Για το «Dangerous Acquaintances», το πιο mainstream άλμπουμ της Marianne Faithfull

Η ιστορία του δίσκου της Marianne Faithfull με τη μπαλάντα «So Sad», ίσως το πιο δημοφιλές τραγούδι της στην Ελλάδα

Αντώνης Μποσκοΐτης 10/04/2020 | 13:25

Το τραγούδι «So Sad», την απόλυτη rock καψουρομπαλάντα, το πρωτάκουσα στην «Town Pump», το στέκι μας στο Πασαλιμάνι, από τον DJ τον Αργύρη. Στις αρχές του '90, αφού η «Town», όπως λέγαμε σε συντομία το μπαρ, έκλεισε οριστικά το '96. «Ποια ειν' αυτή η φωνάρα που τραγουδάει;» πήγα και ρώτησα τον Αργύρη, εν μέσω Led Zeppelin, Supertramp, David Bowie και τις κομματάρες που συνήθως έπαιζε κι εμείς μαθαίναμε. Στην ίδια παρέα ήταν και ο Άκης Καπράνος, γνωστός κριτικός κινηματογράφου σήμερα, όπως και πολλοί άλλοι, με τους οποίους ξαναβρεθήκαμε τα τελευταία χρόνια στο facebook. Επί τόπου ο Αργύρης τράβηξε το βινύλιο και μου το έδωσε. Έτσι είδα για πρώτη φορά το όμορφο πρόσωπο της καλλιτέχνιδας μαζί με τ' όνομα της κι από κάτω φαρδύ - πλατύ τον τίτλο του άλμπουμ: Marianne Faithfull «Dangerous Acquaintances». Τι ήταν αυτή η Faithfull; Χίπισσα, μεταλλού ή και disco queen; Δεν μπορούσα να καταλάβω απ' το ύφος του τραγουδιού και η χρονιά έκδοσης του δίσκου, το 1981, δεν βοηθούσε ιδιαιτέρως. Ευτυχώς λίγα χρόνια αργότερα αγοράζαμε μετά μανίας το περιοδικό «ZOO», ειδικευμένο στην ψυχεδελική κουλτούρα των 60s - 70s κι έτσι μάθαμε για τα καλά ποια ήταν η πανέμορφη αυτή γυναίκα και τι είχε κάνει ίσαμε τότε στη ζωή και την καριέρα της

Το πορτραίτο της Marianne Faithfull στο εξώφυλλο του «Dangerous Acquaintances» ήταν μια φωτογραφία της από τον Clive Arrowsmith

Οι λίγο μεγαλύτεροι, βέβαια, είχαν συνδέσει το «So Sad» με μία ελληνική teenage comedy που είχε σπάσει τα ταμεία, το πρώτο «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» (1982) του Όμηρου Ευστρατιάδη στη σκηνή με τον Σταμάτη Γαρδέλη και την Τέτα Ντούζου στη θάλασσα. Το ίδιο κομμάτι της Faithfull ξανακούστηκε και σε μία ακόμη ταινία ανάλογου ύφους, το «Θηλυκό θηριοτροφείο» (1984) του Νίκου Ζερβού - ενδεικτικό του πόσο εμπορικός υπήρξε ο δίσκος της Αγγλίδας καλλιτέχνιδας όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία, η Σουηδία, η Ολλανδία και η Νορβηγία. Παρόλα αυτά, όπως θα δούμε παρακάτω, η ίδια η Marianne Faithfull ποτέ δεν συμπάθησε τη συγκεκριμένη δουλειά της και γι' αυτό σπανίως - αν όχι ποτέ - τραγουδούσε τα κομμάτια στα live της ανά τον κόσμο.

Το 1981 η φωνή της δεν είχε καμία σχέση με τις εύθραυστες κοριτσίστικες ερμηνείες της στα 60s. Εθισμένη ακόμη στην ηρωίνη, είχε περάσει μία λαρυγγίτιδα που σημάδεψε τις φωνητικές χορδές της, ενώ διατηρούσε σχέση με τον μουσικό Ben Brierly από το punk συγκρότημα Vibrators. Ο Brierly ήταν αυτός που έγραψε το κομμάτι «Intrigue», το ένα από τα δύο βασικά singles του «Dangerous Acquaintances» - το άλλο δεν ήταν το «So Sad», αλλά το «For beauty's sake», σύνθεση που μοιράστηκε η Faithfull με τον Stevie Winwood. Διότι στο άλμπουμ αυτό συμμετείχε η αφρόκρεμα των Βρετανών μουσικών: Μεταξύ άλλων, ο κιμπορντίστας Chris Stainton και ο κιθαρίστας Neil Hubbard από τη Grease Band του Joe Cocker, ο ντράμερ Jim Leverton με θητεία στα progressive rock συγκροτήματα της σκηνής του Canterbury, ο Steve Winwood από τους Traffic και, βέβαια, ο τραγουδοποιός και κιθαρίστας Barry Reynolds, που έμελλε να συνεργαστεί στενά με τη Faithfull. Τα περισσότερα τραγούδια του «Dangerous Acquaintances» ήταν συνθέσεις που συνυπέγραψαν ο Reynolds με την ερμηνεύτρια. 

Ο Barry Reynolds υπήρξε κομβικό πρόσωπο στην καριέρα της Faithfull, αν σκεφτεί κανείς πως μαζί με τον παραγωγό Mark Mundy ήταν οι υπεύθυνοι του θρυλικού «Broken English», του άλμπουμ που το 1979 σηματοδότησε την επάνοδο της καλλιτέχνιδας στο μουσικό στερέωμα. Για την ακρίβεια, ο Barry Reynolds ήταν πίσω από την backing band του άλμπουμ, ενώ είχε γράψει μερικά από τα καλύτερα τραγούδια, σαν το ομότιτλο, που ήταν εμπνευσμένο από τη διαβόητη τρομοκράτισσα Ulrike Meinhof. Και γι' αυτό, επειδή ακριβώς το «Broken English» βγήκε στην κυριαρχία του punk και του new wave ρεύματος, συστήνοντας την «ανανεωμένη Faithfull» με υπέροχες συνθέσεις, το πιο mainstream «Dangerous Acquaintances» απογοήτευσε! Ενδεχομένως τόσο η Faithfull, όσο και ο Reynolds, ο συνθέτης της εκείνη την περίοδο, να αποσκοπούσαν στη δημιουργία ενός λιγότερο «καταραμένου» και περισσότερο εμπορικού, στα όρια της pop - ακόμη και της disco - άλμπουμ, συνθήκη που μάλλον δεν ταίριαζε στην ερμηνεύτρια, ασχέτως της απήχησης που είχε το αποτέλεσμα, όπως είπαμε, σε πολλές χώρες. Θα ήταν άδικο, ωστόσο, να παραβλέψουμε πως το «Dangerous Acquaintances» περιείχε ορισμένα επίσης πολύ καλά τραγούδια

Το εναρκτήριο «Sweetheart» ήταν ένα ρυθμικό pop - rock κομμάτι με ακόλουθο το «Intrigue», μία μπαλάντα με κυρίαρχα τα ηλεκτρονικά κίμπορντς της εποχής. Το «Easy in the city», σύνθεση των Reynolds - Faithfull, έμοιαζε να είχε μείνει εκτός από το «Broken English», εκεί που το αμέσως επόμενο, το «Strange One» ήταν ένα καθαρόαιμο FM rock κομμάτι. Το «Tenderness», επίσης των Reynolds - Faithfull, ήταν μάλλον ένα απ' τα πιο αδιάφορα τραγούδια του δίσκου, που το ακολουθούσε όμως το «For Beauty's Sake», σύνθεση των Faithfull - Winwood, ίσως η καλύτερη στιγμή του «Dangerous Acquaintances». Επόμενο κομμάτι, η μπαλάντα «So Sad», στη σύνθεση του οποίου, εκτός απ' τους Reynolds - Faithfull, συμμετείχε και ο μπασίστας Steve York. Το «Eye Communication» ήταν ένα rock κομμάτι με δυνατό τέμπο και το άλμπουμ έκλεινε με το, μεγάλο σε διάρκεια, «Truth, bitter truth», η άλλη καλύτερη στιγμή της δουλειάς, με τη σύνθεση να συνυπογράφουν και πάλι οι Reynolds - Faithfull αυτή τη φορά μαζί με τον David Courts, επίσης συνεργάτη της ερμηνεύτριας για την επόμενη εικοσαετία. 

Από τη φωτογράφηση της Marianne Faithfull από τον Clive Arrowsmith, για το εξώφυλλο του «Dangerous Acquaintances» (1981)

Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στα λονδρέζικα Matrix Studios με παραγωγό τον Mark Mundy για την Island Records, στη δεύτερη συνεργασία της Faithfull με τον ίδιο παραγωγό και την ίδια εταιρεία μετά το «Broken English». Αργότερα η ίδια θα δήλωνε γι' αυτό το άλμπουμ, το όγδοο κατά σειρά στη δισκογραφία της, πως έγινε κάτω από συνθήκες ασυνεννοησίας μεταξύ της ίδιας, των μουσικών της μπάντας και του παραγωγού. Και δεν είναι τυχαίο πως τόσα χρόνια μετά η Marianne Faithfull συνεχίζει να ηχογραφεί και να τραγουδά live το «As tears go by» από την πρώιμη περίοδο της στα 60s, ενώ φαίνεται νά'χει αποκηρύξει τα τραγούδια του «Dangerous Acquaintances» (όπως και άλλων, βέβαια, μεταγενέστερων δίσκων της).

Αμέσως μετά την κυκλοφορία του δίσκου, στα τέλη του 1981, η Marianne Faithfull μετακόμισε στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ, όπου συνέχισε τη μάχη της με την απεξάρτηση. Το 1983 ηχογράφησε πάλι με τη βοήθεια του Barry Reynolds για την Island το άλμπουμ «A child's adventure», ενώ το 1985 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το «Masques», ένα εξαιρετικό άλμπουμ της ηχογραφημένο το 1971, κατά την πιο σκοτεινή περίοδο της ζωής της. Ο νέος τίτλος που δόθηκε στο άλμπουμ ήταν «Rick Kid Blues» και μέσα εκεί περιέχονταν οι ερμηνείες της Faithfull σε κομμάτια των Phil Ochs, Bob Dylan, George Harrison, Tim Hardin, Sandy Denny, Cat Stevens και άλλων folkist τραγουδοποιών. Το 1985 ήταν και η χρονιά, όμως, που θα ηχογραφούσε για πρώτη φορά με τη φωνή της Kurt Weill και συγκεκριμένα το «Ballad of a soldier' s wife» σε ένα ευφυές project του Αμερικανού παραγωγού Hal Willner. Ελάχιστα διαδόθηκε η είδηση πως ο Hal Willner πέθανε πριν λίγες μέρες από κορονοϊό, στα 64 του, την ίδια αιτία απ' την οποία περνάει δύσκολα τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές και η Marianne Faithfull σε νοσοκομείο του Λονδίνου. Ίσως ο Hal Willner να υπήρξε το νέο σημαντικό πρόσωπο στην καριέρα της ερμηνεύτριας ως ιθύνων νους πίσω από το «Strange Weather» του 1987, τότε που η Faithfull είχε καθαρίσει οριστικά με την ηρωίνη και υιοθετούσε την ερμηνευτική περσόνα της στους χώρους της jazz, του blues και του, εκ πορευόμενου απ' τον Tom Waits, dark cabaret. Είναι μια άλλη ιστορία αυτή.