Ο άγιος Ιωάννης του Μανχάταν

O Nίκος Παπαδογιάννης κλίνει το γόνυ για τον άνθρωπο που άφησε το ίχνος της καλοσύνης στη γη της μετανάστευσης.

Νίκος Παπαδογιάννης 13/10/2021 | 17:39

«Οι καλύτεροι άνθρωποι που πέρασαν ποτέ από τον πλανήτη γη ήταν ο Ιησούς Χριστός και ο μπαρμπα-Γιάννης Κωσταλάς».

Δεν χρειάζεται να σας πω σε ποιον ανήκει η παραπάνω ατάκα. Χρειάζεται όμως να σας πω ότι καθρεφτίζει την αλήθεια. Ο άνθρωπος που έφυγε χθες από τη ζωή, σκορπίζοντας πένθος σε σύσσωμο το ελληνικό μπάσκετ (αν και ουδέποτε είχε θεσμική ιδιότητα) ήταν η επιτομή της καλοσύνης και της αρετής.

Το γράφω μολονότι δεν τον γνώρισα ποτέ μου, τον μπαρμπα-Γιάννη Κωσταλά. Ούτε αυτό ήταν απαραίτητο, για να εκτιμήσει κανείς το μεγαλείο του ανδρός. Του «αγίου Ιωάννη του Μανχάταν», όπως έγραψε στο κατευόδιό του ο συνάδελφος Γιώργος Γαβαλάς.

Αρκούσε ο ποταμός των συγκινητικών διηγήσεων. Νομίζω ότι πρωτάκουσα για αυτόν το 1994, όταν ρώτησα στο Μάντισον Σκουέρ Γκάρντεν τον συνάδελφο Τάσο Μαγουλά, πού έμενε τις μέρες των τελικών του ΝΒΑ.

Ή ίσως ακόμα πιο παλιά, στα τέλης της δεκαετίας του ’80, όταν ο ανιψιός του Γιάννη, Στράτος (καλός φίλος μέχρι και σήμερα) καβαλούσε το αεροπλάνο από΄τη Νέα Υόρκη και ερχόταν τριήμερο στη Θεσσαλονίκη για να δει έναν ευρωπαϊκό αγώνα του Άρη και ένα ντέρμπι των βόρειων «αιωνίων».

Ο Στράτος δεν χρειάστηκε να πληρώσει ποτέ δωμάτιο. Του ανταπέδιδαν, γνωστοί και άγνωστοι, τη φιλοξενία του μπαρμπα-Γιάννη στην Αμερική.

Του μπαρμπα-Γιάννη, που άνοιγε το σπίτι του σε όποιον Έλληνα είχε σχέση με την πορτοκαλί μπάλα ή ερχόταν συστημένος από τρίτον. Ή ήταν ο ίδιος τρίτος, ή τέταρτος.

Στον κώδικα του μπαρμπα-Γιάννη Κωσταλά (ή Κωστάλα, όπως τροποποιήθηκε στην πράξη το οικογενειακό όνομα στις ΗΠΑ) δεν υπήρχαν τρίτοι ή τέταρτοι.

Άλλωστε, στα τραπέζια του εστιατορίου που διατηρούσε στο νότιο Μανχάταν, στον ίσκιο των «Δίδυμων Πύργων», όλοι κάθονταν στο ίδιο τραπέζι. Πρώτοι και έσχατοι.

Από τον πεινασμένο άστεγο που έμπαινε για να ζητήσει λίγο ψωμί μέχρι τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, τον Ρικ Πιτίνο, τον Μπρους Σπρίνγκστην και τα στελέχια του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου.

Οι Έλληνες και οι Ιταλοί ήταν το άλας της γης. Οι μετανάστες. Όπως ο ίδιος, που ζούσε στην Αμερική από το 1951.

Οι άνθρωποι του μπάσκετ –αλλά και του στίβου, από την εποχή του επικοντιστή Χρήστου Παπανικολάου κιόλας- ήταν όλοι τους τα παιδιά που δεν απέκτησε.

Οι αθλητές. Οι προπονητές. Οι δημοσιογράφοι. Οι παράγοντες. Οι απλοί φίλαθλοι. Οι ομογενείς. Οι επισκέπτες. Αυτοί που αναζητούσαν στην Αμερική τη γη της επαγγελίας. Σε αρκετούς ο μπαρμπα-Γιάννης έδωσε και μεροκάματο.

Κάποιοι ταξίδεψαν για να παίξουν μπάσκετ. Άλλοι για σεμινάρια. Για γιατρούς. Για θεραπείες. Για να ιχνηλατήσουν τους μύθους του αθλήματος. Για να μυρίσουν τη μυρωδιά της φορεμένης κάλτσας.

Κάποιοι έστειλαν τα παιδιά τους να σπουδάσουν. Μερικοί, ήταν απλώς τουρίστες. Περαστικοί. «Καμάρι μου, θα κοιμηθείς στο σπίτι μου και κάθε πρωί θα έρχεσαι στο μαγαζί για πρωινό».

Εγώ, ο ακατάδεκτος, ο αντικοινωνικός, δεν υπάρχει περίπτωση να κοιμηθώ σε ξένο σπίτι, άγνωστου ανθρώπου. Και έτσι, δεν τον γνώρισα ποτέ. Θα το θεωρούσε βαρύτατη προσβολή, εάν –μέσω του Στράτου- απηύθυνε πρόσκληση και αντιμετώπιζε άρνηση.

Η αλήθεια είναι, ότι δεν έτυχε να πάω στη Νέα Υόρκη μετά τους τελικούς του ΝΒΑ (και το Μουντιάλ) του 1994, με εξαίρεση ένα αστραπιαίο πέρασμα ως τουρίστας.

Αλλά θα μπορούσα κάλλιστα να ταξιδέψω για το All-Star Game του ΝΒΑ το 2015, αν ήθελα, για να συναντήσω τα αδέλφια Αντετοκούνμπο. Ντράπηκα. Ναι, ντράπηκα τον άγιο Ιωάννη. Τέτοιος είμαι.

Κάποτε –πριν την εποχή των κινητών- έψαχνα τυφλά τον Δημήτρη Καρύδα για να τον φιλοξενήσω στην εκπομπή μου στον Sport FM. Γνώριζα ότι ήταν στην Αμερική, αλλά όχι πού ακριβώς.

Τηλεφώνησα στο σπίτι του Γιάννη Κωσταλά στη Νέα Υόρκη και το σήκωσε ο Γιώργος Καράγκουτης. Δεν χρειάζεται να πω κάτι άλλο.

Αφηγείται ο ίδιος ο Καρύδας, που απαθανάτισε τον Γιάννη Κωσταλά στο μυθιστόρημά του «Lucky Strike» (από σημερινό σχόλιό του στην ιστοσελίδα της Nova):

«Έζησε όλη σχεδόν τη ζωή του στη Νέα Υόρκη, παιδί μεταναστών, κάποια στιγμή μαζί με τα αδέλφια του είχε 17 εστιατόρια. Η οικογενειακή περιουσία χάθηκε, όχι από δικά του λάθη, αλλά ο μπαρμπα Γιάννης δεν κρατούσε κακίες.

Στις καλές του μέρες είχε δύο ακριβά διαρκείας των Νικς, πρώτη σειρά εξέδρας στο Μάντισον. Ο ίδιος πήγαινε σπάνια. Αλλά τα έδινε στους φίλους του όταν τον επισκέπτονταν στη Νέα Υόρκη. ‘’Πάρε, καμάρι, να πας το βράδυ να δεις τα…. Νικς’’.

Ένα καλοκαίρι που καθόμαστε στο μαγαζί του μου λέει: ‘’Αύριο, θα πάμε στα…. μαύρικα να δούμε γυμνασιακό μπάσκετ, καμάρι’’.

Όταν κατάλαβα ότι προορισμός ήταν το γκέτο που βρισκόταν κοντά στο πανεπιστήμιο του Φόρνταμ, στην περιοχή του Μπρονξ, για να είμαι ειλικρινής φοβήθηκα.

Στο μικρό γυμνασιακό γήπεδο αφού περάσαμε από ανιχνευτή μετάλλων, ανακάλυψα ότι δεν υπήρχαν άλλοι λευκοί εκτός από τους δύο μας. Και του μπαρμπα-Γιάννη του φίλαγαν τα χέρια λες και ήταν…. παπάς.

Ρώτησα ένα διπλανό και μου είπε ότι κάθε εβδομάδα έστελνε φαγητό στις φτωχές οικογένειες του γκέτο. Ατελείωτες ποσότητες. Ούτε καν είχε ασχοληθεί να μου το πει. ‘’Ελα, καμάρι, άστα αυτά τώρα, δες αυτόν τον παίκτη, σου αρέσει; Πες μου τη γνώμη σου’’».

Αλλά το μπάσκετ είναι μόνο η μισή ιστορία του Γιάννη Κωσταλά, από τις Καρυές Λακωνίας. Η άλλη μισή ήρθε κι έπεσε στο κεφάλι του, κυριολεκτικά, στις 11 Σεπτεμβρίου 2001.

Το Essex World Café βρισκόταν ακριβώς στη γωνία του World Trade Center, πενήντα μέτρα απόσταση. Πέντε δρασκελιές από το σημείο μηδέν.

Παρά τη διαταγή άμεσης εκκένωσης, ο Έλληνας εστιάτορας αρνήθηκε να φύγει από το μαγαζάκι του. «Πού να πήγαινα; Προτιμούσα να πεθάνω μαζί του, παρά να τρέξω να σωθώ».

Όταν κατέρρευσε ο Νότιος Πύργος, 108 λεπτά μετά την πρόσκρουση του πρώτου αεροπλάνου, ο μπαρμπα-Γιάννης καταπλακώθηκε από χαλάσματα, αφού κατέρρευσε η ψευδοροφή. Τα ίχνη του εντοπίστηκαν δύο μέρες αργότερα, όσο οι φίλοι του στην Ελλάδα τον έκλαιγαν με κλάμα γοερό.

Το ταπεινό εστιατόριο διασώθηκε, αφού προστατεύτηκε από ένα παρκαρισμένο φορτηγό. Ο μπαρμπα-Γιάννης κατέβασε τις μεταλλικές μπάρες και το μετέτρεψε σε σταθμό πρώτων βοηθειών για τους τραυματίες. Οι σχετικές επιγραφές διασώζονται μέχρι σήμερα στο εσωτερικό του, που θυμίζει κάποιου είδους μουσείο.

«Έφερναν τα πτώματα σε σακούλες», έλεγε ο μπαρμπα-Γιάννης. Μετά τη συμφορά, το εστιατόριο επιτάχθηκε από τον δήμο της Νέας Υόρκης και έγινε πυροσβεστικός σταθμός, επί 2,5 ολόκληρα χρόνια.

«Εμεινε κλειστό, γιατί όλη η περιοχή είχε ρημάξει. Δεν υπήρχε ούτε νερό, ούτε τηλέφωνο είχαν κοπεί τα πάντα. Άνθρωπος δεν πατούσε εδώ πέρα».

Ο μπαρμπα-Γιάννης πέρασε μέρες βαθιάς θλίψης, αλλά δεν πτοήθηκε. Μέχρι και σήμερα, πυροσβέστες και αστυνομικοί περνούν τις πόρτες του στολισμένου με ελληνικές σημαίες μαγαζιού, για να πάρουν τον καφέ και το πρωινό τους. Τον άγνωστο Έλληνα, που αποδήμησε χθες, τον θεωρούν, και δικαίως, ήρωα.

«Ζω από θαύμα. Είδα το πρώτο αεροπλάνο να πέφτει στον ουρανοξύστη. Στην αρχή σκέφτηκα ότι ήταν ατύχημα, αλλά είδα και το δεύτερο κατάλαβα ότι κάτι τρομερό συμβαίνει. Οταν έπεσε ο πρώτος πύργος, ήταν σαν να σείστηκε ολόκληρη η γη», είπε ο μπαρμπα-Γιάννης σε μία σπάνια συνέντευξή του, στην ιστοσελίδα iefimerida.

«Δεν μπορώ να σας το περιγράψω, ήταν κάτι φοβερό. Ήμουν τυχερός γιατί το μαγαζί είναι διαμπερές και έχει πόρτα που βγαίνει στον πίσω δρόμο. Βγήκα κι άρχισα να τρέχω με όση δύναμη είχα ενώ ένιωθα ότι γύρω μου γκρεμίζονταν τα πάντα».

Μέσα στον πρώτο πύργο που χτυπήθηκε βρισκόταν ένας από τους υπαλλήλους του World Essex Café, που είχε πάει όπως κάθε μέρα παραγγελία με καφέδες.

«Άκουσε το μπαμ και παρότι δεν είχε καταλάβει τι συνέβη είχε την ψυχραιμία να μην πάρει το ασανσέρ αλλά άρχισε να πηδάει τις σκάλες πέντε πέντε. Οταν τον ξαναείδα χάρηκα τόσο πολύ... Τον είχα ξεγραμμένο».

Και σε μία άλλη συνέντευξη, στην κυπριακή εφημερίδα «Φιλελεύθερος»:

«Απορώ πώς δεν έχω τρελαθεί. Δεν αντέχεται αυτό που ζήσαμε. Έρχονται οι συγγενείς των θυμάτων, μου μιλάνε και κλαίνε στον ώμο μου. Καμιά φορά περιμένω να έλθουν οι ίδιοι άνθρωποι που έχασαν τη ζωή τους, να κλάψουμε μαζί.

Δεν ξεχνιέται αυτό που ζήσαμε. Το να βλέπεις νέα παιδιά να πηδάνε από τα 90 τόσα πατώματα, ήταν συγκλονιστικό. Ακούγαμε φωνές, τι να σου λέω. Διαλύεσαι!

Το μαγαζί μου είναι πάνω από τριάμισι χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα, την επομένη μέρα ήταν γεμάτο σακούλες με πτώματα. Οι περισσότεροι πέθαναν από την πίεση και τη ζέστη που δημιούργησε το δεύτερο κτίριο όταν έπεφτε».

Ας είναι ελαφρύ, και χωρίς μαύρα συντρίμμια, το χώμα που θα τον σκεπάσει. Και με τον ήχο της πορτοκαλί μπάλας να τον συντροφεύει αιώνια.

Πηγή: gazzetta.gr

Πηγή φωτγραφίας: Facebook

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr