Γιάννης Τσορτέκης: «Εγώ δεν έζησα ποτέ ξέροντας τι θα κάνω την επόμενη μέρα»

Κρέοντας στο θέατρο, πατέρας - τέρας στο «Maestro» και άνθρωπος - μάλαμα στο «Αυτή η νύχτα μένει». Οι τρεις ταυτόχρονες όψεις του ηθοποιού Γιάννη Τσορτέκη που διανύει την πιο δημιουργική φάση της πορείας του.

Γιάννης Τσορτέκης
Ο Γιάννης Τσορτέκης είναι η χαρά της ζωής. Καμιά σχέση δηλαδή με τον Χαράλαμπο, τον πατέρα – τέρας που υποδύεται στο «Maestro» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Ήρθε στο ραντεβού μας με τη μηχανή του, ορεξάτος, αεικίνητος, νευρώδης, με διάθεση να μιλήσει δημόσια, καθώς οι συνεντεύξεις αποτελούν γι’ αυτόν ακόμη ένα εκφραστικό μέσο. «Δεν μου αρέσουν οι συνεντεύξεις από το τηλέφωνο ή με email» μου είχε πει στην πρώτη μας επικοινωνία κι εγώ φυσικά άλλο που δεν ήθελα! Είναι αλήθεια πως αυτή την περίοδο διανύει την καλύτερη φάση της καλλιτεχνικής του πορείας: Συμμετοχή σε δύο δημοφιλή ήδη σήριαλ, αλλά και στην παράσταση «Αντιγόνη» του Ανούιγ που σκηνοθετεί για δεύτερη σαιζόν στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης η Μαρία Πρωτόπαπα. Έχει πολύ σύνθετη σκέψη ο Τσορτέκης και έναν εξίσου σύνθετο δημόσιο λόγο. Στη δική μας συζήτηση τη μερίδα του λέοντος κατέλαβαν φυσικά το «Maestro», η ορεινή καταγωγή του, η σημαδιακή φράση που του είχε πει κάποτε ο Νίκος Κούρκουλος, το σινεμά, το θέατρο, η σχέση του με την τηλεόραση, που παραδόξως δεν υπάρχει στο σπίτι του, καθώς και οι απόψεις του που άπτονται μιας ευρύτερης φιλοσοφίας του για τη ζωή και την τέχνη.
(Κάνω εκφώνηση): Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2022, συνέντευξη με τον ηθοποιό Γιάννη Τσορτέκη…
Για σκέψου! 4 Νοεμβρίου 2022! Πότε φτάσαμε ως εκεί…
Αναρωτιέμαι πως μοιράζετε τον χρόνο σας. Θέατρο, δύο σήριαλ, ενδεχομένως και κινηματογράφος. Είναι η χρονιά σας φέτος.
Πρώτον, η σειρά με τον Χριστόφορο έχει ολοκληρώσει τα γυρίσματα της από πέρυσι. Αυτή τη στιγμή απλά παίζεται, οπότε δεν έχω να κάνω κάτι άλλο εγώ από πλευράς γυρισμάτων.
Ισχύει ότι η σειρά πήρε ήδη παράταση λόγω της επιτυχίας της;
Αυτό εγώ προσωπικά δεν το ξέρω, αλλά εάν πάει η σειρά για δεύτερο κύκλο θα μου ανακοινωθεί. Έκανα μια δουλειά και την τελείωσα, αυτό λέω μέχρι στιγμής. Ο κόσμος τώρα καθετί που βλέπει, νομίζει ότι έχει γυριστεί την προηγούμενη μέρα. Αυτά, όμως, που τρέχουν είναι τα γυρίσματα με το «Αυτή η νύχτα μένει», η παράσταση της «Αντιγόνης» του Ανούιγ στο υπόγειο του Τέχνης για δεύτερη χρονιά, ενώ τώρα έχω ένα μικρό ρόλο στην ταινία της Εύας Νάθενα με την Καρυοφυλλιά, την Πρωτόπαπα και τη Σκουλά. Πρόκειται για μεταφορά της «Φόνισσας» του Παπαδιαμάντη. Λίγα γυρίσματα θα έχω, γιατί οι ανδρικοί ρόλοι είναι πολλοί, αλλά και μικροί. Είμαι και σε συζητήσεις για κάποια πράγματα που είναι για να δρομολογηθούν.
Θα λέγατε πως είναι η περίοδος της ζωής σας που δουλεύετε πιο πολύ από κάθε άλλη φορά;
Πάντα δούλευα πολύ καθημερινά, άρα δεν έχει αλλάξει κάτι την περίοδο αυτή. Οι ρυθμοί ανέκαθεν ήταν και είναι φρενήρεις. Δεν με θυμάμαι ποτέ με λιγότερη ένταση ή περισσότερη ηρεμία. Είμαι ασκημένος σ’ αυτό και τα πάντα είναι θέμα προγραμματισμού, γιατί μπλεκόμαστε πάρα πολλοί συνεργάτες σε ότι κάνουμε. Η δυσκολία, λοιπόν, είναι αυτών που έχουν να κανονίσουν το δικό τους πρόγραμμα με τα προγράμματα των συντελεστών.
Βιολογικά μπορεί να είστε σε μόνιμη εγρήγορση. Σε ψυχολογικό επίπεδο ωστόσο; Το δικό σας κοινό ποτέ δεν ήταν το τηλεοπτικό και σήμερα βρήκα σε sites μέχρι και άρθρα που είχαν τίτλο «Δείτε τι ύψος έχει ο Γιάννης Τσορτέκης».
(γέλια) Το βρίσκω υπέροχο. Το απολαμβάνω διότι είναι το αποτέλεσμα αυτού που κάνω. Καταρχάς δεν κάνω κάτι. Αυτό το «κάτι» είμαι κάθε φορά, επομένως αυτό που είμαι, αυτό βλέπει κι ο άλλος. Γίνομαι τη μια η πατημένη κουράδα, όπως είναι ο Χαράλαμπος στο «Maestro», την άλλη η άνοιξη και η χαρά της ζωής, όπως είναι αυτός ο τύπος στο «Αυτή η νύχτα μένει». Όλα τα πράγματα προϋποθέτουν ένα χρόνο προετοιμασίας, μέσα στον οποίο μπαίνεις απόλυτα.
Αυτό έχει να κάνει με το πως εσείς βλέπετε τον εαυτό σας. Οι άλλοι, όμως;
Εγώ είχα ένα φόβο και τον είχα πει στον Χριστόφορο. Είχα νιώσει πάρα πολύ άσχημα, διαβάζοντας το σενάριο. Έπαθα σωματικά συμπτώματα. Του είπα: «Ρε φίλε, δεν ξέρω αν μπορώ να κάνω το ρόλο αυτό, γιατί έχω παιδιά». Αλήθεια είναι, όμως, πως κάθε φορά που κάνω τη δουλειά μου, καυλώνω, γουστάρω τρελά. Η συγκυρία φέρνει να παίζονται ταυτόχρονα δύο σήριαλ, εκεί που θα μπορούσε του Χριστόφορου να παίζεται ήδη από πέρυσι. Τότε οι φόβοι μου θα ήταν πιο ρεαλιστικοί, ενώ τώρα υπάρχει ένα άλλο περιβάλλον για τον θεατή, ο οποίος μπαινοβγαίνει από τον «Maestro» στο «Αυτή η νύχτα μένει». Τελικά τρελαίνεται ο θεατής, αντί να τρελαθώ εγώ! Απ’ τη μια βλέπει το αίσχιστο κι απ’ την άλλη βλέπει το άριστο και δεν ξέρει τι θέση να πάρει. Όλο αυτό λειτούργησε λυτρωτικά για μένα, αφού δεν θα μπορούσα να συναντούσα εγώ την άλλη τυχαία στον Σκλαβενίτη και να μου έριχνε βλέμματα φαρμακερά.
Δεν είναι τρομερή αυτή η ταύτιση του ηθοποιού με τον ρόλο του στα μάτια των άλλων;
Ναι, είναι τρομερό, μόνο που εγώ δεν έχω τηλεόραση στο σπίτι. Φυσικά βλέπω οτιδήποτε θέλω μέσα από τον υπολογιστή, αλλά δεν έχω τηλεόραση! Αισθητικά δεν μου πηγαίνει.
Αυτό είναι ακόμη πιο τρομερό: Ο Γιάννης Τσορτέκης να μην έχει τηλεόραση!
Ούτε laptop έχω και μόνο από το κινητό μου παρακολουθώ. Έλεγα, λοιπόν, πως με δύο διαφορετικούς ρόλους σε δύο σήριαλ που παίζονται ταυτόχρονα, νιώθω ότι όλοι αναγνωρίζουν την αξία αυτού του ανθρώπου, εμού δηλαδή, ως ηθοποιού. Το ότι μόλις έβγαλα το κράνος για να έρθω εδώ, πέρασε ένας ταξιτζής και μου είπε κολακευτικά λόγια, αυτό με κάνει πάρα πολύ χαρούμενο.
Όταν ξεκινούσατε, σκεφτόσασταν ότι θα συνέβαινε αυτό στα 55 σας;
Όχι, όχι. Επειδή αυτό δεν συνέβη στα 25, στα 35, ακόμη και στα 45 μου, τώρα απλώς το απολαμβάνω. Το ίδιο, όπως όταν τελείωνα μία παράσταση και έμενε ένας θεατής για να μου πει μια καλή κουβέντα. Στέκομαι στην καλή κουβέντα, γιατί είναι αναγκαία η επιβεβαίωση που σου δίνει. Έτσι προχωράς παραπέρα και νιώθεις ότι αυτό που μόλις έκανες ήταν εύστοχο ηθικά, μη ηθικά, πρακτικά, πραγματιστικά, εννοιολογικά, απ’ όλες τις πλευρές. Τώρα με όλη αυτή την αναπόφευκτη δημοσιότητα, που δεν την εισπράττω από το σπίτι μου, εφόσον δεν έχω τηλεόραση, μα ούτε και στα social media μπαίνω, εστιάζω στο γύρισμα. Πρέπει να περάσουμε όλοι καλά στα γυρίσματα, αυτό νιώθω μόνο.
Δεν ξέρω τι άνθρωπος είστε, μα θα υπήρχε περίπτωση να τα παρατούσατε όλα για να αποσυρθείτε για ένα διάστημα;
Αυτό μου συμβαίνει, αλλά όχι έτσι όπως το λέτε. Μου συμβαίνει όταν π.χ. με κυκλώνει μες το κεφάλι μου η ανάγκη για μία παράσταση δική μου, μια ιστορία που ξεκινάει να γεννιέται, μια ιδέα, η οποία όσο προχωράει, μου συμβαίνουν τα συμπτώματα εγκυμοσύνης μίας γυναίκας. Αποσύρομαι έτσι, διότι είναι κάτι εντελώς προσωπικό και αρχίζω ασυνείδητα να κλείνομαι. Όλες οι παραστάσεις που έχω κάνει με την εταιρεία μου, που λέγεται «Η Ρόζμαρι στην κορυφή των λόφων», μου συμβαίνουν μ’ αυτόν τον τρόπο. Μόνο που δεν μου συμβαίνουν τρεις φορές το χρόνο, ούτε και κάθε χρόνο. Είναι απλά η δυνατότητα ενός εφαλτηρίου για να λειτουργήσω προσωπικά και αυτόνομα.
Ίσως είναι και μια μορφή άμυνας απέναντι σ’ όλη αυτή την υπερέκθεση.
Να ξεκαθαρίσω κάτι: Δεν με θεωρώ καλλιτέχνη και δεν το λέω απλά για να φανεί κάπως. Το εννοώ! Με ρωτάνε «που δουλεύεις τώρα;» και απαντώ «Δεν δουλεύω, δεν δούλεψα ποτέ στη ζωή μου». Εγώ εργάζομαι και είναι διαφορετική ως έννοια η λέξη. Αν δεν αναλώνομαι με όρους φυσικής σαν έργο, δεν μπορώ να τεκμηριωθώ σαν αυτό που είμαι. Το αποτέλεσμα για τον άλλον μπορεί να είναι καλλιτεχνικό! Για τον άλλο, όμως. Η διαδικασία η δική μου είναι εντελώς διαφορετική. Με τον ίδιο τρόπο που εγώ θαυμάζω εσάς και αυτά που γράφετε, κάτι εντελώς ανεξάρτητο από εσάς ως πρόσωπο που έχω απέναντί μου τη στιγμή αυτή. Δεν διαφοροποιούμαι εγώ από έναν αρτεργάτη, έναν οδοκαθαριστή, από έναν σεκιουριτά ή από μια σεξεργάτρια. Δεν παίζει, λοιπόν, να αποσυρθώ. Από τι, από τη ζωή; Από το να μου πει κάποιος «μπράβο, συγχαρητήρια» ή απ’ το να τον δω να μου χαμογελάει και να θέλω να του το ανταποδώσω;
Το λέτε, γιατί τώρα σας συμβαίνει όλο αυτό, εγώ όμως θα θυμηθώ τον αείμνηστο συνθέτη Γιάννη Σπανό: Περπατούσαμε στη Φωκίωνος και γυρνάει και μου λέει: «Να, αυτό θέλω, να προχωρώ μέσα στον κόσμο και να μη με αναγνωρίζει κανείς».
Θα σας απαντήσω, όπως απαντάω και στη μάνα μου: «Αν η γιαγιά μου είχε αρχίδια, θα ήταν παππούς» (γέλια). Δεν ξέρω τι θα μου συμβεί σε πέντε χρόνια…
Δεν ξέρετε δηλαδή τον εαυτό σας;
Όταν εγώ θα θέλω να’μαι ήρεμος και ήσυχος, θα πάω εκεί που θα πρέπει και δεν θα με επηρεάζει. Έχει πάρει μια τεράστια διάσταση όλο αυτό με την τηλεόραση, την οποία σαφώς χαίρομαι, όμως σε ένα μικρότερο βαθμό το ίδιο γίνεται και στο θέατρο. Ήταν εντυπωσιακό να υπάρχουν άνθρωποι που σε είδαν σε μια τρύπα και σε έβλεπαν συνεχώς σε τρύπες, να σ’ αγαπούν εξίσου. Η ζωή τρέχει για μένα κι εγώ τρέχω μαζί της και δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Ξέρετε πότε θα μπορούσε να μ’ επηρεάσει η αναγνωρισιμότητα; Αν καθόμουν κι έπαιρνα χρόνο να αράξω εδώ, να πιω καφέ. Ή, σωστότερα, να αράζω, όχι να αράξω. Θα ήταν ενοχλητικό όντως, μόνο που εγώ δεν έχω τέτοιο χρόνο. Ποτέ δεν είχα. Φυσικά και θα πιω καφέ και το ουίσκι μου και θα βγω κι έξω, αλλά πρέπει να’σαι έτσι και σαν άνθρωπος. Είμαι ανοιχτός και εκ φύσεως αισιόδοξος. Δεν θα μπορούσα μέσα στη γενικευμένη μαυρίλα, να μην ψάξω το ένα γαμήδι το μικρό το θετικό για να πιαστώ απ’ αυτό. Γι’ αυτό και όσο καταποντίζομαι, τόσο πιο πολύ κοιτάω προς τα πάνω!
Μήπως βοηθάει σ’ αυτό η ορεινή καταγωγή σας;
Αυτό ήμουν έτοιμος να πω! Ναι, το χωριό της μάνας μου, η Αρτοτίνα Φωκίδας. Ένα πολύ ορεινό χωριό που έχει μπροστά του τα Βαρδούσια και ο ήλιος πάντοτε ανατέλλει με μια μικρή χρονοκαθυστέρηση. Πρέπει να κοιτάξεις πάνω απ’ την κορφή κι αυτή η κίνηση ανύψωσης της κεφαλής, είναι μια κίνηση ασυνείδητη για όλους τους ορεινούς ανθρώπους. Όταν την κάνεις, ακόμη και στα κάτω σου να είσαι, θα είσαι πάντα ψηλά!
Μου αρέσει που είναι τόσο εγγεγραμμένη μέσα σας η καταγωγή σας.
Και οι δύο καταγωγές μου. Ο πατέρας μου ήταν από τα Καστάνια, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Κυρίως όμως έπαιξε ρόλο η καταγωγή της μάνας μου, αφού μεγάλωσα στο χωριό και με τη γιαγιά μου μαζί. Το ορεινό περιβάλλον είναι αλλιώς. Δηλαδή, ακόμη και να θελήσω ν’ αποσυρθώ, όπως με ρωτήσατε πριν, ξέρω ότι θα πάω στην Αρτοτίνα. Είναι μία πραγματικότητα.
Κάποτε χτυπήσατε την πόρτα του διευθυντή του Εθνικού για να βρείτε το δίκιο σας. Είναι πράξη ανθρώπου ακριβοδίκαιου με τον εαυτό του.
Το δίκαιο είναι μία αξία περίεργη για μένα: Δεν μπορώ να δεχτώ την αδικία έξω από μένα, ενώ μπορώ να την καταπιώ σε σχέση με εμένα. Εκείνη η συγκεκριμένη στιγμή που μπήκα στο γραφείο του Κούρκουλου, δεν είχε κανένα ίχνος τσαμπουκά ή αλητείας σε καμία περίπτωση. Είχα στεγνώσει ολόκληρος από αγωνία για το πώς θα το έκανα, με πίεζε όμως ένα καλός φίλος ότι έτσι γινόταν. Δεν θα πήγαινα ποτέ από μόνος μου. Μάζευα τα κομμάτια μου όταν άκουσα την υπεύθυνη να μου λέει πως οι αριστούχοι πάντα παίζουν, εγώ όμως δεν ήμουν πουθενά. Όντως έπαιζαν άλλοι συμφοιτητές μου…Μπαίνω στο γραφείο του Κούρκουλου και μου λέει: «Κι εγώ απ’ την Καισαριανή είμαι, μην σ’ απασχολεί, κάτι θα κάνεις κι εσύ στη ζωή σου». Το ένιωσα στην κυριολεξία ότι, πράγματι, κάτι θα έκανα κι εγώ στη ζωή μου. Έχασα βέβαια το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μου, μα όλα ξεκίνησαν απ’ αυτή τη μαγική φράση που τη χρωστώ στον συγκεκριμένο καλλιτέχνη. Η συγκυρία φαντάζει αρνητική και ήτανε, διότι μόλις ξεκινούσα και δεν είχα που την κεφαλή κλίναι, αλλά κάπως έτσι ξεκινάνε όλα τα πράγματα. Φτάνω στο σημείο να πω σήμερα ότι η πόρτα αυτή δεν ήταν ποτέ κλειστή για μένα. Δεν ήμουν ίσως εγώ γι’ αυτή την πόρτα, αλλά για κάπου αλλού, πάντως για κάπου κι εγώ!
Θυμάστε ποια ήταν η πρώτη παράσταση που παίξατε;
Ναι, ήταν μια παράσταση ερασιτεχνική με τον δήμο Αλίμου, που για μένα ήταν μαγική. Οι άνθρωποι έρχονταν χωρίς τη συνείδηση του επαγγελματία ηθοποιού, είτε γιατί έχασαν το λεωφορείο ή γιατί δεν πήγαν εγκαίρως στο σούπερ μάρκετ. Μια δικαιολογία που έπρεπε ν’ αρχίσω να τη χωνεύω.
Πότε είπατε αυτό το «κάτι γίνεται τώρα εδώ πέρα με μένα»;
Ποτέ δεν το είπα αυτό. Η φλόγα προϋπήρχε του σπίρτου με οτιδήποτε δημιουργικό καταπιανόμουν, ακόμη και τυχαία. Ούτε τώρα υπάρχει, αφού κάθε στιγμή που έχω ζήσει παραμένει συγκλονιστική. Για τη στιγμή υπάρχω ως αναμέτρηση με εκείνο που βρίσκεται έξω από μένα. Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ εμένα και κυρίως, όπως είπα, δεν έχω καμία συνείδηση ότι είμαι καλλιτέχνης.
Μιλήστε μου για τη σχέση σας με τον εκάστοτε σκηνοθέτη. Δεν μπορεί να ταιριάζετε σε όλα με όλους.
Μου έχει τύχει να μην υπάρχει λόγος να βγούμε μετά την παράσταση και να πιούμε ένα ποτό. Ήτανε πολύ ξεκάθαρες εκ των προτέρων, όμως, οι συνθήκες.
Πώς το γνωρίζατε;
Ποτέ δεν γνώριζα. Διαισθανόμουν, αφού ποτέ δεν πάω με τη λογική εγώ. Ποτέ δεν είπα: «Ήρθε η ώρα να κάνω Οιδίποδα!» Δεν πάει έτσι. Γι’ αυτό το λόγο ποτέ δεν είχα την επιθυμία να παίξω ένα ρόλο. Και ότι μου ήρθε μπροστά μου στην κυριολεξία, εγώ το έκανα και ακόμη το κάνω. Δεν είχα ποτέ δεύτερη επιλογή, δεν υπήρχε σε μένα ο προγραμματισμός, αυτά ήταν για τους επαγγελματίες καλλιτέχνες. Εγώ δηλώνω ερασιτέχνης, ερωτευμένος με ότι καταπιάνομαι και αν αυτό δεν έχει τη συνταγή, το νιώθω διαισθητικά. Πολύ δύσκολα θα μπω, έχω μπει όμως σε τέτοιες ιστορίες που θα έπρεπε να ερωτευτώ αναγκαστικά την εργασία μου, άρα και τους ανθρώπους γύρω μου. Ακόμη κι εισέπραττα αρνητισμό. Δεν μ’ ένοιαζε, αφού πάντα έψαχνα να ερωτευτώ την ιστορία αυτή.
Είστε σαν μαθητής μ’ έναν σκηνοθέτη κάθε φορά;
Μα εννοείται! Δεν μπορεί να μη γίνει αυτός το σημείο αναφοράς μου. Ο ρόλος είμαι εγώ, ο Γιάννης, σε συνθήκη. Αν δεν μπω ορθάνοιχτος στη συνθήκη, δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξω εντός της. Θα υπάρξω ως σχήμα; Πιθανό. Ως κοστούμι; Πάλι πιθανό, όχι όμως ως ουσιαστική συνθήκη. Όπως όταν μπαίνεις σε σχέση μ’ έναν άνθρωπο. Αν δεν αντιληφθείς ακριβώς τι σου γίνεται, εσύ θα παίζεις τον «έναν» και η άλλη ή ο άλλος θα παίζουν τον «άλλον». Απλώς θα είστε δύο γι’ αυτούς που σας βλέπουν ως «δύο» και όχι ως «ζευγάρι». Είναι μεγάλη η διαφορά. Η σχέση με τον σκηνοθέτη είναι μια βαθιά προσωπική σχέση που δεν παίζει να μην είμαι εκεί διαθέσιμος κάθε φορά. Το τελικό αποτέλεσμα είναι έξω κι απ’ τους δυο μας.
Η κάθε ερμηνεία είναι και μία πολιτική πράξη; Και δεν το λέω απ’ την άποψη του Bandiera Rossa.
Ακόμη κι αυτό! Είναι φύσει και θέσει πολιτική πράξη, διότι εκείνη τη στιγμή δεν καλείσαι μόνο να – άσ’ το ανοιχτό – μα είσαι αυτό που καλείσαι να…Λειτουργείς ως αντί – κείμενο μιας σύνθεσης που απ’ τη φύση της είναι και πολιτική θέση. Ως μέλος και μέρος αυτής της αισθητικής σύνθεσης σηματοδοτείται η πολιτική σου στάση. Ο άλλος, ο θεατής, αυτό το προϋποθέτει ως τέτοιο. Έτσι υπάρχει αναλλοίωτη σαν δομή η τέχνη στο πέρασμα των αιώνων, από τότε που αρχίζει ο άνθρωπος να νιώθει την ανάγκη να επικοινωνήσει και να εκφραστεί. Βεβαίως και είναι Pandiera Rossa κι αυτό το δημιούργησε η κοινωνική ανάγκη. Εννοείται Rossa και όχι άλλο χρώμα! Ο πολίτης έχει ανάγκη κάποιον άλλον απέναντι του για να εμπνευστεί, να πάρει κουράγιο και να αντιδράσει. Η τέχνη είναι αντιδραστικός και όχι δραστικός μηχανισμός. Στο οτιδήποτε, απ’ το πιο μελίρρυτο μέχρι το πιο σκληρό πραγματάκι, αυτό το σκοπό έχει. Ξέρετε τι εξέφραζε εμένα απ’ την πρώιμη εφηβική ηλικία μου; Οι στίχοι του Κώστα Βάρναλη που λένε το εξής: «Δεν είμαι εγώ σπορά της τύχης/ ο πλαστουργός της μιας ζωής/ εγώ είμαι τέκνο της ανάγκης/ και ώριμο τέκνο της οργής». Σας το λέω τώρα και έχω ανατριχιάσει.
Σας βλέπω, αλήθεια λέτε.
Αυτό, λοιπόν, ήταν το τσιτάτο του «Οδηγητή». Με αντιπροσωπεύει καθολικά και με καθόρισε. Τι είπε αυτός ο άνθρωπος, αυτό είναι τέχνη! Εμένα αυτό με κρατάει ακμαίο και αντιδραστικό και ως αισθητικό αποτέλεσμα παίρνει μορφές: Στον Οικονομίδη το ένα, στον Παπακαλιάτη το άλλο, με τη μάνα μου τη μια, την άλλη με τον Μποσκοΐτη τώρα εδώ  κ.ο.κ.
Από την εργασία μέχρι τις διαπροσωπικές σχέσεις.
Ακριβώς. Δεν διαφοροποιείται τίποτα, όπως κι εμείς οι δύο δεν διαφοροποιούμαστε αυτή τη στιγμή, καθώς είμαστε μέσα σε μία ροή. Τώρα λέμε αυτά τα πράγματα και μετά εγώ θα πάω αλλού, εσείς θα πάτε αλλού και θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε. Μια αντίδραση γίνεται τώρα, με ρωτάτε και σας απαντώ. Αν, όμως, δεν μπορούμε να δούμε ο ένας τον άλλον με καθαρότητα, όπως γίνεται τώρα, δεν υπάρχει κανέναν νόημα.
Μάλιστα. Γι’ αυτό μου είπατε στο τηλέφωνο πως θα θέλατε να γίνει δια ζώσης η συνέντευξη και όχι με τηλέφωνο ή με email. Επιτέλους – είπα – βρέθηκε ένας πολυάσχολος άνθρωπος που απαιτεί χρόνο κανονικό για να εκθέσει τις απόψεις του.
Μα αυτός είναι ο πιο πολύτιμος χρόνος και για σας και για μένα. Αυτό εννοώ εγώ προσωπικό χρόνο. Εγώ, ας πούμε, περνάω καλά τώρα. Το άλλο τι θα ήταν; Θα μου στέλνατε ερωτήσεις κι εγώ δεν θα μπορούσα ν’ απαντήσω ακόμη και να είχα τον απεριόριστο χρόνο. Δεν είναι θέμα χρόνου, αλλά ουσίας. Αυτό που συμβαίνει τώρα δεν θα μπορούσε να συμβεί αν έγραφα σ’ ένα χαρτί. Θα έγραφα όμορφα τεκμηριωμένες παραγραφούλες, τις οποίες μετά εσείς θα τις παίρνατε και θα αποτυπωνόμουν ως ένας λόγιος ή μη λόγιος ηθοποιός και του κώλου τα εννιάμερα! Τι θα έπαιρνα εγώ ως πληροφορία; Αυτό που κάνουμε τώρα είναι ζωντανό, όπως ζωντανή είναι και μια παράσταση ή ένα γύρισμα. Αυτό εισπράττει και ο αναγνώστης, άρα και ο θεατής: Τη ζωντάνια της στιγμής που έχει καταγραφεί ή έχει κλαπεί αν θέλετε. Η εντύπωση ότι είσαι στην ανωνυμία, μα είσαι τόσο ορατός, γιατί είσαι κι εσύ μάρτυρας, είσαι συν – ένοχος. Διαφορετικά θα είμαστε απλώς οι εθισμένοι στο καπιταλιστικό συστηματάκι που σου δίνει και όλο σου δίνει, δημιουργώντας ανάγκες εκ του μη όντος, μόνο και μόνο για να σ’ έχει εξαρτημένο. Είμαστε εθισμένοι στο σκληρό περιβάλλον, που οδηγεί στην αδιαφορία. Συμβαίνουν πράγματα δίπλα μας και το ξέραμε πάντα. Του τύπου «Το ήξερα, αλλά δεν συνέβαινε σε μένα», άρα δεν υπάρχει παρά μόνο σαν λογικοφανής πληροφορία.
Γιάννης Τσορτέκης
Συνέντευξη με τον ηθοποιό Γιάννη Τσορτέκη , Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2022 (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)
Να υποθέσω ότι αναφέρεστε στη βία που κυριαρχεί στην καθημερινότητα μας.Ακριβώς και χαίρομαι πολύ πραγματικά που ο Χριστόφορος βρήκε το σθένος και την αυτοπεποίθηση να την παρουσιάσει ωμή, γιατί η ωμότητα αυτή μπαίνει μέσα στο σπίτι κι ο άλλος τη βλέπει και δεν είναι δίπλα του, γύρω του, είναι μπροστά του! Γίνεται μάρτυρας αυτού μες το σαλόνι του κι εκεί λέει «Συμβαίνει σε μένα τώρα, γιατί εγώ είμαι μάρτυρας». Οι άνθρωποι που με είδαν να αλυσοχτυπάω τον γιο μου και να σαπίζω τη γυναίκα μου στο ξύλο, δεν τους το είπε κανείς, ούτε το φαντάστηκαν πώς γίνεται κάποιος να βαράει τον γιο του, λέγοντας του «Πες μου αν είσαι πούστης». Όταν το βλέπεις τρώγοντας το σούσι σου και σου φεύγει απ’ το στόμα το ρυζάκι μαζί με τον σολομό, διότι δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, το έχεις βιώσει κι εσύ! Το θεωρώ πολύ σημαντικό διότι μόνο έτσι μπορεί πιθανώς ο θεατής να σκεφτεί τι είναι όντως αυτό και να πάρει θέση, έστω σιγά – σιγά, βήμα – βήμα. Μιλάω γι’ αυτό, γιατί το υπόλοιπο κομμάτι του σήριαλ, είναι ένα πράγμα, στο οποίο επίσης είναι εθισμένοι οι άνθρωποι: Οι εξωτικοί Παξοί, μια ωραία ερωτική ιστορία, ένα ειδυλλιακά κινηματογραφικό τοπίο για να σου μπει μια σκηνή – όχι γροθιά, αλλά κατευθείαν καρφί στο μάτι.
Η βία δεν υπάρχει μόνο μες τα σπίτια του καθενός, αλλά και στον δικό σας εργασιακό χώρο.
Εγώ ξέρω να πω ότι ξαφνικά ποινικοποιήθηκε ο έρωτας. Να κοιτάζω την άλλη και να μη μπορώ καν χιούμορ να κάνω. Όλα χρειάζονται ένα όριο, που να μπορείς όμως εσύ να το αντιληφθείς. Το να φλερτάρεις, όμως; Μα η ζωή είναι ένα φλερτ. Μπορούμε εμείς τώρα να έχουμε αυτόν τον γαμάτο ουρανό από πάνω μας και να λέμε ότι είμαστε στη Σουηδία με σκοτεινιά; Δεν μπορείς να το παίξεις αυτό! Γουστάρω παράφορα που είμαι στην Αθήνα και μυρίζει καυσαέριο!
Ξέρετε τι είπαν πολλοί, όμως; Ήταν ανάγκη τώρα μέσα σ’ όλα αυτά τα εφιαλτικά που ζούμε, να προβληθεί η σειρά του Παπακαλιάτη που συν τοις άλλοις δείχνει και τη σχέση μιας 18χρονης με έναν πενηντάρη;
Εμένα μου είπαν κι άλλα…Υπήρξε πολύ νέος άνθρωπος που μου είπε «Μα τώρα σοβαρά, δείχνετε αυτά για να γυρίσει να τα κάνει κι ο κόσμος;» Αυτό όλο το νταλαβέρι κάνουμε ότι το γνωρίζουμε και ότι το έχουμε ζήσει, επειδή έχουμε δει την τάδε ταινία, πολύ επιδερμικά δηλαδή. Σήμερα όλοι γνωρίζουν για όλα δίχως την παραμικρή εμπειρία. Άκουσα, λοιπόν, αυτό που μου είπε ο νέος άνθρωπος και το επεξεργάστηκα. Σημαίνει το ότι όσο πιο πίσω πηγαίνουμε χρονικά, προς τη δεκαετία του 1980, βλέπουμε τα πράγματα να είναι πιο ήρεμα, χαλαρά και απενοχοποιημένα. Όσο προχωράνε τα πράγματα, βλέπω έναν πουριτανισμό τόσο ψεύτικο και ολοένα ερμητικά κλειστό απέναντι στην τόλμη του ανθρώπου για επαφή! Ακόμη και σε επίπεδο συνεργασίας, που αυτή τη στιγμή μιλάμε εμείς οι δύο στον πληθυντικό. Μα να με λέτε «κύριε Τσορτέκη»; Μα τι λέμε τώρα; Αυτομάτως αυτό μας φέρνει σε απόσταση, την ίδια απόσταση που ο άλλος βλέπει το σήριαλ και λέει ότι λειτουργεί ως πρότυπο αρνητικό. Όχι, φίλε, θα λειτουργούσε έτσι, αν δεν συνέβαινε ωμά! Και μετά θα ήταν αδιάφορο, δεν θα ενοχλούσε π.χ. αν ο πενηντάρης τα είχε με μια 19χρονη και όχι με μια 18χρονη – εκεί δεν θα υπήρχε θέμα. Δεν θα’χαμε θέμα αν αντί για αλυσίδα, έπεφτε ένα χαστούκι ή αν έριχνα μια Χριστοπαναγία απ’ το να σαπίσω στο ξύλο τη γυναίκα μου. Εννοώ πως τόσο τη Χριστοπαναγία, όσο και το χαστούκι, μπορείς κι εσύ κι ο άλλος να τα τολμήσει, δεν πάει το χέρι σου όμως να σηκώσει αλυσίδα και εύχεσαι να μην είσαι εσύ η μάνα που θ’ ακούσει την τρομερή φράση: «Γίνε λίγο μάνα».
Γιάννης Τσορτέκης
Γιάννης Τσορτέκης
Για να παρακολουθήσω τον ειρμό σας, μου λέτε ότι η ωμότητα μπορεί ενίοτε να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα;
Όχι, εγώ εκτιμώ ότι αυτή η σειρά, έτσι όπως αναδεικνύει τα θέματα με τη φοβερή ματιά του Χριστόφορου – γι’ αυτό και τον θαυμάζω απεριόριστα – θα έχει το πρέπων αποτέλεσμα: Να καθηλώσει τον άλλον και να τον κάνει να σκεφτεί πραγματικά. Η άλλη πλευρά είναι η βία που υφιστάμεθα όλοι καθημερινά από το κάθε τι, από το να ψάχνουμε εμείς χρόνο για να βρεθούμε να πιούμε έναν καφέ, εκεί που θα έπρεπε ο χρόνος μας να είναι απεριόριστος, μέχρι το να δουλεύουμε 19 ώρες την ημέρα. Και να σου σκάνε τα μηνυματάκια ότι χρωστάς και να μη ζεις για να σκέφτεσαι ποια προτεραιότητα θα βάλεις στους λογαριασμούς σου. Το χειρότερο είναι ότι θεωρούμε αυτονόητη αυτή τη μορφή βίας, επειδή η ανάγκη είναι η επιβίωση. Ανύπαρκτος προσωπικός χρόνος, άρα ανύπαρκτες διαπροσωπικές σχέσεις, άρα όλα δένουν με την ποινικοποίηση του φλερτ, που λέγαμε πριν. Σωματικά, έτσι, δεν μπορείς καν να ανταποκριθείς, δεν έχεις ξεκούραση, χαρά και υγεία μέσα σου, οπότε έρχεται κι ο άλλος και σου λέει «Μη στενοχωριέσαι, είσαι κομμάτια, αλλά μην ανησυχείς, θα σου ποινικοποιήσω το φλερτ ώστε αν το κάνεις, να υποστείς τις κυρώσεις».
(σ.σ. τη στιγμή αυτή μία άγνωστη κυρία από διπλανό τραπέζι, που άκουγε τη συζήτηση μας, έρχεται και μας αφήνει ένα κομμάτι κέικ. «Για το ότι είστε στην πλατεία μας» λέει του Τσορτέκη με χαμόγελο. Του δίνει συγχαρητήρια για όλα και εκείνος την ευχαριστεί θερμά). Να, ρε φίλε, γι’ αυτά ζούμε και μετά μου λες να πας να αποσυρθείς κλπ. Από τι να αποσυρθείς, ρε μαλάκα; Από τη ζωή; Να πας που; Στο Άγιο Όρος να πηδιέσαι εκεί με τους μαλάκες; Κι εκεί πάλι για να πηδηχτείς θα πας, όχι για να κάνεις κάτι άλλο! Να τα γράψεις όλα έτσι, γιατί τα πιστεύω!
Γεγονός είναι, πάντως, πως ανοίγεις την τηλεόραση και βλέπεις μια κακοχωνεμένη Ελλάδα του 1950, καλόγριες, βεντέτες, μίζερη επαρχία κλπ.
Είναι πάρα πολύ απλό! Ο μηχανισμός είναι ένας: Πως να σε ακυρώσει και να σε χειρίζεται. Όταν έχουμε αυτές τις σειρές, αυτά τα ριάλιτι, αν εσύ δεν μπορείς να αντιληφθείς ότι σε χειρίζονται, δεν φταίνε αυτά. Αυτά είναι σαν τις διάφορες τράπεζες που μας έχουν πρήξει τα αρχίδια με τα υποκαταστήματα τους παντού. Επαγγελματίες είναι και κάνουν τη δουλειά τους, πουλάνε το προϊόν τους. Εσύ μπορείς να μην ψωνίσεις απ’ το ένα σούπερ μάρκετ, αλλά από το δίπλα, έχεις δηλαδή επιλογή. Δεν καταλαβαίνω γιατί να μπεις στη διαδικασία να δεις τη σαβούρα! Γιατί; Για να συζητάς μετά ότι ήταν σαβούρα; Δεν το καταλαβαίνω! Υπάρχουν 19.000 θέατρα! Στο χέρι σου είναι να πας εκεί που γουστάρεις εσύ. Τι θα έπρεπε να παίζουν τα θέατρα; Σύγχρονο ρεπερτόριο; Κάτι που έγραψα εγώ προχθές ή Γκολντόνι, Σαίξπηρ, Σοφοκλή η Μπρεχτ; Τι θα έπρεπε να κάνουν; Μα η τέχνη είναι τέχνη. Η τηλεόραση μια ζωή έτσι ήτανε από τότε που θυμάμαι τον «Άγνωστο Πόλεμο»!
Βέβαια, η τηλεόραση ήταν και μια ζωή συνυφασμένη με το εμπόριο, με τη διαφήμιση.
Φυσικά! Γι’ αυτό και συζητάμε για την αντίδραση του θεατή όταν βλέπει ότι τον φρικάρει και τον τοξινώνει. Το θέμα είναι πως θα αποτοξινωθεί, όχι το ότι υπάρχουν όλα αυτά στην τηλεόραση. Όπως, ας πούμε, αποφασίζεις εκεί που βλέπεις τα σκατά, να βάλεις Τρίτο Πρόγραμμα.
Το κάνεις, όμως;
Αυτό είναι ένα θέμα σοβαρό! Το πώς έχει να κάνει με το γιατί, να ο μηχανισμός που σε θέλει αναίσθητο, σε ακυρώνει.
Ωραία, κι εσείς γιατί δεν έχετε τηλεόραση; Δεν απαντήσατε πριν και τώρα λέτε πολλά περισσότερα.
Για αισθητικούς λόγους, δεν μου κάθεται σε κάποιο σημείο ακόμη και ως αντικείμενο. Εκτός κι αν βρεις μια τηλεόραση μικρούλα. Θα ήθελα πολύ να έβλεπα κινούμενα σχέδια ή National Geographic και πάλι όμως δεν θα ξέρω που να τη βάλω. Σοβαρολογώ. Πρέπει να είναι εκεί ώστε να κάθομαι να τη χαζεύω ακόμα και κλειστή. Θα μπορώ να τη δω κι ανοιχτή, αν τη βλέπω κλειστή. Μου πιάνει χώρο. Αυτός είναι ο λόγος. Συχνά μένω χωρίς υπολογιστή και αναρωτιέμαι αν είναι ανάγκη. Όχι, δεν είναι! Μέχρι προτού να έχω υπολογιστή, έγραφα στο χέρι.
Σας καταλαβαίνω. Εγώ δε μπορώ καθόλου πια να γράψω στο χέρι…
Εγώ, φίλε, δεν το έχω ξεχάσει! Γράφω σε πολυτονικό ακόμα και το καραγουστάρω! Ποτέ δεν σταμάτησα. Σκέφτομαι πως τροποποιείται σήμερα ένα κείμενο γραπτό στον κομπιούτερ και λέω ευχαριστώ, εγώ δεν θα πάρω! Πότε έστειλες γράμμα τελευταία φορά από ταχυδρομείο;
Θα είναι πριν καμιά εικοσαριά χρόνια.
Έτσι. Πλέον οι ταχυδρόμοι φέρνουν μόνο λογαριασμούς! Εδώ αρχίζω να κερδίζω εμένα ως χρόνο. Θέλω να γράψω; Θα πρέπει να ψάξω να βρω μολύβι και χαρτί. Κάτι θα’χω και όχι να κρατώ σημειώσεις στο κινητό μου. Άλλη ζωή είναι αυτή κι εγώ τη γουστάρω την άλλη ζωή χωρίς ρομαντισμούς ή πισωγυρίσματα. Αντιθέτως, απελευθερώνομαι. Στο χωριό μου δεν υπάρχει ίντερνετ. Έπεσα κάποια στιγμή στην παγίδα ν’ αγοράσω ένα πακέτο για να είμαι εξαρτημένος. Ε, το πήρα και ήμουν όλη την ώρα στημένος στο ποιος θα μου στείλει κάτι. Σε πληροφορώ, κανείς δεν μου έστειλε τίποτα, κανείς δεν μου τηλεφώνησε κι εκεί είπα ότι το πλήρωσα σαν μαλάκας και κομμένη από δω και πέρα! Αν ξαναπάω στη Αρτοτίνα κι είμαι χωμένος στο ίντερνετ, απλώς δεν θα ξαναδώ τα Βαρδούσια, που σας μίλαγα πριν. Ούτε το τσαπί θα πάρω να σκάψω κάτι, ούτε θα ξαναπερπατησω μες τα έλατα.
Έχετε δύο παιδιά, έτσι;
Ναι, με εννέα χρόνια διαφορά το ένα απ’ το άλλο. Βλέπω το χάσμα ανάμεσα μας, αυτά δηλαδή γεννήθηκαν με την ιστορία του κινητού στα χέρια. Η κόρη μου μού δείχνει πράγματα που εγώ δεν τα γνωρίζω. Και το instagram, ο γιος μου το διαχειρίζεται. Υπάρχει ένας χαβαλές, που όμως δεν με αφορά. Τα παιδιά ζουν σήμερα με τα games κι εγώ βλέπω τον γιο μου, ενώ μπορεί ν’ αντισταθεί σ’ όλα αυτά, παρόλα αυτά να είναι μέρος της ζωής του. Εγώ μεγάλωσα με τον Βάρναλη, αυτός μεγάλωσε με το play station 5. Αυτόν θα τον πηγαίνει κωλοφεράτζα το play station και μένα θα με πηγαίνει ο Βάρναλης! Έτσι είναι και το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τον πηγαίνω στην Αρτοτίνα και να την ποθεί εξίσου.
Αντιδρά σ’ αυτό;
Αντιδρά γενικώς, γιατί είναι ενεργός σαν άνθρωπος και συνειδητοποιημένος από μικρός.
Εξακολουθείτε να διαβάζετε;
Διαβάζω λιγότερο, αλλά υπό συνθήκες. Όταν εμπλακώ σε μια ιστορία, πηγαίνω όπου με πηγαίνει. Θα ψάξω να βρω βιβλιογραφία για ένα ρόλο. Το «παραμύθι» είναι αρκετά ευρύ και δεν είναι μόνο όσα έχεις να διαβάσεις στον ρόλο ως ρόλο. Τώρα κάνουμε πάλι την «Αντιγόνη» του Ανούιγ στο θέατρο. Αν δεν ξέρεις ποιος είναι ο Ανούιγ, αν δεν αναζητήσεις τα πραγματολογικά στοιχεία του τι συνέβαινε τότε, το’χεις χάσει κάπου. Εμένα πάντα με ενδιέφεραν οι βιογραφίες των ανθρώπων και οι συγκυρίες στις ζωές τους. Πρέπει να τον φέρεις αυτόν τον κόσμο. Ο πυρήνας μιας ερμηνείας είναι πάντα μία ζωή κάποτε που πρέπει να την γνωρίσεις καλά. Δεν παίζει να κάνω τον Κρέοντα και να μην εμπλουτίζομαι συνεχώς με πληροφορία.
Πόσο μάλλον όταν ειδικά οι ήρωες της αρχαιοελληνικής γραμματείας έχουν οδηγήσει σε ολόκληρες ψυχαναλυτικές μελέτες στον 20ο αιώνα.
Ακριβώς, ισχύει. Είναι και μια παγίδα, βέβαια, όταν έρχεται η στιγμή που θα συναντηθείς μ’ αυτά τα θηρία. Συνδέεσαι ιστορικά με τον χαρακτήρα και από την ώρα που θα’ρθεις σε επαφή με μια πληροφορία, είσαι εκεί. Είσαι μάρτυς μιας εικόνας στην τηλεόραση, άρα είσαι πλέον η εικόνα, δεν μπορείς να κάνεις σαν να άκουσες απλά μιαν αφήγηση από κάποιον άλλο. Όταν δεις μπροστά σου, π.χ., ένα ατύχημα, συγκροτείται και σωματικά απάνω σου, φοβάσαι – δεν φοβάσαι το αίμα. Είναι δικό σου βίωμα πια.
Με πάτε συνέχεια στον Παπακαλιάτη και το καταλαβαίνω. Πιστεύετε πως έχει ωριμάσει σαν καλλιτέχνης ο Παπακαλιάτης;
Μα, βρε Αντουάν, ο κάθε καλλιτέχνης προχωρά και εξελίσσεται. Κι αυτός το ίδιο! Όλοι μας εξελισσόμαστε. Όσο είσαι δέσμιος της ανάγκης σου, δεν υπάρχει περίπτωση να μην εξελιχθείς. Και του Χριστόφορου είναι εμμονική η ανάγκη, γι’ αυτό και ταυτίστηκα τόσο μαζί του.
Απ’ τον Παπακαλιάτη ας πάμε στον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Σας άρεσαν οι ταινίες του;
Ναι. Πολύ! Είχε μια πολύ βαθιά ευαισθησία κι έναν ρομαντισμό, που εγώ πάντοτε συναντιόμουν μαζί τους. Η σκληρότητα της εικόνας του κι εδώ μιλάω για άλλου είδους σκληρότητα, την υπαρξιακή μοναξιά, τη σιωπή, στοιχεία συγκινητικά που εμένα με συν – κινούσαν την ώρα που τα έβλεπα, που συνέβαιναν. Με έκαναν να είμαι κάτι άλλο σε συνδυασμό με όλες αυτές τις μουσικές της Καραΐνδρου. Όλο αυτό ήταν μία συγκυρία που νομίζω πως μας έχει χαράξει και χαρακτηρίσει όλους. Αναρωτιέμαι πάνω σ’ αυτό: Τι αναφορές έχουν σήμερα οι νέοι άνθρωποι; Ποιο είναι αυτό σήμερα που θα το συζητάμε και θα το έχουμε ως αίσθηση μιας συνέχειας της πορείας μας; Η ζωή όμως προχωρά και εξελίσσεται. Ο Μπαμπινιώτης μπορεί να φρικάρει με τη λέξη «μαλάκας» που είναι πια μέρος της ζωής μας, στην πραγματικότητα δεν αποδεικνύει όμως τη συρρίκνωση της γλώσσας μας. Η γλώσσα δεν είναι το λεξικό του Μπαμπινιώτη, αλλά αυτή που μιλάμε, η ανάγκη μιας καθημερινής έκφρασης. Ο προφορικός λόγος, άλλωστε, είναι ένας κώδικας.
Η κάθε γλώσσα οριοθετεί και μία εθνική ταυτότητα;
(γελάει δυνατά) Η γλώσσα είναι πολιτισμός, ένα εργαλείο, δεν είναι εθνική ταυτότητα.
Οι Τούρκοι, π.χ., κάποτε έλεγαν πως ο Όμηρος ήταν Τούρκος αφού έζησε στη Μικρά Ασία και λεγόταν Ομέρ. Κι εκεί τους απάντησε κάποιος Έλληνας «Ας τον έλεγαν όπως ήθελαν, το θέμα είναι όμως σε ποια γλώσσα έγραψε ο Όμηρος».
Ξαναγελάω, sorry, αλλά δεν έχω καμιά αγωνία απέναντι σ’ αυτό. Στα αρχίδια μου είτε γεννήθηκε στην Τραπεζούντα, είτε γεννήθηκε στο Βουκουρέστι, είτε στη Λισαβόνα. Σαν να λέμε πως δεν διαβάζω Νερούδα επειδή είναι Τούρκος και μένω στον Βάρναλη. Μα  αφού ο Ντοστογιέφσκι μπορεί να είναι Ρώσος, αλλά είναι δικός μου, τι να λέμε τώρα; Όλα αυτά τα μικροθεματάκια με τις γλώσσες είναι ασήμαντα. Η σύνθετη γλώσσα, σαν τη δική μας ή τη γερμανική και τη ρωσική, σου δίνει τη δυνατότητα ευκολίας στην έκφραση. Πια εθνική ταυτότητα κλπ.;
Έχετε αγωνία για κάτι;
Δεν ξέρω τι φοβάμαι. Εγώ κάθε πρωί που βγαίνω έξω, λέω «Πω πω μια γαμάτη μέρα» είτε έχει ήλιο, είτε ρίχνει καρεκλοπόδαρα. Σκέφτομαι καμιά φορά: Τι θα συνέβαινε αν έφευγα σε μια στιγμή μέσα, εδώ που καθόμαστε; Είμαι πλήρης, όχι γιατί τα έχω κάνει όλα, αλλά γιατί τα έκανα έτσι όπως ήθελα. Δεν έχω καν φωτογραφίες μου, αφού με προλαβαίνει τόσο έντονα η στιγμή που δεν νιώθω την ανάγκη να την αποτυπώσω. Δεν κρατάω αρχείο, δεν έχω σχέση μ’ αυτά. Πείτε μου, όμως, μια αγωνία μήπως δεν κατάλαβα καλά το ερώτημα.
Η μόνιμη αγωνία ενός ανθρώπου που έχει κάνει παιδιά.
Κατάλαβα (σκέφτεται)…Το ότι δουλεύουμε 18 ώρες τη μέρα, δημιουργεί την αγωνία αν θα έχουμε δουλειά αύριο. Όταν όμως δουλεύαμε οχτώ ώρες τη μέρα, δεν την είχαμε την αγωνία αυτή. Πρώτα πρέπει να φύγουν άλλα πράγματα, οι πλασματικές καταναλωτικές ανάγκες μας, ώστε να περιορίσουμε τις εξαρτήσεις απ’ τους άλλους. Εγώ δεν έζησα ποτέ ξέροντας τι θα κάνω την επόμενη μέρα. Ποτέ! Εσύ πες το αγωνία, εγώ όμως δεν αγωνιώ, αφού θα ξημερώσει άλλη μια μέρα και θα κάνω σίγουρα αυτό που θα έχω πραγματική ανάγκη. Τι θα κάνουν τα παιδιά μου μεθαύριο; Ότι έκανα κι εγώ! Κάτι, όπως μου το’χε πει ο Κούρκουλος. Και ο γιος μου, όμως, το ίδιο μου είπε: «Μην αγωνιάς, κάτι θα κάνω κι εγώ». Κι εκεί απάντησα «Φύγε, μεγάλε, κάνε μου ακόμη ένα μάθημα απ’ την ώρα που γεννήθηκες». Έτσι ζω τη σχέση μου με τα παιδιά μου.
Είστε πάντα έτσι στην τσίτα;
Βέβαια, πάντα! Και πυρετό να έχω, πάλι έτσι είμαι! Δεν μπορώ να συναντηθώ με τα πράγματα, αν δεν είναι στα άκρα τους. Δεν αντέχω αυτό το παν μέτρον άριστον, ποτέ δεν το αντιλήφθηκα. Αν θέλω να φάω μια προβατίνα, που τρελαίνομαι, θα φάω μία ολόκληρη και ας κάνω μετά να ξαναφάω ίσως για τρία χρόνια.
Είστε άνθρωπος των εντάσεων, πως βγαίνει η ένταση; Έχετε έναν νοερό σάκο του μποξ, ας πούμε;
Όπως το λες, με ένταση! Όπως μπαίνει η ένταση, έτσι και βγαίνει. Νιώθω ότι αν δεν εκραγώ μία συγκεκριμένη στιγμή, θα σκάσω, θα βγάλω καρκίνο. Γιατί να τον έχω τον καρκίνο, αφού η μόνη μου διέξοδος μπορεί να είναι μία χριστοπαναγία; Εννοείται ότι θα την πω, πως αλλιώς να γίνει; Θα έπρεπε να μην εξοργιστώ για να μην εκραγώ; Έλα όμως που εξοργίζομαι και δε μπορώ να είμαι με μια μόνιμη καταπιεσμένη οργή.
Σας έχει φέρει αυτό σε δύσκολη θέση;
Ουκ ολίγες φορές! Σε επαγγελματικό και σε προσωπικό επίπεδο. Και καλά, και πως, θα χάσεις το δίκιο σου κλπ. Ποιο δίκιο μου, ρε, να χάσω; Το δίκιο δεν χάνεται, είτε εγώ εκραγώ, είτε όχι. Το δίκαιο παραμένει δίκαιο. Δεν πηγαίνω με τη λογική, αφού το δίκαιο είναι θέμα ηθικής διάστασης των πραγμάτων.
Σας αφορά η υστεροφημία σας;
Όχι. Ο μόνος λόγος για ότι συνέβη στην επαγγελματική σχέση μου με το θέατρο και τον κινηματογράφο, είχε να κάνει με το να σκεφτούν τα παιδιά μου κάποια στιγμή μία συνέχεια και μία συνέπεια ηθική, αν την αναγνωρίσουν. Δεν με νοιάζει πως με βλέπει απέναντι ο κύριος που πίνει καφέ, γι’ αυτό το λόγο δεν έχω καμία επαφή μ’ αυτή την πραγματικότητα. Το ξαναλέω, δεν είμαι ηθοποιός, δεν είμαι καλλιτέχνης. Είμαι από την πλευρά της ησυχίας. Η αγωνία μου είναι να μην επαναπαυθώ στην επανάληψη που συνήθως οδηγεί ένα επόμενο βήμα. Φεύγει τελείως η αγωνία απ’ τη στιγμή που μπαίνω σ’ ένα ρόλο. Ξέρετε τι με έσωσε για να μη φουντάρω απ’ τον πέμπτο ή να μη σκοτώσω κάναν άνθρωπο; Το ότι εντελώς τυχαία μπορούσα να είμαι ταυτόχρονα και Γιώργης και Χαράλαμπος και Κρέοντας, όλοι αυτοί που είχα ανάγκη να γίνομαι κάθε φορά για να λυτρώνομαι.
Συμφωνώ. Ορισμένοι ψυχίατροι λένε πως οι ηθοποιοί σπανίως τρελαίνονται με την ευκολία που έχουν να αλλάζουν ψυχισμούς και προσωπικότητες.
Έχω μάθει να το κάνω, βέβαια. Αν δεν μπορούσα να το κάνω, θα ίσχυε αυτό που είπα πριν: Αν η γιαγιά μου είχε αρχίδια, θα ήταν παππούς. Δεν ξέρω τι θα έκανα, γιατί αυτό δεν το επέλεξα. Συναντήθηκα μαζί του, δηλαδή με επέλεξε. Ένα δίλημμα έχω μόνο: Επιλέγω εγώ να είμαι τώρα εδώ και να μου παίρνει συνέντευξη ο Μποσκοΐτης; Ή εγώ έχω επιλεγεί από τον Μποσκοΐτη για να μου πάρει συνέντευξη; Αμφίδρομο – ξεαμφίδρομο, δεν απαντάται και ισχύει σαν δίλημμα. Το να έχω επιλεγεί εγώ από σένα, έρχεται να ισοπεδώσει έναν εγωισμό γιατί δεν είμαι εγώ που έκανα την επιλογή και άρα σ’ ακολουθώ τη στιγμή αυτή. Το αποτέλεσμα είναι ίδιο: Εμείς οι δύο είμαστε εδώ την ίδια στιγμή που οι άλλοι μιλάνε για τον Τσορτέκη! Ποιον Τσορτέκη; Μιλάνε για έναν άλλον, όχι για μένα σίγουρα.
Και τι άλλο θα μπορούσατε να κάνατε;
Που να ξέρω! Φυσικά και θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, εννοείται! Λατρεύω τη γη και όχι μόνο. Οπουδήποτε θα μπορούσα να εργαστώ με την ίδια απόλαυση.
Μαριά από σας δηλαδή ο χαρακτηρισμός του διανοούμενου.
Κι αυτό εννοείται, όλοι διανοούμενοι είμαστε. Μάλλον είναι μακριά από μένα ο χαρακτηρισμός αυτός, γιατί εγώ δεν λειτουργώ τόσο διανοητικά, όσο σωματικά. Ένα καλοκαίρι είχα το γιο μου στους ώμους, βράδυ στην παραλία. Ήταν και ο παππούς μαζί. Μου έλεγε «Μπαμπά, πάρε μου αυτό» κι εγώ του απαντούσα «Αχιλλάκο μου, έχεις παιχνίδια». Του εξήγησα πώς το να πάρουμε ακόμη ένα παιχνιδάκι είναι μία μικροαστική λογική καπιταλιστικής νοοτροπίας και εμείς είμαστε κομμουνιστές! Τα έλεγα σ’ ένα παιδί τριών – τεσσάρων ετών. Ε, μια – δυο φορές, ήξερε πια το παιδί ότι ο Κέρβερος ο μπαμπάς θα του έριχνε το τσιτάτο του, οπότε την «έπεσε» στον παππού. «Να το πάρω στο παιδί εγώ» κάνει αυτός, αλλά πετάγομαι εγώ: «Αχιλλέα»! «Όχι, παππού, δεν κάνει, εμείς είμαστε κομμουνιστές» είπε και ο μικρός στο τέλος (γέλια) Φρίκαρε ο άλλος!
Λέω να τελειώνουμε με κάτι πολύ βαθύ και λίγο δυσάρεστο: Είστε νέος άνθρωπος. Έχετε σκεφτεί το βιολογικό σας τέλος;
Δεν ξέρω πως θα είναι η στιγμή αυτή. Όλα τα πράγματα μπροστά είναι. Με θυμάμαι στην κηδεία του πατέρα μου, που δεν με έπαιρνε σχεδόν να κλάψω ή να αφεθώ στο πένθος, έχοντας στο μυαλό μου πως θα έφευγα από κει και θα πήγαινα το παιδί μου στο γήπεδο για προπόνηση.
Η ίδια η ζωή αναιρεί το θάνατο, λοιπόν.
Ακριβώς. Ακούγεται σκληρό, είναι όμως αληθινό και άρα λυτρωτικό.
Το λέτε με την ασφάλεια του γονέα, όμως. Εγώ δεν έχω παιδιά και δεν μπορώ να το αντιληφθώ.
Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά. Η θεμελιώδης δομική διαφορά στο πώς βιώνεις την απώλεια. Ανησυχώ για τα παιδιά κάθε μέρα, ανησυχώ και για τη μάνα μου που είναι πάνω από 80. Δεν ανησυχώ για μένα, όμως. Ανησυχώ για το τρέχον, όχι για το τι θα γίνω είκοσι χρόνια μετά. Βάζω στη θέση μου τα παιδιά μου πως θα βιώσουν την απώλεια μου. Σκέφτομαι πως έχουμε βιώσει εμείς τους θρήνους και τις απώλειες σε παιδική ηλικία. Δεν θέλω να το ζήσουν οι άνθρωποι που αγαπάω κι αυτό έχει να κάνει με όλο το τελετουργικό. Μια τρομακτικά ψυχοφθόρα διαδικασία σε σχέση με την καύση που είναι απλά μία στιγμή. Η νεκρώσιμη ακολουθία, ξέρετε, είναι ένα πράγμα, λες και το έκαναν επίτηδες, πονάς – που πονάς, έρχονται να σ’ αποτελειώσουν. Είναι όπως το λέει ο Κρέων στη δική μας «Αντιγόνη» του Ανούιγ: «Πιστεύεις στα έθιμα της ταφής; Πιστεύεις πως η σκιά του αδερφού θα περιπλανάται για πάντα εάν δεν πετάξουμε πάνω στο πτώμα λίγο χώμα μαζί με το ψάλσιμο των παπάδων; Έχεις δει αυτές τις άθλιες φάτσες των ιερέων της Θήβας; Σαν κουρασμένοι υπάλληλοι που μασάνε τις κινήσεις και τα λόγια για να ξεμπερδεύουν γρήγορα με τον νεκρό ώστε να προλάβουν ακόμη έναν πριν από το μεσημεριανό φαΐ;» Το ίδιο κάνει η εκκλησία σήμερα, πώς θα σου τα πάρει. Κια όχι μόνο εκείνη τη στιγμή, αλλά με το πώς θα σου τα παίρνει συνεχώς με τα νεκροατφεία, τα τρισάγια, τα μάρμαρα! Μία αιμορραγία οικονομική άνευ λόγου. Πηγαίνω στην Αρτοτίνα και βλέπω τάφους ξεχασμένους ανθρώπων που έχουν πεθάνει πολλά χρόνια. Τόσο συγκινητικοί και τόσο αθώοι τάφοι γιατί έχουν μόνο ένα καγκελάκι σαπισμένο απ’ τον καιρό, ίδιο για όλους. Ένας ξύλινος σταυρός με το όνομα απάνω γραμμένο με μια λαδομπογίτσα και τελειώνει εκεί η ιστορία. Κανείς δεν θέλει να συναντιέται με μια τραυματική του κατάσταση συνεχώς. Και ποιος σου λέει ότι άμα πεθάνω εγώ δεν θα είναι ευτυχισμένα τα παιδιά μου και δεν θα συνεχίσουν τη ζωή τους; Ένας φίλος, όμως, θα βρεθεί και θα πει «Πάμε τώρα, ρε πούστη μου, να πιούμε για τον Γιάννη»! Όχι ως υστεροφημία, αλλά ως καλό γι’ αυτόν που το λέει.
Γιάννη Τσορτέκη, εδώ τελειώσαμε.
(τη στιγμή αυτή, περνάει ένας ευτραφής ηλικιωμένος κύριος πάνω σε μηχανάκι. Φωνάζει του Τσορτάκη: «Χελόου, μπέιμπι». Γελάμε δυνατά και το κασετοφωνάκι κλείνει).

Κατατίθεται το νομοσχέδιο για τις παρακολουθήσεις στη σκιά του σκανδάλου των υποκλοπών

Κατατίθεται το νομοσχέδιο για τις παρακολουθήσεις στη σκιά του σκανδάλου των υποκλοπών

Την ώρα που η κυβερνητική κάνει απέλπιδα προσπάθεια, όπως αποτυπώθηκε και από την τελευταία παρουσία…

Ξένη Δημητρίου στο Ειδικό Δικαστήριο: Η Ράικου εξυπηρέτησε το πολιτικό αφήγημα περί «σκευωρίας Novartis»

Ξένη Δημητρίου στο Ειδικό Δικαστήριο: Η Ράικου εξυπηρέτησε το πολιτικό αφήγημα περί «σκευωρίας Novartis»

«Βόμβες» κατά Ράικου από την πρώην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου

«Άδειασμα» Δημητριάδη σε Μητσοτάκη στην Επιτροπή Θεσμών: Παραιτήθηκα, δεν με παραίτησε

«Άδειασμα» Δημητριάδη σε Μητσοτάκη στην Επιτροπή Θεσμών: Παραιτήθηκα, δεν με παραίτησε

Δεν μοιάζει διατεθειμένος να προσφέρει στον Μητσοτάκη τη δυνατότητα μετατροπής της «θυσίας» του -όπως ο…