Αχ, αυτές οι ουρές!

Πολλοί σινεφίλ έζησαν ακραίες καταστάσεις στη διάρκεια κάποιου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης αλλά τίποτε δεν συγκρίνεται με τις φοβερές ουρές θεατών σε κάποιες προβολές

Χρήστος Μήτσης 12/11/2019 | 09:00

Μια από τις βαθύτερες και άλυτες απορίες των Ελλήνων διανομέων αφορά το πώς μια φεστιβαλική επιτυχία στη Θεσσαλονίκη ή στις Νύχτες Πρεμιέρας μπορεί να αντιμετωπιστεί με τόσο μεγάλη αδιαφορία όταν η ίδια ταινία βγει στις αίθουσες. Πώς είναι δυνατόν, δηλαδή, να γίνει sold out μέσα σε λίγες ώρες η προβολή ενός κορεάτικου φιλμ στον Δαναό, το οποίο στο εμπορικό κύκλωμα δεν θα κόψει ούτε τα μισά εισιτήρια μέσα σε μια ολόκληρη εβδομάδα.

Η απάντηση είναι ο «φεστιβαλικός πυρετός» που καταλαμβάνει τους φανατικούς σινεφίλ μιας πόλης η οποία φιλοξενεί ανάλογα events, με πρώτο και καλύτερο φυσικά το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ακόμη και στα… πέτρινα χρόνια, όταν όχι μόνο προβάλλονταν αποκλειστικά ελληνικές ταινίες, αλλά δεν υπήρχε προπώληση εισιτηρίων και μονάχα ένα ταμείο που άνοιγε στις 8 το πρωί. Ανέβηκα να σπουδάσω στη συμπρωτεύουσα το 1980 και από την επόμενη χρονιά άρχισα να παρακολουθώ ανελλιπώς το φεστιβάλ, το οποίο διεξαγόταν στην αίθουσα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών (ΕΜΣ). Το διαγωνιστικό τμήμα του, πάντα ελληνικό, αποτελείτο από επτά με δέκα ταινίες, οι οποίες προβάλλονταν στις 9 το βράδυ και όσες περίσσευαν (Δευτέρα με Σάββατο γινόταν τότε το φεστιβάλ) στις 6.30 μ.μ.

Οι απογευματινές προβολές ήταν προγραμματισμένες κυρίως για το πληροφοριακό τμήμα (τις «κομμένες» ταινίες), με την «Καρκαλού» του Σταύρου Τορνέ να δημιουργεί θορυβώδες σκάνδαλο όταν το 1984 «εξορίστηκε» εκεί. Οι βραδινές προβολές ήταν πάντα γεμάτες, αφού το θέατρο των χιλίων και επιπλέον θεατών διέθετε το 60% με 70% των θέσεών του σε προσκλήσεις και έβγαζε προς πώληση από 400 έως και μόλις 200-250 εισιτήρια. Ετσι, στην καλύτερη περίπτωση μπορούσες να βρεις 50 εισιτήρια στην πλατεία, άλλα 150 στον πρώτο εξώστη –από κάτω είχε και τα θεωρεία– και τα υπόλοιπα στον θρυλικό β΄ εξώστη, ο οποίος στην πραγματικότητα ήταν τρίτος. Από το 1982, λοιπόν, ξεκίνησα να κάνω ουρές για το φεστιβάλ του «Αγγελου», της «Ρόζας» και του «Στίγματος», το οποίο αποδείχτηκε τελικά πως ήταν του «Μπαλαμού» και του «Ρεπό».

Αν όμως αποφάσιζες να πας στις 8 το πρωί για να βγάλεις εισιτήριο γι’ αυτές τις ταινίες έβλεπες μια ουρά 100 ατόμων, συχνά και περισσοτέρων, να περιμένουν (μέχρι δύο μπορούσε να βγάλει ο καθένας), με μεγάλη πιθανότητα όχι μόνο να βρεθείς στο βάθος του β΄ εξώστη, αλλά ούτε καν να συμμετάσχεις στο πολυαναμενόμενο βραδινό event. Αρα ως νέοι κι αποφασισμένοι, οι φανατικοί κινηματογραφόφιλοι της πόλης, ξεκινήσαμε να κάνουμε ουρά από τις επτά, μετά τις έξι, ακόμη και από τις πεντέμισι το πρωί για να σιγουρευτούμε πως θα ήμασταν εκεί σε κάθε προβολή, εξασφαλίζοντας και την καλύτερη θέση.

Τον επόμενο χρόνο, τη «χρυσή» σοδειά του 1983 («Ρεβάνς», «Γλυκιά συμμορία», «Ρεμπέτικο», «Προσοχή κίνδυνος», «Υπόγεια διαδρομή») είχαμε προετοιμαστεί καταλλήλως κι έτσι τη Δευτέρα γύρω στα πέντε άτομα ήμασταν έξω από το ταμείο της ΕΜΣ με την ανατολή του ηλίου. Οσοι έρχονταν γύρω στις εφτάμισι, σίγουροι πως θα νιώθουν μοναξιά το επόμενο μισάωρο, βρίσκονταν στην άκρη μιας ουράς που κάλυπτε όλα τα σκαλιά και έφτανε στη Νικολάου Γερμανού. Οπότε κάθε μέρα που περνούσε η ουρά ξεκινούσε να σχηματίζεται όλο και νωρίτερα, με μια παρέα από δέκα περίπου «τρελούς», ανάμεσά τους κι εγώ, να συναγωνίζονται ποιος θα εμφανιστεί πρώτος το επόμενο… βράδυ.

Οπότε την επόμενη και τη μεθεπόμενη χρονιά η ουρά του φεστιβάλ έγινε άθλημα (!), με τους δέκα μας περίπου φανατικούς φεστιβαλιστές να κρατάμε βαθμολογία με την καθημερινή επίδοση του καθενός, ο οποίος ανάλογα τη θέση του έπαιρνε βαθμούς ποινής (ο πρώτος μηδέν). Στο τέλος, όπως στις ιστιοδρομίες, μπορούσες να ξεφορτωθείς τη χειρότερή σου επίδοση και όποιος είχε τους λιγότερους πόντους στις πέντε «κούρσες» ήταν και ο νικητής. Κερδίζοντας μια χρονιά το χρυσό και μια το χάλκινο μετάλλιο, θυμάμαι ως highlights: να βγάζω πρώτος εισιτήριο για τη σαββατιάτικη προβολή της «Γλυκιάς συμμορίας» και αυτό να είναι στον β΄ εξώστη – όλα τα άλλα είχαν φύγει σε προσκλήσεις.

Να κάνουμε ουρά για τον «Ερωτα του Οδυσσέα» από τη μία το βράδυ! Βγήκαμε από την τελευταία προβολή της προηγούμενης μέρας, τσιμπήσαμε κάτι και κατευθείαν στην ουρά. Τέλος, ως συντονιστές της όλης διαδικασίας αναμονής, στις μεγάλες ουρές μοιράζαμε χαρτάκια με νούμερα, αλλά ο καθένας μπορούσε να φύγει μόνο για μισή ώρα (να ψωνίσει κάτι ή να πάει στην τουαλέτα) και να επιστρέψει χωρίς να χάσει τη σειρά του.

Ο συγκάτοικός μου, μάλιστα, με προμήθευσε με μια (άσχετη) σφραγίδα που έμπαινε σε κάθε χαρτάκι, αποκλείοντας την περίπτωση… πλαστογραφίας του αριθμού προτεραιότητας. Ολα αυτά μέχρι το 1986, οπότε άλλοι αποκτήσαμε δημοσιογραφικές διευκολύνσεις, άλλοι άρχισαν να δουλεύουν και άλλους τους πήρε η ζωή, με τη φεστιβαλική ουρά να αποκτά τις φυσιολογικές της διαστάσεις και τη δυνατότητα προπώλησης να εξαφανίζει λίγο αργότερα και τους τελευταίους… ιστιοδρόμους. 

* Ο Χρήστος Μήτσης είναι κριτικός κινηματογράφου

** Περιοδικό Hot Doc #191, «60 χρόνια Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης», 3/11/2019

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.