Ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας θυμάται τη νύχτα του Πολυτεχνείου

Ο θρυλικός φωτορεπόρτερ αφηγείται όσα έζησε και αποτύπωσε φωτογραφικά τη νύχτα της 17ης Νοεμβρίου 1973.

Έμυ Ντούρου 17/11/2020 | 17:37

Στις τέσσερις δεκαετίες της διαδροµής του ως φωτορεπόρτερ ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας βρέθηκε πολλές φορές στην καρδιά των µεγάλων γεγονότων που διαµόρφωσαν τη σύγχρονη ιστορία. Ο φακός του κατέγραψε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, από στιγµές λάµψης µέχρι τη φρίκη του πολέµου. Σε εκείνον χρωστάµε µεταξύ άλλων τις τρεις φωτογραφίες στις οποίες αποτυπώνεται η εισβολή του τανκς στο Πολυτεχνείο στις 17 Νοεµβρίου 1973. Τα τρία αυτά καρέ που τράβηξε για το Associated Press για το οποίο εργάστηκε επί 33 χρόνια αποτελούν τη µοναδική φωτογραφική αποτύπωση του γεγονότος. Οι εικόνες έκαναν τον γύρο του κόσµου, διέψευσαν τους ισχυρισµούς των συνταγµαταρχών ότι στο Πολυτεχνείο δεν συνέβη τίποτε άξιο λόγου και συνέβαλαν στην αφύπνιση της κοινής γνώµης. Στη συνάντηση που είχαµε αφηγείται πώς έζησε τα γεγονότα.

Αριστοτέλης Σαρρηκώστας/αρχείο ΕΡΤ

Ακολουθεί η αφήγησή του

Η Αθήνα καιγόταν επί τρεις ηµέρες. Όλη η περιοχή από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας µέχρι το Μοναστηράκι και από την πλατεία Καραϊσκάκη µέχρι το Σύνταγµα ήταν πεδίο µάχης. Οι φωτορεπόρτερ τρέχαµε όλη µέρα µέχρι τις πέντε το απόγευµα που είχε φως, παρά τους κινδύνους, παρότι µας χτυπούσαν και µας πυροβολούσαν αστυνοµικοί µε πλαστικές σφαίρες. Η πλαστική σφαίρα µπορεί να σε τραυµατίσει και αν σε βρει σε σηµείο ευαίσθητο µπορεί να σε αφήσει νεκρό. Πηγαίναµε όλοι στα γραφεία µας να στείλουµε φωτογραφίες· εµείς στο πρακτορείο, άλλοι σε εφηµερίδες. Αφότου έπεφτε το σκοτάδι ήταν προβοκάτσια να φωτογραφίσεις µε φλας έναν αστυνοµικό να χτυπάει κόσµο.

Το γραφείο µας τότε ήταν στην Ακαδηµίας 27, απέναντι από την ΕΣΗΕΑ. Και το χηµείο µου, δηλαδή ο σκοτεινός θάλαµος, ήταν στο πλυσταριό το οποίο βρισκόταν στην ταράτσα από πάνω. Είχα ανοιχτή την πόρτα και ξαφνικά άκουσα έναν θόρυβο. Προσπάθησα να ακούσω καλύτερα και κατάλαβα ότι ήταν ερπύστριες. Έτρεξα µέσα στην αίθουσα µε τους δηµοσιογράφους και πήγα στον διευθυντή Φιλ ∆όπουλο και του ζήτησα να έρθει να ακούσει και εκείνος. Όταν κατάλαβε ότι είναι τανκς µου είπε: «Πάρε τις µηχανές και πήγαινε». «Εγώ θα πάω, δεν υπάρχει αµφιβολία, αλλά το θέµα είναι ποιος θα γράψει το στόρι;» του απάντησα. Κυρίως ήθελα να έχω ένα δεύτερο άτοµο µαζί µου γιατί αλλιώς είναι να είσαι µόνος σου µέσα σε όλο αυτό κι αλλιώς µε κάποιον ακόµη.

«Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί, τις πόρτες σπάσαν οι οχτροί» (© Αριστοτέλης Σαρρηκώστας/αρχείο ΕΡΤ)

Ανάµεσα στις ερπύστριες

Κατεβήκαµε κάτω, νέκρα η Αθήνα, δεν κυκλοφορούσε ούτε γάτα. Ο ∆όπουλος τότε είχε µια λαδί κάµπριο Jaguar. Μπήκαµε στο αυτοκίνητο, κατεβήκαµε την Αµερικής και πέσαµε πάνω στη φάλαγγα των τανκς η οποία κατευθυνόταν προς το Πολυτεχνείο. Ψάχνοντας να βρούµε έναν χώρο να µπούµε και εµείς στη γραµµή των τανκς για να µην είµαστε παράταιροι χωθήκαµε κάπου µε τον φόβο µη µας πατήσει καµιά ερπύστρια. Φτάνοντας στο Πανεπιστήµιο µας πλησίασε ένα αστυνοµικό αυτοκίνητο. Τότε δεν υπήρχαν ευγένειες, µας άρχισαν τις χριστοπαναγίες. Εγώ είχα τις µηχανές κάτω στα πόδια µου. Ο Φιλ άρχισε να νευριάζει.

Το έπαιξα κορόνα γράµµατα. Ο αστυνοµικός µας απειλούσε µε το περίστροφο στο χέρι. Εκείνη την ώρα µπορούσε να µας σκοτώσει χωρίς να δώσει αναφορά σε κανέναν. Το σκέφτηκα και κατέληξα «ή ταν ή επί τας». Κατέβασα το παράθυρο και άγγιξα µε το χέρι το στόµα µου και του έκανα «σσστ» δύο φορές και αυτός ψάρωσε. Το αυτοκίνητο είχε αγγλικές πινακίδες, µας είδαν και τους δύο κοντοκουρεµένους και προφανώς υπέθεσαν ότι είµαστε της CIA ή της Intelligence Service. Οπότε κατέβασε το περίστροφο, έφυγαν και µας άφησαν. Κατευθυνθήκαµε προς Πατησίων και µε τη σειρά που πήγαιναν τα τανκς το αυτοκίνητό µας σταµάτησε µπροστά στο Μινιόν.

Κατέβηκα µε τις µηχανές και µε την τσάντα µου κανονικά χωρίς να κρύβοµαι και προχωρήσαµε µε τον Φιλ στη γωνία Στουρνάρη και Πατησίων. Εκεί ήταν γεµάτο αστυνοµία, στρατό και µυστικούς µε πολιτικά ρούχα – µεταξύ αυτών πολλοί προβοκάτορες γνωστοί σ’ εµένα. Άρχισα να τραβάω µερικά στιγµιότυπα χωρίς να µιλάω και ήρθε ένας αστυνόµος µε τρία σιρίτια και µε ρώτησε τι έκανα. Του εξήγησα ότι πήγα να τραβήξω µερικές φωτογραφίες για το πρακτορείο και µου είπε: «Κάτσε εδώ, θέλω να σε προσέχω, να βλέπω τι κάνεις».

Οι µυστικοί αστυνοµικοί µε τα πολιτικά και οι στρατιώτες ακούγοντας τι είπε ο αστυνόµος υπέθεσαν ότι ήµουν δικός τους και αυτό µε βοήθησε πάρα πολύ να µείνω µέχρι την ώρα που έµεινα. Περιττό να περιγράψω τις σκηνές που εκτυλίχθηκαν. Ένιωθα ότι µέσα στο Πολυτεχνείο ήταν τα παιδιά µου, τα αδέρφια µου. Φλας δεν µπορούσα να χρησιµοποιήσω. Φωτογράφιζα µε τα φώτα του δρόµου και των προβολέων από τα τανκς. Βεβαίως δεν ολοκλήρωσα ποτέ το 36άρι φιλµ γιατί έλεγα ότι θα έρθουν να µε βουτήξουν να µε πάνε στην Μπουµπουλίνας, ένα στενό πιο πάνω.

Τα ίχνη της κρατικής βαρβαρότητας στο Πολυτεχνείο ξημερώνοντας 17 του Νοέμβρη (© Αριστοτέλης Σαρρηκώστας/αρχείο ΕΡΤ)

 Η εισβολή στο Πολυτεχνείο

Οι φοιτητές στέκονταν µπροστά στα παράθυρα και φώναζαν: «Ελάτε µαζί µας, είµαστε αδέρφια, είµαστε άοπλοι». Ο εισαγγελέας Τσεβάς τους παρακινούσε να βγουν από το Πολυτεχνείο και τους έλεγε ότι δεν θα τους πείραζε κανείς. Από την πλευρά της Στουρνάρη είδα να πηδούν γύρω στους 20-25 φοιτητές από τα παράθυρα. Από κάτω υπήρχαν αστυνοµικοί, οι οποίοι τους µοίρασαν σε δυάδες και τους ζήτησαν να βάλουν τα χέρια πίσω από το κεφάλι.

Οι σκηνές που είδα µόλις έστριψαν στην Πατησίων ήταν τροµερές. Τους χτυπούσαν στο κεφάλι µε τα κλοµπ. ∆εν θα ξεχάσω ποτέ έναν φοιτητή µε ανοιγµένο κεφάλι που είχε πέσει στην άσφαλτο και µια φοιτήτρια να προσπαθεί να τον προστατεύσει. Λίγη ώρα µετά έπεσε ξερή πάνω του από τα χτυπήµατα. Τους µάζεψαν όλους και τους εξαφάνισαν. Γύρω στα µεσάνυχτα είχα τραβήξει περίπου 10-15 καρέ, τα οποία έδωσα στον ∆όπουλο και του ζήτησα να πάει στο γραφείο. Ήθελα να σιγουρευτώ ότι έχω κάποιες φωτογραφίες από όσα συνέβαιναν.

Άκουγα τον λοχία στο µεγάλο τανκς µε το υπηρεσιακό τηλέφωνο στο ένα χέρι και στο άλλο το περίστροφο να λέει: «Μάλιστα, µάλιστα, διατάξτε». Τον άκουγα σαν να ήταν δίπλα µου, ήταν 15 µέτρα πιο πέρα. Έφτασε η ώρα τρεις παρά επτά λεπτά και ο πυργίσκος του τανκς γύρισε ανάποδα και το όχηµα έκανε όπισθεν. Έκανα τον σταυρό µου και σκέφτηκα ότι µάλλον πήρε εντολή να αποχωρήσει. Όµως αυτός γύρισε τον πυργίσκο και το κανόνι ανάποδα για να µη βρει πάνω στην πόρτα και έκανε πίσω για να πάρει φόρα. Και ας έλεγε µετά ότι πήγαινε όσο µπορούσε πιο αργά. ∆εν πήγαινε καθόλου αργά.

Είδα το τανκς να µαρσάρει και να πέφτει µε όση δύναµη είχε πάνω στην κεντρική είσοδο. Την ώρα που εισέβαλε στο Πολυτεχνείο ούρλιαζαν οι σειρήνες όλων των τανκς, οι δε πυροβολισµοί ήταν άλλο πράγµα. Πίσω από τα κάγκελα της κεντρικής εισόδου οι φοιτητές είχαν βάλει για ασφάλεια τη Mercedes του πρύτανη. Τα κολονάκια µεταξύ του αυτοκινήτου και της πόρτας ήταν γεµάτα παιδιά. Άλλα πέσανε µέσα και άλλα έξω. Όπως πέφτουν τα γινωµένα πορτοκάλια όταν τινάζεις την πορτοκαλιά. Πολλοί µε ρωτάνε αν είδα νεκρούς. Όχι, δεν είδα νεκρούς αλλά πώς έφυγε το σίδερο που έκοψε το πόδι της φοιτήτριας όπως ισχυρίστηκε ο λοχίας; Αν είναι δυνατόν. Την πάτησε κανονικά.

Ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας

Η επόµενη µέρα

Για να έχω καλύτερη οπτική γωνία έφυγα από εκεί που ήµουν και πήγα στο κέντρο της οδού Πατησίων. Τράβηξα τρία καρέ κι αυτά, λίγο η συγκίνηση, λίγο το τρέξιµο, είναι ελαφρώς κουνηµένα. Ήρθαν τότε καταπάνω µου δύο αστυνοµικοί που κρατούσαν κάτι στειλιάρια δίµετρα και µε αυτά χτυπούσαν τον κόσµο εξ αποστάσεως. Όταν τους είδα συνέχισα να φωτογραφίζω και σήκωσαν τα στειλιάρια για να µε χτυπήσουν. Τότε ακόµη έπαιζα µποξ και κατάφερα να ξεφύγω· αν καθόµουν, θα την έτρωγα κατακέφαλα. Έκανα αµέσως µεταβολή και άρχισα να τρέχω ζιγκ ζαγκ όταν είδα τον ένα να βγάζει περίστροφο.

Στις έξι εκείνο το πρωί επέστρεψα στο Πολυτεχνείο. Εκτός από ελάχιστους που περνούσαν από περιέργεια από το απέναντι πεζοδρόµιο για να δουν τι συνέβη τη νύχτα, δεν κυκλοφορούσε κόσµος γιατί αµέσως επιβλήθηκε ξανά στρατιωτικός νόµος. Εκεί ήταν δύο πυροσβεστικά οχήµατα και οι πυροσβέστες µε τις µάνικες καθάριζαν τον χώρο µπροστά και µέσα στο Πολυτεχνείο. Είδα παπούτσια πεταµένα, παντελόνια ξηλωµένα, πουκάµισα σκισµένα µέσα εκεί. Μπήκα και φωτογράφισα µε βαριά καρδιά.

Λίγο µετά βγήκε ο Παττακός στο ραδιόφωνο και είπε ότι στο Πολυτεχνείο δεν συνέβη τίποτε απολύτως. Το µεσηµέρι όµως έφτασαν οι εφηµερίδες από το εξωτερικό. Η «Herald Tribune», οι «New York Times» και άλλες είχαν στην πρώτη σελίδα τις φωτογραφίες µε το τανκς να εισβάλλει στο Πολυτεχνείο. Και έτσι ο Παττακός άλλαξε το παραµύθι και είπε ότι έπρεπε να γίνει η επέµβαση για να τελειώνει αυτή η ιστορία µε τα παλιόπαιδα. Που σηµαίνει ότι οι φωτογραφίες κάτι κάνανε. Και τότε και τώρα µε βασανίζει η σκέψη. Τι έγιναν αυτοί οι άνθρωποι; Πρόλαβαν να φύγουν; Αυτό είναι το µεγάλο µου ερώτηµα.

 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.