Όσο κρατάει ένας καφές με τον ηθοποιό Γιώργο Παπαπαύλου

«Δεν είναι νορμάλ να λες κάθε βράδυ ''Αποδεχτείτε με, χειροκροτήστε με''»!

Αντώνης Μποσκοΐτης 26/03/2019 | 12:55

Ο Γιώργος Παπαπαύλου εισέρχεται στο χώρο της συνάντησης μας με έναν αέρα ιδιαίτερο, σαν να θέλει να κάνει εντύπωση προτού ξεκινήσει η κουβέντα μας. Τον ρωτάω αν τη φυσική του κατάσταση την καλλιεργεί για τη φιλαρέσκεια του ή για την τέχνη που ασκεί. Είναι ειλικρινής: «Προσέχω την εμφάνιση μου πρωταρχικά για τη φιλαρέσκεια μου και δευτερευόντως για το θέατρο. Τα τελευταία χρόνια που κάνω πρωταγωνιστικούς ρόλους πρέπει νά'μαι πάνω στη σκηνή επί μιάμιση ώρα με σωστές ανάσες. Είναι ένας συνδυασμός και των δύο που λες, αλλά πάνω απ' όλα μ' αρέσει ν' αρέσω». Μου εξηγεί πως από μικρός ήθελε να ξεχωρίζει ως «η ψυχή» και όχι ως «ο ωραίος» της παρέας, με το χιούμορ και τις ατάκες του. Όλο αυτό, βέβαια, του δημιούργησε ένα τείχος μοναξιάς και άλλων πραγμάτων, τα οποία ανακαλύπτει τώρα μέσω ψυχοθεραπείας. Στα 34 του ο Παπαπαύλου χαρακτηρίζει «παθογένειες» τις τάσεις του ανθρώπου για εσωτερική αυτονομία, ανεξαρτησία, εξ ου και τις πολεμάει. «Το κατάλαβα όταν είδα πως δε μπορούσα να μπω εύκολα σε μια σχέση. Πέρασα μεγάλα διαστήματα μοναξιάς. Αντιλαμβανόμουν ότι και στη δουλειά, όμως, μπορεί να ήμουν ένας σωστός ηθοποιός, αλλά δεν ''ένιωθα''»

Η καταγωγή του Παπαπαύλου είναι από την Πάτρα. Ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομική, έχοντας προαποφασίσει ότι θα γινόταν ηθοποιός. Από το λύκειο, για την ακρίβεια, όταν ήθελε να γίνει παρουσιαστής ειδήσεων, μία καθηγήτρια του τον συμβούλεψε ν' ασχοληθεί με την υποκριτική. «Από πολύ νωρίς, από το δημοτικό ακόμα, μου άρεσε η έκθεση στον κόσμο και δεν κόμπλαρα καθόλου» μου λέει. «Στην Αθήνα μπήκα στη Σχολή της ''Αγίας Βαρβάρας'' που τώρα λέγεται ''Ιάκωβος Καμπανέλλης'', με καθηγητές τον Περικλή Μουστάκη και τη Ρούλα Πατεράκη, με την οποία δούλεψα αρκετές φορές στη συνέχεια. Δεν είχα καμία σχέση με το θέατρο πριν, στη σχολή ανακάλυψα έναν άλλο κόσμο. Οι δάσκαλοι μου μού έβγαλαν απ' το μυαλό την ιδέα ότι θα γινόμουν σταρ, σαν τον Παπαμιχαήλ». Παράλληλα με τα τέσσερα χρόνια των θεατρικών σπουδών του, δούλεψε ως τηλεφωνητής, έχοντας και τη στήριξη των δικών του και λίγο αργότερα, όταν είχε βγει ηθοποιός, εργάστηκε ως μπάρμαν στο six d.o.g.s. στο Μοναστηράκι. Σχολιάζω πως πάλι επέλεξε ένα επάγγελμα που έχει να κάνει με την εμφάνιση και μου ξεκαθαρίζει πως δεν ήξερε καν τι ήταν η...σαμπούκα που του ζητούσαν. «Το τηλέφωνο μου δε χτύπαγε για δουλειές ή όποτε χτύπαγε, θα ήταν για διάφορα τηλεοπτικά, που δεν με ενδιέφεραν. Ταλαιπωρήθηκα όσο δε φαντάζεσαι στο μπαρ, από τις 11 το βράδυ ως τις 7 το πρωί. Έλεγα ότι θα με βλέπουν και που να ξέρουν ότι είμαι ηθοποιός κι έχω τελειώσει Νομική»...

Θεωρεί λίγο αστείο το ότι εν μέσω κρίσης όλοι «ξεχύθηκαν» στο θέατρο, σε κάτι δηλαδή που απαιτεί παιδεία. «Έβλεπες ηθοποιούς που δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για το θέατρο, μόλις τέλειωσαν τα λεφτά στην τηλεόραση, να στρέφονται σ' αυτό. Τους παρακολουθούσες να παίζουν και καταλάβαινες πως δεν έχουν ούτε την παιδεία, ούτε την ταπεινότητα του θεάτρου». Η κουβέντα πηγαίνει πάλι στο ναρκισσισμό του, τον οποίο τουλάχιστον επί σκηνής ελέγχει πλέον απόλυτα και είναι ευτυχής. Το οφείλει εν πολλοίς στην πνευματικότητα που υπάρχει συχνά όταν προετοιμάζεται για ένα ρόλο. 

Η δασκάλα του, Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου, που είχε το θέατρο «Χυτήριο», με το που βγήκε απ' τη σχολή τον κάλεσε να ερμηνεύσει αποσπάσματα από έργα του Τέννεσι Ουίλλιαμς. Υποδύθηκε έτσι τον Στάνλεϊ από το «Λεωφορείον ο Πόθος», τον Πρικ από τη «Λυσσασμένη γάτα» και την Κάθριν απ' το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι». Την κριτική την κατέκτησε σταδιακά, αλλά παραδέχεται το εξής με ειλικρίνεια: «Ναι μεν ακούγεται ότι είμαι ένας καλός ηθοποιός και το χαίρομαι, αλλά ακόμη δεν έχω γίνει αυτό που λέμε talk of the town. Θα τό'θελα πάρα πολύ, αφού μόνο το 30% ήρθε να με δει απ' όλους όσοι μου γράφουν ύμνους». Τονίζει ότι έχει δουλέψει πολύ μόνος του και δεν ανήκει στους συναδέλφους του που έγιναν σταρ στα 25 τους ή δέχτηκαν βοήθεια. Απ' την άλλη, χαρίζει στον εαυτό του το προνόμιο να έχει παίξει πρωταγωνιστής στην Επίδαυρο, έχοντας αποφοιτήσει από μία «εκτός Broadway» σχολή. 

Του λέω πως θα ήταν καλός στην κωμωδία και με πληροφορεί πως στη σχολή τον φώναζαν «Κώστα Βουτσά». Τον ενδιαφέρει εξίσου το σινεμά και του φαίνεται παράξενο που ακόμη δεν έχει περάσει από ένα casting. Όσο για την τηλεόραση, πιστεύει πως δεν χάνει σε αξία ως μέσο αν συχνά δεν είναι καλά τα προϊόντα της. Σχολιάζω πως άλλοι συνάδελφοί του, πάντως, δεν θα αντάλλαζαν μια πρωταγωνιστική παρουσία στην Επίδαυρο ούτε με πέντε ταινίες! Έχει άλλη άποψη: «Τι να σου πω...Αν ρωτήσεις τη Μέριλ Στριπ, θα σου πει όχι! Αυτή τα καταφέρνει εξίσου καλά κι εκεί!» Δεν έχω παρά να συμφωνήσω ακόμη κι όταν μιλάει κάπως συγκινητικά: «Θα ήθελα πάντως να κάνω τώρα μία ταινία, θα ήθελα να αποτυπωθούν τα νιάτα μου στο πανί. Την παράσταση την κάνεις και πάει και τελείωσε, είναι εφήμερη, μένει απλά στη μνήμη κάποιου»...

Το 2013 είχε την τύχη να παίξει στη μεταγραφή της «Μήδειας» από τον Δημήτρη Δημητριάδη δίπλα στην Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Δούλεψε ακόμη με την Πατεράκη, τον Σκουρλέτη, τον Χουβαρδά στη Biennale, τον Μαστοράκη στο Εθνικό, τον Γκόνη, τον Μυλωνά που έχει τώρα το «Από Μηχανής», τον Χατζή, τον Enke Fezolari κ.α. Είχε παίξει και στην παράσταση του Αλέξη Ρίγλη, «Ιδιωτικές ζωές», που κατέβηκε άρον - άρον: «Πιστεύω ότι αυτή ήταν μία πολύ πειραγμένη εξαιρετική παράσταση που απευθυνόταν στο λάθος κοινό. Ο Ρίγλης πήρε τέσσερις χαρακτήρες και τους έκανε οχτώ. Έρχονταν οι κυρίες με τις γούνες στο θέατρο ''Γκλόρια'' που έχει ένα πιο mainstream κοινό κι έβλεπαν εμένα να υποδύομαι και τον γυναικείο χαρακτήρα, μπερδεύονταν, έλεγαν ''Τι γίνεται εδώ τώρα;'' Αν γινόταν αλλού η παράσταση αυτή, σίγουρα δεν θα κατέβαινε»

Αυτή τη στιγμή ο Παπαπαύλου έχει φτάσει στο σημείο να βγάζει αξιοπρεπή χρήματα απ' το θέατρο, αλλά δεν είναι και κάτι που τον απασχολεί, εφόσον ξέρει πως ποτέ δεν θα του εξασφαλίσει τη ζωή που ονειρεύεται. Ποια να'ναι άραγε αυτή η ζωή; «Να μπορώ να κάνω μια παύση έξι μηνών, όπως πρέπει να κάνει κάθε ηθοποιός. Αυτό εγώ δε μπορώ να το κάνω γιατί δεν θα μπορώ να ζήσω! Να φύγω, να πάω για λίγο στο Λονδίνο, να κάτσω, να δω παραστάσεις, να διαβάσω, να πω ''Θα ξεκουραστώ και δεν θα δουλέψω''». Σαφώς βέβαια και νιώθει πιο άνετα σε σχέση με άλλους ηθοποιούς που είτε παίζουν για το τίποτα από οικονομικής άποψης, είτε δεν παίζουν πουθενά. Κι εδώ μου λέει - και μένω έκπληκτος - πως πέρσι έπαιζε σε έξι διαφορετικές παραστάσεις ταυτόχρονα! «Έπαιζα στο Μπενάκη ''Το άγαλμα που κρύωνε'' κι έπαιρνα 350 ευρώ. Έπαιζα στις ''Ιδιωτικές ζωές'' που κατέβηκε. Ήμουν στον ''Συλλέκτη'' και στον ''Αγαμέμνονα'' με τη Λήδα Πρωτοψάλτη στο Τέχνης. Το καλοκαίρι έκανα τον Ετεοκλή στον ''Οιδίποδα'' και ταυτόχρονα είχα πρόβες για το επόμενο έργο»

Μου ξεκαθαρίζει πως δεν κάνει τόσα πολλά από υπερφιλοδοξία, αλλά για να μπορεί να ζει άνετα. Δεν διστάζω να τον ρωτήσω με πόσα πια θα ήταν ευχαριστημένος ώστε να ζει άνετα. «Ελπίζω να μην ακουστεί προκλητικό, αλλά θα ήθελα να έχω δύο χιλιάρικα κάθε μήνα. Ξέρω ότι ο μέσος Έλληνας ταλαιπωρείται με 300 και 400 ευρώ το μήνα, αλλά εγώ δουλεύω πολύ γιατί την ονειρεύομαι μια ζωή με ευχέρεια» ομολογεί με τη μόνιμη ειλικρίνεια που τον χαρακτηρίζει. Θα ήθελε παρόλα αυτά μετά από τον Στρίντμπεργκ που κάνει τώρα, να επέλθει μια παύση για το καλοκαίρι του. Του έχει τύχει ακόμη να μην έχει καμία όρεξη να βγει στη σκηνή, αλλά ευτυχώς γνωρίζει πως δεν έχει νόημα να το κάνει. «Θυμάμαι ότι είχα κατέβει στην Πάτρα για να παίξω τον ''Συλλέκτη'' μέσα σ' ένα κατάμεστο θέατρο. Ήμουν με γαστρεντερίτιδα, με 40 πυρετό και πριν βγω, έκανα τέσσερις εμετούς. Αυτή ήταν μία στιγμή που λυπήθηκα τον ίδιο μου τον εαυτό, αλλά υπάρχουν κι άλλες! Επειδή το θέατρο είναι ομαδική υπόθεση, αναγκάζεσαι να συνυπάρξεις με ανθρώπους που δεν έχουν την ίδια καύλα για τη δουλειά και παρόλα αυτά αλληλοεξαρτάσαι»

Τον ρωτάω αν καυγαδίζει. «Πολύ» μου απαντάει, «Φαίνεται» του κάνω...Παλιότερα, όταν είχε προβλήματα, τα «μάζευε» κι όταν τα εξέφραζε σε άσχετη στιγμή, έχανε το δίκιο του. «Φοβόμουν πολύ μη μου βγει τ' όνομα του στραβόξυλου στο χώρο, αλλά απ' την άλλη δεν είμαι καθόλου άδικος! Δε μπορώ να βλέπω απλά κάποιον στη σκηνή που δεν είναι καλός. Ας κάτσει σπίτι του καλύτερα! Εμένα ο χρόνος μου δεν είναι μόνο εκεί, αλλά και στο σπίτι μου, μελετώντας άλλες πέντε ώρες ημερησίως». Θυμώνει, υψώνει τη φωνή του: «Να σου πω και κάτι άλλο; Δεν μ' ενδιαφέρει πια να λένε ότι κάνουν τέχνη, χέστηκα. Δε μπορεί η πρόβα να ξεκινά στις 19.00 και νά'ρχεσαι 19.10»

Ο Παπαπαύλου επιδιώκει την «κανονικότητα», γιατί δεν θεωρεί φυσιολογικό αυτό που κάνει. «Δεν είναι νορμάλ να λες κάθε βράδυ στον κόσμο ''Αυτός είμαι, αποδεχτείτε με, χειροκροτήστε με'' και να εκτίθεσαι τόσο βασανιστικά». Ωστόσο, συνεχίζει. Τον ερωτώ τι θα έκανε αν κέρδιζε 1.000.000 ευρώ στο λότο. «Μία απόσυρση για τουλάχιστον δύο χρόνια» μου απαντάει και βάζει στη συζήτηση τη Μάγια Λυμπεροπούλου: «Μου έλεγε η Μάγια, κάποια στιγμή που δουλέψαμε μαζί, πως καλή ηθοποιός έγινε μόνο όταν πήγε κι έζησε για έξι χρόνια στο Παρίσι κι έβλεπε συνέχεια παραστάσεις. Η δική μου μετάβαση έγινε όταν χρειάστηκε να πάω στην Κύπρο, όπου έκατσα εφτά μήνες». Στη συνέχεια, η εξομολογητική διάθεση του Παπαπαύλου χτυπάει κόκκινο: «Δεν θα ήθελα να είμαι ο καταραμένος καλλιτέχνης που όλη του η ζωή ήταν το θέατρο. Θαυμάζω τη Μέριλ Στριπ που είναι παντρεμένη κι έχει τέσσερα παιδιά κι ας είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Αυτή την εξαίρεση θέλω! Αποζητώ μιαν ισορροπία, διότι δεν κοιμάσαι αγκαλιά ούτε με το μπράβο, ούτε με το χειροκρότημα, ούτε με το ''πόσο καλός ηθοποιός είσαι''».

Λέει και κάτι ακόμη, συγκλονιστικό: Πως έχει μπει τελευταία σ' ένα είδος θεάτρου, που έχει πνίξει κάπως τον «λαμπερό Γιώργο». «Παίζω σε έργα υπέροχα μεν, σκοτεινά δε, αλλά εμένα ανέκαθεν με έλκυε και μία ελαφρότητα. Ξέρεις ποια θαυμάζω κι ας ''καραφλιάσεις'' τώρα; Την Ελένη Μενεγάκη, που το πάει καλά τόσα χρόνια. Με ελκύει εξίσου το trash! Ξέρεις ότι έχω πάρει το πτυχίο της Νομικής με την Εύα Κουμαριανού; Έκανα πρόβες για την ''Ορέστεια'' και μετά είχα να διαβάσω για τη Νομική, αλλά η ψυχοθεραπεία μου ήταν τα βιντεάκια της Κουμαριανού, εκείνος ο καυγάς της με τη Βουνελάκου». Το trash, σύμφωνα με τον Παπαπαύλου, έχει μιαν ελευθερία και μια αναρχία, όπου κανείς δεν υποδύεται κανέναν! 

Αλήθεια είναι πως στη συζήτηση μας, ο Παπαπαύλου δεν ένιωσε μεγάλη ανάγκη να διαφημίσει την καινούργια του παράσταση, το έργο «Η αποθέωση της τρέλας» του Στρίντμπεργκ σε παγκόσμια πρώτη. Τα λέει δηλαδή οπουδήποτε αλλού χρειαστεί και του ζητηθεί, ειδικά τώρα που πλησιάζει η πρεμιέρα, οπότε ήξερε εκ των προτέρων πως εδώ θα εστιάζαμε στον ίδιο και την προσωπικότητα του. Τον ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη του και για το εξομολογητικό mood και του εύχομαι κάθε επιτυχία και καλή συνέχεια! 

* Η αποθέωση της τρέλας του Αύγουστου Στρίντμπεργκ

Μονόλογος με τον Γιώργο Παπαπαύλου

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος Σκηνοθεσία/Διασκευή: Κωνσταντίνος Χατζής Επιμέλεια κίνησης: Χριστίνα Βασιλοπούλου Σκηνική εγκατάσταση: Λία Ασβεστά Φωτογραφίες: Karol Jarek Παραγωγή: 5η Εποχή Τέχνης

Πληροφορίες

Θέατρο Άλμα (Ακομινάτου 15), Μεταξουργείο Τηλέφωνο κρατήσεων 210 5220100 κ viva.gr

Ημέρες/ώρες παραστάσεων: Πέμπτη 28/03 20:00 Παρασκευή 29/03 20:00 Σάββατο 30/03 21:00 Κυριακή 31/03 18:00

Τιμές εισιτηρίων 13 & 10 ευρώ(μειωμένο)

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.