Το «ιερό» deal του Ιερώνυμου

Η διαφύλαξη αλλά και η αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και οι οικονομικές σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας απασχολούν τον κ. Ιερώνυμο από το 1981 που εκλέχτηκε μητροπολίτης. Η ενασχόλησή του αυτή τού στέρησε την εκλογή το 1998, αλλά η επιμονή του φαίνεται ότι τώρα δικαιώνεται

NewsRoom 11/11/2018 | 12:14

Παρουσιάζοντας τους δύο μητροπολίτες που τον συνόδευαν στη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό την περασμένη Τρίτη, ο αρχιεπίσκοπος ανέφερε τον μητροπολίτη Πατρών που παραβρισκόταν με την ιδιότητα του εκπροσώπου Τύπου και τον μητροπολίτη Ιωαννίνων ως υπεύθυνο οικονομικών.

«Είναι έμπειρος κληρικός με πολλή δραστηριότητα», είπε για τον δεύτερο, τον οποίο χαρακτήρισε «τσάρο της οικονομίας μας -μη γελάσετε- ο οποίος βρίσκεται πάντοτε σε αδιέξοδο. Τον πήρα μαζί μου σήμερα και διότι είναι αρμόδιος στον χώρο μας, αλλά και να του δώσουμε λίγα φτερά, διότι κάθε μέρα μού παραπονείται ότι δεν πηγαίνουμε καλά οικονομικά».

Αξιοσημείωτη η παραδοχή ότι από τη συμφωνία Πολιτείας και Εκκλησίας ο προκαθήμενος της δεύτερης προσδοκά κυρίως οικονομικά οφέλη. Αλλά ο χαρακτηρισμός «τσάρος» που προσέδωσε με τόση ευρύτητα καρδιάς στον στενό του συνεργάτη ο κ. Ιερώνυμος ταιριάζει πρώτα απ’ όλα στον ίδιο. Η διαδρομή του στην Ιεραρχία της Εκκλησίας, που κοντεύει να συμπληρώσει τέσσερις δεκαετίες, έχει σημαδευτεί κυρίως από σχεδιασμούς και πρωτοβουλίες για τα οικονομικά ζητήματα που ενδιαφέρουν την Εκκλησία.

Μπορεί κανείς να προσάψει πολλά στον αρχιεπίσκοπο, αλλά θα είναι άδικος όποιος πει ότι ο κ. Ιερώνυμος αλλάζει τις πάγιες απόψεις του ή ότι προσαρμόζει τις θέσεις του ανάλογα με την εκάστοτε κυβέρνηση. Από τη στιγμή που εκλέχτηκε στη Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας, το 1981, ειδικεύτηκε στο ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας και μ’ αυτό εξακολουθεί να ασχολείται κατά κύριο λόγο μέχρι σήμερα.

Μπορεί το βιογραφικό του να μην περιλαμβάνει οικονομικές ή νομικές σπουδές -σπούδασε στη Φιλοσοφική (Αρχαιολογικό Τμήμα) και τη Θεολογική Σχολή-, αλλά με τα χρόνια εξελίχθηκε σε εξαιρετικό γνώστη αυτού του ζητήματος, το οποίο βαραίνει επί δεκαετίες, αν όχι αιώνες, τις σχέσεις της Πολιτείας με την Εκκλησία.

Μικρογραφία

 

Για τον κ. Ιερώνυμο αυτό το «ιερό» deal ήταν μια δικαίωση χρόνων

Από τη στιγμή που εκλέχτηκε στη Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας, το 1981, ειδικεύτηκε στο ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας και μ’ αυτό εξακολουθεί να ασχολείται κατά κύριο λόγο μέχρι σήμερα. Τις θέσεις του για το ζήτημα έχει αναπτύξει ο κ. Ιερώνυμος σε μελέτη του που εκδόθηκε το 2012 («Εκκλησιαστική περιουσία και μισθοδοσία του κλήρου»). Κύριο μέλημά του ήταν  να αποδείξει με ιστορικά στοιχεία τη βασιμότητα των αξιώσεων της Εκκλησίας σε μεγάλες αμφισβητούμενες εκτάσεις, καθώς και τον ισχυρισμό ότι μητροπόλεις και μονές έχουν υποστεί βλάβη από αυθαίρετες αρπαγές ή δημεύσεις της περιουσίας τους. 

Σύμφωνα με τον κ. Ιερώνυμο, το 96% της εκκλησιαστικής περιουσίας «λεηλατήθηκε ή εξυπηρέτησε μερικούς “καταφερτζήδες” και “τσαρλατάνους” που δυστυχώς καπηλεύθηκαν τα ιερά».

Η πρώτη μάχη

Για πρώτη φορά το όνομα του κ. Ιερώνυμου ως δραστήριου μητροπολίτη έγινε ευρύτερα γνωστό το 1986-1987, όταν τοποθετήθηκε από τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ ως μέλος της τετραμελούς επιτροπής συνοδικών που ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου και ειδικά με τον υπουργό Παιδείας Αντώνη Τρίτση.

Το ζήτημα του διαχωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας, που τέθηκε τότε επί τάπητος, υπήρξε προγραμματικός στόχος του ΠΑΣΟΚ και βέβαια στον πυρήνα του είχε ακριβώς τις οικονομικές σχέσεις. Για τη σημασία της επιτροπής εκείνης, στην οποία μετείχαν επίσης οι μητροπολίτες Δημητριάδος Χριστόδουλος, Αλεξανδρουπόλεως Ανθιμος και Τρίκκης Αλέξιος, αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι οι τρεις πρώτοι υπήρξαν οι δελφίνοι του Σεραφείμ και αναμετρήθηκαν για τη διαδοχή του το 1998.

Το βασικό έγγραφο της τετραμελούς αυτής επιτροπής στάλθηκε στον Αντ. Τρίτση στις 25.2.1987. Στις σημαντικότερες θέσεις που διατύπωναν οι τέσσερις ιεράρχες περιλαμβάνεται η απόρριψη της «μονομερούς νομοθετικής ρύθμισης για τα θέματα που αφορούν την εκκλησιαστική περιουσία» και αντιπροτεινόταν μια νέα σύμβαση «κατά τρόπο ανάλογο προς τη Σύμβαση του 1952, η οποία αποτελεί συν τοις άλλοις και πολύτιμη πολιτική εμπειρία».

Απορριπτική ήταν η απάντηση των τεσσάρων και στη συγκρότηση διοικητικού συμβουλίου στον ΟΔΕΠ (Οργανισμό Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας). Ο λόγος που επικαλέστηκαν ήταν ότι έτσι θα παραβιαζόταν το «συνταγματικώς αυτοδιοίκητο» της Εκκλησίας.

Μεταξύ των επιχειρημάτων ήταν και το ότι «κυκλοφορεί στον λαό μας το ερώτημα γιατί ενδιαφέρεται η Πολιτεία για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και δεν αξιοποιεί πρώτα τη δική της περιουσία που είναι και μεγαλύτερη». Δεν έλειπε και μια αντιπρόταση που θυμίζει κάπως την πρόσφατη συμφωνία: «Η Εκκλησία της Ελλάδος επειδή θέλει να βοηθήσει τον λαό μας και ιδιαίτερα τον αγροτικό πληθυσμό, στην προσπάθειά του να βελτιώσει τους όρους της διαβιώσεώς του, και τη μοναστηριακή περιουσία παραχωρεί και τη μη αξιοποιημένη αστική περιουσία προσφέρει για την από κοινού αξιοποίησή της και τις συναινετικές διαδικασίες μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας επιλέγει και στη διατήρηση των καλών σχέσεων με την Πολιτεία πιστεύει» (εφ. «Το Βήμα», 1.3.1987).

Γνωρίζουμε ότι η αντιπαράθεση κατέληξε στην υπαναχώρηση της κυβέρνησης, την αποπομπή του Αντώνη Τρίτση και τη μετάθεση της υπόθεσης στις ελληνικές καλένδες, ύστερα από προσωπική συμφωνία του Ανδρέα Παπανδρέου με τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, ενώ και ο νόμος 1700/1987 που εισηγήθηκε ο Τρίτσης, παρά το γεγονός ότι ψηφίστηκε και μάλιστα κρίθηκε συνταγματικός από το Συμβούλιο της Επικρατείας (απόφαση 5057/1987), έμεινε τελικά αδρανής, με σιωπηλή συμφωνία των δύο πλευρών. Ο Ιερώνυμος, πάντως, μαζί με τους τρεις άλλους μητροπολίτες ορίστηκε τον Οκτώβριο του 1987 μέλος της κοινής επιτροπής Εκκλησίας και Πολιτείας για τη διευθέτηση των σχέσεών τους.

Στη δική του μητρόπολη ο Ιερώνυμος εφάρμοσε πρώτος τις θέσεις του για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, μετατρέποντας την επαρχία του σε μια από τις πλουσιότερες από άποψη ακίνητης περιουσίας. Ενδιαφέρον έχει ότι ακόμα και το ποιμαντικό του έργο ο κ. Ιερώνυμος το ασκούσε σε μεγάλο βαθμό μέσω του real estate. Χαρακτηριστικό είναι ότι η εκστρατεία που ανέλαβε κατά των Μαρτύρων του Ιεχωβά που είχαν εγκαταστάσεις στην περιοχή της Θήβας διεξάχθηκε κυρίως μέσω αμφισβήτησης της γης που τους είχε διατεθεί.

Το 1989 ο Ιερώνυμος έστειλε επιστολή προς τους πολιτευτές Βοιωτίας και Εύβοιας σχετικά με το θέμα, όπου μεταξύ άλλων έγραφε: «Στην περιοχή Ελεώνος-Αρματος Θηβών, χιλιαστές με ύπουλο τρόπο αγόρασαν τεράστιες εκτάσεις του εύφορου κάμπου των Θηβών, τις μεταβίβασαν στους χιλιαστές του Μπρούκλιν, της Μασαχουσέτης, της Αγγλίας, της Ιρλανδίας κ.α. και σ’ αυτές δημιουργούν τεράστια συγκροτήματα που θα γίνουν το ορμητήριό τους για τον ελλαδικό και ευρύτερο μεσογειακό χώρο. Επομένως δεν πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις χιλιαστών, οι οποίοι είναι ελεύθεροι σαν πολίτες να έχουν τις προσωπικές τους ιδέες, αλλά για διεθνές κέντρο, εξαρτώμενο από ύποπτους χώρους με εχθρικούς σκοπούς κατά της πατρίδος και της πίστεώς μας».

Ακόμα και το πρώτο του βιβλίο που εκδόθηκε τότε δεν αναφέρεται στην κριτική των δογμάτων των Μαρτύρων του Ιεχωβά, αλλά στα κτίρια και τη γη που κατείχαν. Ο τίτλος του βιβλίου είναι απολύτως δηλωτικός: «Οι εγκαταστάσεις των χιλιαστών στην Βοιωτία ή πώς ξεπουλιέται η Ελλάδα».

Η εκστρατεία εκδίωξης των Μαρτύρων και «εκχριστιανισμού» της γης της Θήβας στέφθηκε με επιτυχία. Στις 2.11.2015, σε ομιλία του προς τιμήν τους αρχιεπισκόπου, ο διάδοχός του στη μητρόπολη κ. Γεώργιος αναφέρθηκε σε «αποφασιστική μεθόδευση από τον Μακαριώτατο των ενεργειών και των αναγκαίων δράσεων για τις μεγάλες εγκαταστάσεις των χιλιαστών στον Ελεώνα Θηβών, που περιελάμβαναν ακόμη και παλλαϊκά συλλαλητήρια με μεγάλη συμμετοχή, κάτι δύσκολο και πρωτόγνωρο τότε για την Εκκλησία. Οι μεθοδεύσεις απέδωσαν πλούσιους καρπούς. Οι χιλιαστές αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εγκαταστάσεις και ήδη σ’ αυτές στεγάζονται οι Γυναικείες Φυλακές και τα Κέντρα Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων» (1992). Ο λόγος για τη συγκεκριμένη «αλλαγή χρήσης γης» είναι ότι το απαιτούμενο ποσό για την εξαγορά των εγκαταστάσεων δεν το διέθεσε η Εκκλησία, αλλά το υπουργείο Δικαιοσύνης.

Η κόντρα με Χριστόδουλο

Όσο πλησίαζε η περίοδος της διαδοχής του Σεραφείμ, διαφαινόταν ότι ο κ. Ιερώνυμος ήταν ο ισχυρότερος διεκδικητής του αρχιεπισκοπικού θρόνου, αφού ήδη είχε καταστεί «τσάρος» των οικονομικών της Εκκλησίας. Τελικά, όμως, όταν έγινε η εκλογή νέου αρχιεπισκόπου, την άνοιξη του 1998, εξελέγη ο Χριστόδουλος. Τον δρόμο του Ιερώνυμου προς την Αρχιεπισκοπή είχε ανακόψει η αποκάλυψη ενός οικονομικού σκανδάλου, της υπεξαίρεσης δηλαδή 4 δισ. δραχμών, στην οποία ενεπλάκη το όνομά του μεταξύ άλλων στελεχών της Ιεραρχίας. Το «αμαρτωλό» κονδύλι είχε πάλι σχέση με τα ακίνητα της Εκκλησίας.

Από τους τρεις μητροπολίτες που πρωταγωνίστησαν στην αντιπαράθεση με την Πολιτεία το 1987, ο ένας εκλέχτηκε (Χριστόδουλος), ο άλλος διασύρθηκε αδίκως και απέτυχε (Ιερώνυμος), ενώ ο τρίτος (Ανθιμος) ήταν τότε επικεφαλής της επιτροπής αρχιερέων για τη διερεύνηση του σκανδάλου.

Επειτα από πολύχρονες δικαστικές μάχες όλοι οι κατηγορούμενοι στην υπόθεση απαλλάχθηκαν - και ο ίδιος ο κ. Ιερώνυμος δικαιώθηκε πλήρως. Αλλά η σκιά του σκανδάλου επέδρασε ασφαλώς στην εκλογή. Ο ίδιος θεωρούσε την υπόθεση «στημένη» και σχολίαζε: «Εκανε τον γύρο του κόσμου αυτή η πληροφορία, ότι εγώ διαχειρίστηκα, έτσι, με τον τρόπο που εγώ θέλω 4 δισεκατομμύρια. Είχα πει ότι είναι ένας μύθος, το ονόμασα ότι είναι το χρυσόμαλλο δέρας. Με δικαίωσε η απόφαση του Συμβουλίου Εφετών».

Η υπόθεση αυτή στοίχισε φυσικά στον Ιερώνυμο, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος επικριτής της προσπάθειας του Χριστόδουλου να επιβάλει νέα δεδομένα στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Με άρθρο του στην «Καθημερινή» (1.8.1999), ο Ιερώνυμος ανέπτυξε αυστηρή κριτική στον τότε αρχιεπίσκοπο, απορρίπτοντας τον τρόπο προσέγγισης του εκκλησιάσματος που είχε εκείνος υιοθετήσει, κάνοντας λόγο για «ναρκισσιστικού τύπου αυτοεπιβεβαίωση», για «έκπτωση του εκκλησιαστικού λόγου σε ιδεολόγημα» και φτάνοντας να πει ότι «παρατηρείται μια εωσφορική αλλοίωση του σωτηρίου μηνύματος της Εκκλησίας».

Ο κ. Ιερώνυμος ήταν εξίσου επικριτικός ως προς τον χειρισμό των οικονομικών της Εκκλησίας: «Στο προσκήνιο παρατάσσεται μια διοίκηση-μηχανή που φαίνεται να συγκινείται από την εξουσία, τη δόξα, τον πλούτο. […] Μια νέα τάξη πραγμάτων με νέους οικονομικούς παράγοντες, πρόθυμους χορηγούς, που εμφανίσθηκαν ξαφνικά στο ελληνικό εκκλησιαστικό στερέωμα, με πρόθεση να συμπαρασταθούν. Και εμείς να ενδίδουμε στον πειρασμό της ποικίλης προστασίας τους. Έτοιμοι να σχεδιάσουμε και να δημιουργήσουμε “Ομίλους επιχειρηματιών”, “Σύλλογο προσωπικοτήτων για διείσδυση στον ευρωπαϊκό χώρο”, “Τάγματα προσοντούχων και προνομιούχων για τη δήθεν στήριξη της Εκκλησίας μας”».

Οι κινήσεις του μετά την εκλογή του

Όταν ήρθε η σειρά του κ. Ιερώνυμου να αναλάβει το τιμόνι της Εκκλησίας, έθεσε σε εφαρμογή τη δική του ήπια και πραγματιστική πολιτική συμπεριφορά στις σχέσεις με την Πολιτεία. Το ζήτημα της αξιοποίησης εκκλησιαστικής περιουσίας ήταν εξ αρχής στην ατζέντα του. Μετά την πρόσφατη συμφωνία με τον πρωθυπουργό, παρά τις αντιδράσεις από πολλούς κληρικούς, αποτελεί μια δικαίωση για τον αρχιεπίσκοπο. Το αν αποδειχτεί και βιώσιμη μένει να το δούμε.

Πηγή:efsyn.gr

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.