα. Σήμερα συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από τον θάνατό του. 

NewsRoom 08/09/2020 | 15:44

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης ήταν δημοσιογράφος, αρθρογράφος, συγγραφέας και από τους κορυφαίους έλληνες κριτικούς κινηματογράφου. Πολυμαθής, πολυγραφότατος, ανατρεπτικός, πνευματώδης και συγκρουσιακός, άφησε διακριτό στίγμα στον ελληνικό δημόσιο λόγο κι έμεινε έως το τέλος της ζωής του ένας μαχητικός διανοούμενος της κομμουνιστικής Αριστεράς (ψήφιζε ΚΚΕ όντας «οπαδός του και όχι μέλος του»). Έγινε ευρύτερα γνωστός τη δεκαετία του ‘90 από τις αντιπαραθέσεις και τις συγκρούσεις του στα «παράθυρα» της ιδιωτικής τηλεόρασης.

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1934 στα Σέρβια της Κοζάνης. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, στη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου, λόγω των αριστερών πεποιθήσεων του πατέρα του, που ήταν φιλόλογος και διώχθηκε για τις ιδέες του. Έζησε στο Βελβενδό της Κοζάνης, στην Καστοριά και κατά περιόδους στα βουνά της περιοχής. Όμως, οι κακουχίες και οι οικογενειακές διώξεις των γονέων του δεν τον πτόησαν, αλλά αντίθετα ατσάλωσαν τον χαρακτήρα του.

Το 1953 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Το 1959 γράφτηκε στη Σχολή Σταυράκου για να σπουδάσει την τέχνη του κινηματογράφου. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως βοηθός του Νίκου Κούνδουρου και του Ροβήρου Μανθούλη, και το 1963 γύρισε δύο ταινίες μικρού μήκους. Την ίδια χρονιά πρωτοεμφανίζεται ως κινηματογραφικός κριτικός στο καλλιτεχνικό περιοδικό της Αριστεράς «Επιθεώρηση Τέχνης».

Το 1964 βρέθηκε στην Αλγερία, που μόλις είχε κερδίσει την ανεξαρτησία της από τη Γαλλία, κοντά στον τροτσκιστή διανοούμενο Μισέλ Πάμπλο (Μιχάλης Ράπτης), που ήταν σύμβουλος του τότε προέδρου της χώρας Αχμέντ Μπεν Μπελά έως το 1965, οπότε ανατράπηκε από τους στρατιωτικούς. Την ίδια χρονιά επέστρεψε στην Ελλάδα και αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την κινηματογραφική κριτική στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή», μαζί με τον μετέπειτα διάσημο σκηνοθέτη Θόδωρο Αγγελόπουλο, με τον οποίο συνεργάστηκε στις πρώτες του ταινίες.

Το 1966 μαζί με τον Αλέξη Γρίβα εξέδωσαν το περιοδικό «Ελληνικός Κινηματογράφος», το οποίο έκλεισε η χούντα. Το 1968, μετά την αποφυλάκισή του από τις φυλακές της Αίγινας (υπήρξε μέλος του ΠΑΜ και ως εκδότης της εφημερίδας «Ελεύθερη Σκέψη») εξέδωσε, μαζί με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στην αρχή και πολλούς άλλους στη συνέχεια, το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος», που έθεσε τα θεμέλια του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου (ΝΕΚ). Το πρώτο τεύχος του περιοδικού κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1969 και ο ίδιος παρέμεινε στη διεύθυνσή του έως 1973.

Μετά τη μεταπολίτευση, από το 1974 έως το 1983, εργάστηκε ως κινηματογραφικός κριτικός και συντάκτης στην εφημερίδα «Το Βήμα» και τον ίδιο χρόνο ξεκίνησε τη συνεργασία του με την εφημερίδα «Έθνος», ως σχολιογράφος, αρθρογράφος και κινηματογραφικός κριτικός. Τον Οκτώβριο του 1998 απολύθηκε από τη διεύθυνση της εφημερίδας, επειδή υποστήριξε σθεναρά τη Μαλβίνα Κάραλη στη διαμάχη της με τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη. Στη συνέχεια εργάστηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία».

Από το 1965 έως το 1985 δίδαξε στη Σχολή Σταυράκου και σε πολλά κινηματογραφικά σεμινάρια στην γκαλερί «Ώρα», στο Γαλλικό Ινστιτούτο, στο Ινστιτούτο Γκαίτε, στην «Τέχνη» Θεσσαλονίκης και στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Το σεμινάριό του στην «Ώρα» εκδόθηκε σε βιβλίο με τον τίτλο «12 μαθήματα για τον κινηματογράφο» (1970).

Το πιο δημοφιλές βιβλίο του παραμένει το ιστορικό ανάγνωσμα «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους». Είναι μία συνοπτική ιστορία της Ελλάδας από το 1830 έως το 1974, που επιμένει περισσότερο στα αρνητικά παρά στα θετικά γεγονότα της ελληνικής ιστορίας. Γιατί όπως είχε πει: «Αυτό το βιβλίο αγαπάει την Ελλάδα. Και γι’ αυτό δεν την κολακεύει. Λέει τα σύκα σύκα και τους προδότες προδότες και όχι εθνικούς ήρωες».

Άλλα βιβλία του Βασίλη Ραφαηλίδη: «Λεξικό Ταινιών», «Κινηματογραφικά θέματα», «Μια μέθοδος ανάγνωσης του φιλμ», «Το ομιχλώδες τοπίο της ιστορίας στον Αγγελόπουλο», «Κείμενα για τον Μαρξ», «Πολιτικά Ταξίδια», «Έλληνες και Νεοέλληνες», «Η περιπέτεια του μαρξισμού», «Η δύσκολη ζωή ενός Έλληνα», «Τα μαλλιά του φαλακρού δολοφόνου», «Νεοελληνική Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας», «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας», «Οι λαοί της Ευρώπης», «Οι πρόγονοι των Ευρωπαίων», «Στοιχειώδης Αισθητική», «Θερμοί και ψυχροί πόλεμοι» και «Οι λαοί της Μέσης Ανατολής».

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης άφησε την τελευταία του πνοή στις 8 Σεπτεμβρίου 2000, στο νοσοκομείο «Ερυθρός Σταυρός» της Αθήνας, καταβεβλημένος από τον καρκίνο.

Η κηδεία του ήταν θρησκευτική (καίτοι ο ίδιος άθεος), με πρωτοβουλία των δύο αδελφών του. Έγινε στο Ναό του Αγίου Νικολάου Πευκακίων και τον επικήδειο εκφώνησε ο πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός, με τον οποίο συχνά συγκρουόταν στα τηλεοπτικά παράθυρα.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Καπιταλισμός, Η Κρυφή γοητεία της Μπουρζουαζίας»

Έτσι που λέτε, η Ελλάδα είναι μια χώρα με κάργα καλούς νοικοκυραίους, που «έχουν γυναίκα και παιδιά», πράγμα που τους εμποδίζει να γίνουν πρωτοπόροι και να βγουν από την πεπατημένη.

Λες και οι άλλοι, που συνεχώς διακινδυνεύουν, δεν έχουν γυναίκα και παιδιά, αλλά γάτα και γατάκια. Τι να κάνουμε; Εμείς θα συνεχίσουμε και χωρίς αυτούς. Οι πρωτοπόροι δεν θα λείψουν ποτέ από τον κόσμο, ό,τι και να συμβεί.

Δεν έχει καμιά σημασία τι όνομα παίρνουν κάθε φορά στην ιστορία οι πρωτοπόροι. Οι πρωτοπόροι του καπιταλισμού, αυτοί που τον εδραίωσαν για να μπορούν σήμερα οι καλοί νοικοκυραίοι να παριστάνουν εκ του ασφαλούς και με το αζημίωτο τους καλούς νοικοκυραίους, ήταν αδέρφια μας από ιστορικής, αλλά και ψυχολογικής απόψεως. Οι καλοί νοικοκυραίοι της εποχής τους τους κυνήγησαν άγρια. Και οι λιγότερο βάρβαροι από αυτούς τους θεωρούσαν ρομαντικούς και ουτοπιστές. Το τι καζούρα έφαγε ο Κολόμβος από την άρχουσα φεουδαρχική τάξη της εποχής του δεν λέγεται. Αλλά, χωρίς την ανακάλυψη της Αμερικής, καπιταλισμός δεν θα υπήρχε, τουλάχιστον στη σημερινή του μορφή. Όχι γιατί η Αμερική είναι σήμερα η μητρόπολη του καπιταλισμού, αλλά διότι χωρίς τον πλούτο που συνέρρευσε από το νέο κόσμο στον παλιό, θα ζούσαμε ίσως ακόμα υπό φεουδαρχικό καθεστώς

Βέβαια, κάποτε ο νέος κόσμος αυτονομήθηκε από τους γέρους Ευρωπαίους γονείς του. Όλα τα παιδιά φεύγουν κάποτε από το σπίτι τους και κάνουν δικό τους νοικοκυριό. Οι πρωτοπορίες που κινούν την ιστορία, συνεχώς ανανεώνονται και συνεχώς διαφοροποιούνται. Εμείς οι κομουνιστές δεν διεκδικήσαμε ποτέ για τον εαυτό μας τον τίτλο του μοναδικού πρωτοπόρου στην ιστορία αν και πολλοί από μας έχουν την ηλίθια τάση να πιστεύουν πως, πριν από μας ο κόσμος μπουσουλούσε ως νήπιο μόνο και μόνο γιατί λείπαμε εμείς ενώ, αν εξαφανιστούμε εμείς, ο κόσμος θα χάσει οριστικά και αμετάκλητα τους πρωτοπόρους του. Είναι ίδιον των ηλίθιων να νομίζουν πως είναι αναντικατάστατοι, χωρίς να παίρνουν υπόψη πως τα νεκροταφεία είναι γεμάτα αναντικατάστατους, όπως έλεγε ο Κλεμανσό. Εν πάση περιπτώσει, στην πορεία μας προς τα μπρος πρέπει να συνυπολογίζουμε και τη φύρα από την αριστερή εκδοχή της βλακείας, ου μην αλλά και της αριστερής αγραμματοσύνης. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη αριστερή βλακεία από αυτή που θεωρεί τον καπιταλισμό εξ υπαρχής και εξ ορισμού εχθρό της κοινωνικής ανάπτυξης.

Βρε ηλίθιοι, ο πολιτισμός εντός του οποίου ζείτε είναι καπιταλιστικός. Ο σιδηρόδρομος, το ατμόπλοιο, το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο, το τηλέφωνο, ο ασύρματος, το ραδιόφωνο, οι ακτίνες Ρέντγκεν, η ιατρική τεχνολογία, ο  κινηματογράφος, η διάσπαση του ατόμου, ο φωνογράφος, η ηλεκτρογεννήτρια, ο ηλεκτρικός λαμπτήρας, η τηλεόραση, το βίντεο, οι ακτίνες λέιζερ, το κόμπακτ-ντισκ πλέγιερ, το μικροτσίπ, ο κομπιούτερ, όλα αυτά και χιλιάδες άλλα εφευρέθηκαν και μπήκαν στη ζωή μας για να την ευκολύνουν (μερικοί ανίατα ηλίθιοι και βαθύτατα συντηρητικοί λένε για να τη δυσκολέψουν) υπό καπιταλιστικό κοινωνικό καθεστώς.

Ο πολιτισμός που δημιούργησε ο καπιταλισμός είναι εντελώς μεγαλειώδης. Σου κόβεται η ανάσα μπροστά στα κολοσιαία επιτεύγματά του. Ο  καπιταλισμός απελευθέρωσε, με έναν εντελώς πρωτόφαντο στην ιστορία τρόπο, τις παραγωγικές και δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου. 

Εμείς οι μαρξιστές, όμως, πιστεύουμε πως δεν απελευθερώθηκαν όλες οι δυνάμεις που θα μπορούσαν να απελευθερωθούν κάτω από τις σημερινές συνθήκες ανάπτυξης. Δεν μπήκαν όλοι οι άνθρωποι στην παραγωγή, δεν αξιοποιήθηκαν όλα τα ταλέντα, δεν κηρύχτηκε «γενική επιστράτευση» για την παραπέρα ανάπτυξη του πολιτισμού.

Ο μαρξισμός και ο κομουνισμός που αυτός συνεπάγεται, δεν «σκοτώνουν» τον καπιταλισμό, αντίθετα τον σέβονται απεριόριστα θεωρώντας τον άμεσο πρόγονο. Απλώς, προσπαθούν να βγάλουν την κοινωνία από τα αδιέξοδα που δημιούργησε ο καπιταλισμός, σε μια δεδομένη στιγμή της καλπαστικής του ανάπτυξης. Ο κομουνισμός δεν είναι το αντίθετο του καπιταλισμού, είναι η συνέχεια του καπιταλισμού. Παίρνει τα κοινωνικά πράγματα εκεί που τα αφήνει ο καπιταλισμός και τα αναπτύσσει παραπέρα. Τουλάχιστον έτσι πιστεύει ο μαρξισμός του Μαρξ κι όχι ο μαρξισμός του μπακάλη της γειτονιάς μου που συμπαθεί, λέει, το ΚΚ, έτσι γιατί του φαίνεται συμπαθητικό.

Ως πότε λοιπόν θα στηρίζουμε τον αγώνα μας στα συναισθήματα; Το μυαλό γιατί το ’χουμε; Για να συντάσσουμε ωραίους λόγους κατά τις προεκλογικές περιόδους; Εδώ εξαντλείται ο αγώνας μας ως πρωτοπόρων; Ω, γέρο-Κάρολε, που ’σαι να δεις τα «παιδιά» σου! Τα μισά γεννήθηκαν ελαττωματικά. Και πολύ συναισθηματικά!

 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.