Μαρία Παπαγιάννη: «Η μεγαλύτερη δυστοπία είναι να πιστέψουν τα παιδιά ότι δεν χρειάζεται να αγωνιστούν»

Εγώ στην πυκνοκατοικημένη Αθήνα και στην άλλη άκρη της οθόνης μου η Μαρία Παπαγιάννη που από το παράθυρό της αγναντεύει τα άγρια βουνά και τη θάλασσα της Κρήτης, στο χωριό Καπετανιανά με τους 30 μόνιμους κατοίκους, στον τόπο που επέλεξαν να γίνει δεύτερο σπίτι τους με τον Θάνο Μικρούτσικο. Δύο πρόσφατα βιβλία της για παιδιά, το «Πικεφί» και τα «Χρυσά κουπιά», στάθηκαν η αφορμή για τη συζήτησή μας.

Αφροδίτη Ερμίδη 11/05/2022 | 15:21

«Να κυνηγάς τη χαρά και όχι τη λύπη»

Τα «Χρυσά Κουπιά» είναι ένα crossover βιβλίο το οποίο διαβάζοντάς το συγκινήθηκα, λυπήθηκα, γέλασα, νοστάλγησα, μαγεύτηκα. Εάν όλα αυτά τα συναισθήματα γεννά ένα βιβλίο για παιδιά, αυτό σημαίνει ότι κάτι κάνει σωστά. «Δεν μου αρέσει να λέω ότι το θέμα του βιβλίου είναι η απώλεια γιατί ένα καλό βιβλίο έχει πολλά θέματα. Ρίχνει φως στη ζωή, η οποία δεν είναι ποτέ μια ευθεία· έχει σκοτάδια, σπηλιές, κορυφές, λιβάδια, θάλασσες. Πραγματεύεται, θα έλεγα καλύτερα, πώς μπορείς να βγεις από μια απώλεια.Τα “Χρυσά κουπιά” με συντρόφεψαν στη δυσκολότερη περίοδο της ζωής μου και με έκαναν να σταθώ, να προχωρήσω. Μάλιστα υπάρχει πολύ έντονα ο λόγος του Θάνου μέσα εκεί. “Nα θυμάσαι να κυνηγάς τη χαρά και όχι τη λύπη. Όπως ζήσαμε. Υποσχέσου μου. Κράτα γερά το κουπί σου. Εσύ είσαι ο καπετάνιος. Βάλε πλώρη για τη ζωή”: αυτό είναι το κλείσιμο του βιβλίου».

Στο «Πικεφί» η Μ. Παπαγιάννη καταπιάνεται με το άλλο αγαπημένο της στοιχείο, την αχαλίνωτη και λυτρωτική φαντασία των παιδιών. Είναι η ιστορία δύο αδερφών οι οποίοι με τη βάρκα τους κατευθύνονται στον ιδανικό τόπο, στο Πικεφί, τη χώρα που θα μπορέσουν να ζήσουν ελεύθερα και να παίζουν συνέχεια. Τι άλλο θέλουν άλλωστε τα παιδιά; «Είναι ένα παιχνίδι που ξεκινάνε δύο παιδιά και η φαντασία τους ρίχνει τους τοίχους – ξαφνικά το κρεβάτι τους μετατρέπεται σε μεγάλο καράβι, σε θάλασσα. Είναι η φαντασία τους που μπορεί να κάνει θαύματα, να κινήσει γη και ουρανό. Πόση δύναμη έχει η φαντασία τους. Είναι το εισιτήριο διαρκείας που έχουν τα παιδιά για να μπαινοβγαίνουν στον κόσμο της φαντασίας και της πραγματικότητας. Θέλω να πιστεύω ότι διατηρώ κι εγώ αυτό το βότσαλο που έχω αφήσει στην πόρτα, για να μπαινοβγαίνω στους δύο κόσμους».

ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ

 

Ωστόσο αυτή την ιστορία χρειάστηκε να τη γράψει αρκετές φορές. «Στην αρχή είχα σκεφτεί να μη φαίνεται πού βρίσκονται αυτά τα δύο παιδιά και καθένας αναγνώστης να κάνει τις δικές του υποθέσεις. Δεν ήθελα να γράψω μια ιστορία για πρόσφυγες, αλλά ο σπόρος της δυστυχίας αυτών των ανθρώπων υπάρχει μέσα μου. Με τίποτε δεν θα ήθελα να ελαφρύνω στη συνείδηση των παιδιών την πραγματική οδύσσεια που ζουν κάποιοι για να περάσουν απέναντι σαν να ήταν παιχνίδι. Κάποιοι πνίγονται στη θάλασσα, κάποιους τους γυρνάμε εμείς πίσω κόβοντας την άγκυρά τους».

Προετοιμάζοντας τα παιδιά για την πραγματικότητα

Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία στα βιβλία της Μαρίας Παπαγιάννη είναι ότι δεν φοβάται να τα αντιμετωπίσει ως θαρραλέους αναγνώστες, χωρίς να τους αποκρύβει δύσκολες αλήθειες. «Οσοι γράφουμε για παιδιά το ξεχνάμε πολλές φορές αυτό. Στα “Χρυσά κουπιά” για παράδειγμα ακόμη και μεγάλοι άνθρωποι μου είπαν: “Μην τον πεθάνεις τον πατέρα στο τέλος, ζωντάνεψέ τον!”. Μα υπάρχουν και παιδιά που έχουν χάσει πολύ δικούς τους ανθρώπους. Σίγουρα πρέπει να λέμε την αλήθεια αλλά βέβαια κρατάω και ένα κομμάτι ορίζοντα για να μπορούν να βλέπουν μακριά. Ίσως γιατί προσωπικά πάντα πίστευα στις ουτοπίες, στους αγώνες, στην προσπάθεια.

Ποτέ δεν θα σταματήσω να λέω ότι θα προσπαθήσω να ανέβω στην κορυφή, να περάσω απέναντι, στο Πικεφί. Με ό,τι είναι για τον καθένα το Πικεφί. Δεν πρέπει να σταματήσουμε να αγωνιζόμαστε. Η μεγαλύτερη δυστοπία είναι να πιστέψουν τα παιδιά ότι δεν χρειάζεται να αγωνιστούν, πως τίποτε δεν αλλάζει. Ήταν ωραία εμείς που πιστέψαμε στον μαρξισμό και που βγαίναμε εύκολα στους δρόμους προκειμένου να παλέψουμε για το μέλλον μας».

Πολλοί είναι οι γονείς που με την αφορμή του πολέμου αναζητούν τρόπους και μέσα από βιβλία να επικοινωνήσουν στα παιδιά τους τη φρίκη του. Ζητάω τη δική της προσέγγιση πάνω σε αυτό το ευαίσθητο θέμα. «Ένα βιβλίο μπορεί να είναι ένα κουπί για να ξεκινήσει η συζήτηση με τα παιδιά. Μια ιστορία είναι ένας ωραίος τρόπος για να τους μιλήσεις αναφορικά με τα δύσκολα. Οσο πιο πολύ φως βάζουμε στις σκοτεινές σκέψεις των παιδιών μας τόσο καλύτερα είναι. Δυστυχώς πρέπει να τα εξοικειώσουμε με αυτό, να μην τους καταπιεί το σκοτάδι.

ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ
Φωτογραφία: Γιώργος Σταματάκης

Να προετοιμάσουμε τα παιδιά μας για τον κόσμο που κάθε άλλο παρά αγγελικά πλασμένος είναι. Μιλώντας για τα δύσκολα στα παιδιά τους βοηθάμε να κατανοήσουν τον εφιάλτη που σίγουρα με έναν τρόπο τον έχουν γευτεί. Με την τηλεόραση και το διαδίκτυο -όσο και να θέλεις να κλείσεις πόρτες και παράθυρα- τα σημερινά παιδιά ξέρουν τα πάντα».

Της υπενθυμίζω κάτι που είχε αναφέρει σε παλαιότερη συνέντευξή της και έχω κρατήσει καλά φυλαγμένο στο μυαλό μου: «Τα παιδιά δεν είναι μόνο χαριτωμένα, είναι και φοβισμένα. Εάν δεν τους μιλήσουμε και γι’ αυτό, είναι σαν να τους βάζουμε τρικλοποδιά, σαν να τους λέμε εσύ είσαι ο περίεργος που κάνεις μαύρες σκέψεις. Πρέπει να τους πούμε: “Ο κόσμος είναι περίεργος αλλά είσαι υπέροχος και δυνατός και προχώρα”». Moυ λέει ότι αυτό που οφείλουμε να κάνουμε ως γονείς είναι να μάθουμε στα παιδιά μας να επεξεργάζονται τους εφιάλτες τους, να μην αφήνουν σκοτεινά σημεία. Και το κρατάω και αυτό.

Μια «τραγουδιάρα» στα Καπετανιανά

Αναπόφευκτα η συζήτηση γυρίζει και γύρω από τα δικά της σκοτάδια, την απώλεια του συντρόφου της. «Άκουγα τις προάλλες το τραγούδι που είχαν γράψει με τον Οδυσσέα Ιωάννου που λέει “Οσοι δεν τα παράτησαν στη μέση/ με ένα μόνο πέταξαν φτερό”.  Έτσι νιώθω και είναι αλήθεια, μου ήταν δύσκολο να ξαναπιάσω το νήμα, να αφηγηθώ μια ιστορία. Είμαι όμως χαρούμενη αυτές τις μέρες γιατί έχω ξαναμπεί στον κόσμο μιας ιστορίας. Όταν χάνεις δικά σου κομμάτια νιώθεις ότι χάνεις τη νοστιμιά, τη γεύση, ακόμη και τη δύναμη ενός ήρωα που θα σε κάνει να νιώσεις ότι θα μπεις στην ιστορία του. Oπότε χαίρομαι πολύ, νιώθω ζωντανή».

Μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στην Αθήνα και τα Καπετανιανά. Η αγριότητα των βράχων τη γαληνεύει. «Ήταν δικό μας μέρος, το αγαπούσαμε και οι δύο και νιώθω την παρουσία και όχι την απουσία του Θάνου». Τη ρωτώ πώς προέκυψε η σχέση τους με αυτό τον άγριο και συνάμα γοητευτικό τόπο, κρυμμένο στα βουνά της Κρήτης. «Πριν από 17 περίπου χρόνια, μια χρονιά που ο Θάνος έκανε συναυλίες στην Κρήτη και ήμασταν σε ένα ξενοδοχείο all inclusive, βαρέθηκα φρικτά και ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας μου πρότεινε να με πάει σε “μια άλλη Κρήτη”.

Είχε μάθει ότι υπάρχει ένα χωριό χαμένο στον χρόνο. Πραγματικά όταν πρωτοήρθαμε δεν υπήρχε τίποτε, μόνο γκρέμια. Εγώ όμως έπαθα έρωτα και φύγαμε με την υπόσχεση ότι θα επιστρέψουμε σε μια εβδομάδα για να αγοράσουμε από ένα οικόπεδο. Και όντως έγινε. Ο Λαυρέντης μάλιστα ήθελε να ενώσουμε τα σπίτια μας και να κάνουμε ένα στούντιο και να έρχονται οι φίλοι μας να γράφουν».

Ο Θάνος ωστόσο δεν συμμερίστηκε από την αρχή το δικό της πάθος: «Εάν με αγαπάς να μην ξανάρθουμε» της είπε. «Αλλά μες στα χρόνια το αγάπησε πολύ».

Για το τέλος κρατάω ένα περιστατικό που μου διηγήθηκε η Μαρία, για να κλείσουμε τη συζήτηση με τον καλύτερο τρόπο: γελώντας. «Κάποια στιγμή έπρεπε να φέρω το πιάνο του Θάνου στο χωριό. Ήθελε να έχει και ένα εναλλακτικό πιάνο, μη τυχόν χαλάσει γιατί εδώ δεν υπάρχει τεχνικός. Όταν το έφεραν προσπαθούσαν με δυσκολία να το περάσουν από το μονοπάτι – μια σουρεαλιστική εικόνα, όλο το χωριό να μεταφέρει το πιάνο. Ο μεταφορέας είχε θυμώσει αρκετά. Είχε ακουστεί  τότε ότι ο Μικρούτσικος έρχεται εδώ στο χωριό και μου λέει: “Γιατί ήρθες σε αυτό το χωριό που δεν το ξέρει ούτε το Ηράκλειο; Αλλά ξέρω, είσαι τραγουδιάρα, έμαθες ότι ο Μικρούτσικος έχει έρθει στην ταβέρνα και θέλεις να σε ακούσει”!».

ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ
Φωτογραφία: Γιώργος Σταματάκης

ΙNFO

Tα βιβλία «Στο πικεφί» και «Χρυσά κουπιά» της Μαρίας Παπαγιάννη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη