Οι γέροι κι γριές μας: οι ανθρώπινες ρίζες

Πόσα χρωστάμε στους προγόνους μας! Την ίδια μας την ύπαρξη που χωρίς αυτούς θα μετεωριζόμασταν χαμένοι κι ανισόρροποι μέσα στο χάος του κόσμου.

Νικόλας Καλόγηρος 30/12/2020 | 18:35

Από πιτσιρίκι ποτέ δε μου ‘κατσε καλά αυτό το «τρίτη ηλικία». Όπως δε χώνεψα και το «τρίτος κόσμος». Είναι μια σύμβαση θα πει κάποιος, για να συνεννοούμαστε. Αλλά ποιος έκατσε και μέτρησε, ποιος ταξινόμησε της ηλικίες και τους κόσμους, ποιος τα όρισε, τα ιεράρχησε και με ποιο δικαίωμα; Στον καπιταλισμό τα πάντα πρέπει να μετρώνται μονίμως: δολάρια, δείκτες, ποσοστά χρέους,  οι τάσεις του πληθυσμού, τα ψηφιακά δεδομένα, τα ιικά φορτία. Θα ξέφευγαν οι παππούδες;

Αυτούς τους παππούδες σκέφτομαι φέτος. Τις εμπειρίες που απλώσανε τις ρυτίδες τους σαν τους ιστούς της αράχνης πάνω στα μέτωπα και στα μάγουλα. Τα κόκαλα που φθίνουν και τρίζουν, που σπάνε με το παραμικρό. Η «ευμετάβλητος σαρξ» που οδηγείται νομοτελειακά στη φθορά. Οι νευρώνες του εγκεφάλου που χάνουν το έλυτρό τους. Οι κινήσεις που επιβραδύνουν, οι αντιδράσεις που υποχωρούν. Η αμετάκλητη διαδικασία της αντίστροφης πορείας. Ο Νοέμβριος του βίου όπως το έχει περιγράψει έξοχα ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης.

Υπάρχει μια αρχαία πηγή που βρίσκεται στη βόρεια κλιτύ της Ακρόπολης και ενυδατώνει το λόφο εδώ και δεκάδες αιώνες. Ονομάστηκε Κλεψύδρα επειδή τα νερά της πότε ξεχείλιζαν και πότε χάνονταν μέσα στον βράχο, με αποτέλεσμα να μοιάζει με κλεψύδρα (κλέπτω + ύδωρ) που αναποδογυρίζει. Έτσι κι ο αδυσώπητος χρόνος κλέβει το νερό από το δέρμα των ανθρώπων και το αφήνει χωρίς αίμα, στεγνό και δύσκαμπτο. Ο «πανδαμάτωρ χρόνος» που όλα τα υγιάνει, όλα εκτός από ένα, το αναπόφευκτο του μονοπατιού.  

Είχα ακούσει μια ιστορία που ακόμα με στοιχειώνει. Είχε συμβεί σε ένα ορεινό χωριό στο σπίτι δυο ηλικιωμένων. Ο άντρας έβαλε ξύλα στη μαντεμένια σόμπα κι έπειτα την έκλεισε με την τσίγκινη μασιά. Όπως σηκώθηκε μετά από το ολιγόλεπτο σκύψιμο, ζαλίστηκε. Έκανε ένα βήμα πίσω αλλά το πόδι του στραβοπάτησε, πεδικλώθηκε κι έπεσε κάτω. Η γυναίκα στην αρχή γέλασε.

Ύστερα, πλησίασε τον πεσμένο σύζυγό της και προσπαθώντας να στηριχτεί με το ένα χέρι της στην καρέκλα με το άλλο να πιάσει το χέρι του, άρχισε να τον τραβά. Εκείνος επιχείρησε να βάλει κόντρα και να σηκωθεί αλλά δεν τα κατάφερνε, λύγιζαν τα ρημάδια τα χέρια. Όσο προσπαθούσε να τον τραβήξει, η καρέκλα στην οποία στηριζόταν κουνήθηκε κι η γυναίκα σωριάστηκε κι αυτή στο πάτωμα δίπλα στον άντρα της. 

Οι δυο τους έμεναν πεσμένοι στο πάτωμα για ώρα, ανήμποροι να σηκωθούν. Κουνούσαν μόνο τα χέρια και τα πόδια προσπαθώντας να σηκωθούν αλλά δεν τα κατάφερναν. Έτσι μαυροφορεμένοι και οι δυο έμοιαζαν με ζωντανά που αναποδογύρισαν και δεν μπορούσαν να βάλουν τα πόδια τους κάτω και να σταθούν. Δυο ανθρώπινες χελώνες που κοιτάνε τον κόσμο ανάποδα, αβοήθητες πάνω στο χώμα. Φώναξαν, αγκομάχησαν, έβρισαν, βόγκηξαν. Μάταια. Απελπίστηκαν.

Τελικά έμπηξαν κι οι δυο δυνατά τα γέλια. Η κυρά όμως το γύρισε το γέλιο της σε κλάμα και παράπονο κι ο άντρας την παρηγόρησε και προσπάθησε να της φτάσει το κεφάλι για να την χαϊδέψει με την παλάμη, να την ημερέψει. Βαριανάσαναν. Μετά από λίγα λεπτά χτύπησε το τηλέφωνο. Έπειτα ξανά, εξακολουθητικά. Περίπου μισή ώρα αργότερα ήρθε φωνάζοντας τα ονόματά τους ο γείτονας κι άνοιξε την πόρτα του σπιτιού. Είχε δει τον καπνό από την καμινάδα και είχε ανησυχήσει που δεν απαντούσαν στο τηλέφωνο.  

Οι άνθρωποι των μακρινών εποχών άκουγαν τους γέρους, τους εμπιστεύονταν. Στις ινδιάνικες φυλές οι σαμάνοι ήταν υπερήλικες, στη Σπάρτη η Γερουσία (το φανερώνει η ίδια η λέξη) αποτελούνταν από τους πρεσβυγενείς που έπρεπε να έχουν πατήσει τα εξήντα, σε όλα τα μέρη της ιθαγενούς Αφρικής λένε την παροιμία: «κάθε γέρος που πεθαίνει μια βιβλιοθήκη που καίγεται». Προσπαθούσαν να μάθουν από την πείρα, να μεταλαμπαδεύσουν τη σοφία των μεγαλύτερων στο παρόν τους. Σάμπως κι εμείς δεν προσφεύγουμε αυθόρμητα στον παππού και στη γιαγιά για συμβουλές, για νουθεσίες, για κουβέντα ή για παραμύθια; Αλλά βλέπεις τώρα είναι η εποχή της πάση θυσίας νεότητας, το παλιακό και το γέρικο παραμερίζεται. 

Αυτά τα γέρικα χέρια γυναικών πόσα παιδιά μεγάλωσαν πόσα εγγόνια κοίταξαν, πως απ’ τη φτώχεια πλούτυναν τη μαστοριά του μαγειρέματος, πόσες κοπέλες σκέβρωσαν σαν Πηνελόπες κεντώντας το πλεκτό του χρόνου.

Οι ρόζοι στα χέρια των αντρών των γεννημένων στις αρχές του περασμένου αγροτικού αιώνα πόσες ιστορίες έχουν να διηγηθούν έστω βωβά, λιγόλογα, τι καημό. Τα λευκά μουστάκια πόσες διαδρομές, κουβαλήματα, μεροκάματα, νίκες και ήττες. Πόσα σωστά και πόσα λάθη μέσα σε πόση ζωή. Και πάντα να είναι εκεί όταν τους χρειαστείς. Και τι να πουν, πώς χτίσανε τον κόσμο!

«Κόντεψα να ξεχάσω το μούτρο σου» είπε ο παππούς μιας φίλης μου τώρα στη δεύτερη καραντίνα όταν την είδε μετά από καιρό. Οφείλουμε να τους προστατεύσουμε. Όχι επειδή είναι ευπαθής ομάδα ούτε επειδή νιώθουμε ενοχές. Αλλά επειδή πιστεύουμε στην αλληλεγγύη. Επειδή κατανοούμε πως είναι όντως ό,τι πολυτιμότερο έχουμε: η ζωντανή μας μνήμη και ταυτότητα, οι ανθρώπινες ρίζες μας. Πόσα χρωστάμε στους προγόνους μας! Την ίδια μας την ύπαρξη που χωρίς αυτούς θα μετεωριζόμασταν χαμένοι κι ανισόρροποι μέσα στο χάος του κόσμου.

Για αυτό και θυμώνω τόσο πολύ με τα αψήφιστα «έλα μωρέ οι γέροι πεθαίνουν, όχι εμείς» ή τα γελοία «κλειδώστε τους μέσα». Κι ο Άρης Μαραγκόπουλος θυμώνει κι υπενθυμίζει σε ένα πρόσφατο κείμενό του ότι η εκείνη η «αδιάβαστη, αμόρφωτη κι άγνωμη κοινωνία» για την οποία ο ηλικιωμένος αποτελεί μόνο πρόβλημα και βάρος, δε θα μπορέσει ποτέ να βρει «μια παρηγορία της ψυχής».    

Όσο ακούω από τις οθόνες του θεάματος τις βιοπολιτικές στατιστικές και τον μοναχικό θάνατο των ηλικιωμένων που φεύγουν αθόρυβα κι όσο νιώθω το υπόγειο κι ανομολόγητο άγχος που φέρνει η πανδημία γύρω μου να μεγαλώνει τόσο φαντάζομαι κοινόβια γερόντων του μέλλοντος αν τύχει και φτάσω στην «τρίτη ηλικία» (σαν αυτά που έστηνε ο αξέχαστοε Μάριος Χάκκας).

Με φαντάζομαι να γερνάω μαζί με την σύντροφό μου, τους φίλους και τις φίλες μου, να λέμε γλυκόπικρες ιστορίες και να βγάζουμε γλώσσα στον Χάρο που θα πλησιάζει. Να κοπανάμε κάνα κρασάκι στη ζούλα κι ας θα μας το ‘χουν κόψει οι γιατροί. Τόσο θυμάμαι τη σπιρτάδα στα μάτια του ενενηντάρη Ικαριώτη που όταν του υποσχέθηκα πως θα του έστελνα σύντομα γράμμα μού έκανε «βιάσου το γιατί μπορεί και να λείψω» και μου ‘κλεισε πονηρά το μάτι. Τόσο βλέπω τούφες λευκές κάπου κάπου να πετάγονται ατίθασα μέσα από τσεμπέρια στα Μαστοροχώρια της Ηπείρου όταν οι γυναίκες ρίχνουν νερό στο χώμα κι ένα φλουρί για το ξεπροβόδισμα. Τόσο πιο δυνατά ακούω το καμπίσιο τραγούδι:

Καλή γριά μου γίνε, 
γίνε κοριτσάκι 
και στα αγριολίβαδα 
τρέξε να κρυφτείς*

* στίχοι από τις «Γριές» του Θ. Παπακωνσταντίνου

- Ο Νικόλας Καλόγηρος είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από τον ίδιο κάπου στα Μαστοροχώρια