Για τον Ανέστη Βλάχο, που έκανε σημαντικό ακόμη και τον μικρότερο ρόλο

Ένα μικρό αφιέρωμα στον μεγάλο ηθοποιό που πέθανε χθες στα 87 του χρόνια

Αντώνης Μποσκοΐτης 25/08/2021 | 11:00

Τον θυμάμαι πριν λίγα χρόνια στο «Καφέ των Ποιητών» στην πλατεία Βικτορίας, εκεί που συνηθίζω να κάνω τις συνεντεύξεις μου. Ήταν με τον γιο του και με τον εγγονό του, αν θυμάμαι σωστά τώρα. Τον αναγνώρισα από τη φωνή του μέχρι να γυρίσω και να κοιτάξω την οικεία φιγούρα του. Τα άσπρα του γένια, τα ατημέλητα μαλλιά του και το γυάλινο μάτι του. Σκέφτηκα πόσο είχε μεγαλώσει και ο Ανέστης Βλάχος, όμως χάρηκα που τον πέτυχα σε οικογενειακή στιγμή. Ένας παππούς που είχε πάει για καφέ στη γειτονιά του με γιο και εγγονό - τι ωραιότερη εικόνα; 

Τον φαντάστηκα να σηκώνεται όρθιος, να ανοίγει τα χέρια σαν κουπιά και να σέρνει το χορό υπό τους ήχους της αρχαϊκής μουσικής του Γιάννη Μαρκόπουλου, όπως συνέβαινε στο φινάλε του αριστουργηματικού «Φόβου» του Μανουσάκη. Τι ταινία κι αυτή! Ο Βλάχος δίπλα στην Έλλη Φωτίου, τον διεθνή Σπύρο Φωκά που περνάει δύσκολα κι αυτός σήμερα, την Έλενα Ναθαναήλ, τον Αλέξη Δαμιανό, τη Μαίρη Χρονοπούλου, ένας κι ένας όλοι τους! Η σκηνή του βιασμού και της δολοφονίας της θρησκόληπτης ψυχοκόρης Έλλης Φωτίου από τον σεξουαλικά στερημένο Ανέστη Βλάχο ήταν ένα σοκ στα παιδικά μου χρόνια σε κάποια προβολή της ταινίας στην κρατική τηλεόραση. Δεν επρόκειτο δηλαδή για ακόμη ένα «ελληνικό του Σαββάτου», αλλά για ένα κανονικότατο φιλμ τρόμου. Παρόμοια εντύπωση θα είχα τον ίδιο καιρό και για τον «Εφιάλτη» του Ερρίκου Ανδρέου με την ψυχοπαθή δολοφόνο με το ψαλίδι. Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος, βλέπεις, απέφευγε τους φόνους στο κυρίως κάδρο του, όχι γιατί θα θεωρείτο ύβρις με την αρχαιοελληνική σημασία, αλλά γιατί προφανώς θα έδιωχνε τον πολύ κόσμο από τις αίθουσες.

Α. Βλάχος - Ε. Φωτίου στον «Φόβο» (1966) του Κώστα Μανουσάκη

Ο Νίκος Κούνδουρος μου είχε μιλήσει πολύ για τον Ανέστη Βλάχο. Σκεφτόταν να του έδινε τον ρόλο του Γιώργου Φούντα στη «Μαγική πόλις», αλλά του έκανε περισσότερο για «κακός» παρά για «καλός» και μάλλον είχε δίκιο, αν σκεφτούμε τους μετέπειτα ρόλους του συγκεκριμένου ηθοποιού. Τρεις βασικούς «κακούς» διέθετε ο ελληνικός κινηματογράφος του '50 και του '60: Τον Αρτέμη Μάτσα σε ρόλους χαφιέδων κυρίως, τον Σπύρο Καλογήρου, επίσης ως βιαστή και δολοφόνο ενίοτε, και τον Ανέστη Βλάχο. Κοινό χαρακτηριστικό τους, απ' ότι λέγεται, η καλοσύνη και η ευγένεια τους, δηλαδή το ακριβώς αντίθετο απ' τους χαρακτήρες που υποδύονταν. Και αν ανατρέξουμε ξανά στον «Φόβο» του Μανουσάκη, θα διαπιστώσουμε πως απ' αυτούς τους τρεις ο Ανέστης Βλάχος ήταν εκείνος που κατάφερνε να χτίσει μια διαφορετική περσόνα κάθε φορά ως μεγάλος ηθοποιός που ήταν

Έπαιξε σε πολλές ταινίες ο Βλάχος, καθώς ως λαϊκός άνθρωπος πάνω απ' όλα έπρεπε να ζήσει την οικογένεια του και να προτιμά τα «ναι» από τα «όχι». Έτσι, παρόλο που ξεκίνησε με Κούνδουρο και Κακογιάννη, πέρασε στο αμιγώς εμπορικό κύκλωμα, παίζοντας σε ταξικά μελό, κωμωδίες, κοινωνικά δράματα, σοφτ πορνό στα seventies, αστυνομικές περιπέτειες, ταινίες φουστανέλας και, βασικά, δουλεύοντας ακατάπαυστα: Από το ξεκίνημα του το 1954, σε ηλικία 20 ετών, φτάνουμε στο 2002 που συνεργάστηκε με τον Ροβήρο Μανθούλη στο «Lilly's story», με τον Τάσο Ψαρρά στη «Σκόνη που πέφτει» το 2004 αλλά και στο σήριαλ με τη ζωή του ποιητή Καρυωτάκη, όπως και με τον Κώστα Χαραλάμπους στη «Δεμένη κόκκινη κλωστή» το 2011 δίπλα στους νεότερους συναδέλφους του, Θάνο Σαμαρά και Τάσο Νούσια. Σταμάτησε να παίζει λίγο πριν τα 80 του και μόνον όταν άρχισε να κλονίζεται η υγεία του.

Πρώτη του γυναίκα ήταν η μουσικός και εικαστικός Νατάσα Παπανδρώνη που έφυγε από τη ζωή το 2018 σε ηλικία 74 ετών. Καρπός του γάμου τους υπήρξε ο γιος τους, Ηρακλής Βλάχος, πατέρας του Ανέστη Βλάχου τζούνιορ - οι τρεις, που τους είχα πετύχει στο «Καφέ των Ποιητών». Από τη δεύτερη σύζυγο του, την ηθοποιό Μαρία Γαρίτση, που έμεινε δίπλα του ως το τέλος, ο Ανέστης Βλάχος είχε αποκτήσει μια κόρη, την Έλλη Βλάχου

Ο Γιώργος Κωνσταντίνου μού είχε πει κάποτε πως σημασία στο ελληνικό σινεμά της ευρείας λαϊκής αποδοχής είχε για τον κάθε ηθοποιό να μην τυποποιείται, ακόμη κι αν ήταν πολύ αναγνωρίσιμος: «Ο Βουτσάς ήταν ο Βουτσάς, ο Βέγγος ήταν ο Βέγγος, αλλά εγώ δεν ήμουν ο Κωνσταντίνου! Ήμουν ο Κωνσταντίνου του Αντωνάκη, ο Κωνσταντίνου του ''Ξύπνα Βασίλη'', ο Κωνσταντίνου του ''Καλώς ήλθε το δολάριο'' και ο κόσμος δεν μπορούσε να ταυτιστεί μαζί μου». Το παράδοξο είναι στην περίπτωση του Ανέστη Βλάχου πως ενώ είχε καθιερωθεί στη συνείδηση του κόσμου ως ο «κακός», πετύχαινε πάντα με το ταλέντο του να κάνει σημαντικούς ακόμη και τους μικρότερους ρόλους στις ταινίες. Δεν είναι μικρό πράγμα και μόνο με τυποποίηση δεν έχει να κάνει.

Και κάτι ακόμη: Σε ένα από τα φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας, το 2002 ή το 2003, εκεί γύρω, ίσως και λίγο πιο μετά, ο Ανέστης Βλάχος που συμμετείχε στην κριτική επιτροπή, είχε χορέψει στο πάρτι της τελετής λήξης. Σημειωτέον, ο Δραμινός ηθοποιός είχε στηρίξει ως μέλος πάλι της κριτικής επιτροπής το φεστιβάλ Δράμας την πρώτη χρονιά διεξαγωγής του, το 1978. Σε εκείνο το φεστιβάλ στη μετά millennium εποχή, λοιπόν, θυμάμαι πως τηλεφώνησα του Κούνδουρου αργά τη νύχτα για να του πω ότι βλέπω τον παλιό ηθοποιό του, τον Βλάχο, να ξεδίνει ως χορευταράς. «Πρόσεχε μη σε στραγγαλίσει» μου είπε ο Κούνδουρος με το γνωστό χιούμορ του. Και μετά: «Να του δώσεις χαιρετίσματα και αν είναι δυνατόν να μου τον φιλήσεις». Ποιος ξέρει, κανείς δηλαδή δεν το ξέρει, μπορεί ο Ανέστης Βλάχος από χθες να'ναι κάπου παρέα με τον Κούνδουρο και να γυρίζουν ακόμη μία ταινία, την οποία ποτέ δεν θα δούμε.