Αφιέρωμα στον Αντώνη Καλογιάννη που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 85 ετών

Τα χρόνια στο εξωτερικό δίπλα στον Μίκη Θεοδωράκη, τα μεγάλα έργα, η επιστροφή στην Ελλάδα και η στροφή στο ελαφρολαϊκό ρεπερτόριο. Περιέχεται μαρτυρία της Μαρίας Φαραντούρη.

Αντώνης Μποσκοΐτης 14/02/2021 | 10:13
«Ο Αντώνης ήταν ένα λαϊκό αριστερό παιδί από την Καισαριανή. Τσαγκάρης δούλευε, αν τα λέω καλά, μέχρι που ένας συγγενής του, μίλησε του Μίκη για να τον ακούσει». Ακούω τη Μαρία Φαραντούρη από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής να μου μιλάει με βαθιά συγκίνηση για τον συνάδελφό και συνοδοιπόρο της στο τραγούδι τα δύσκολα χρόνια της χούντας, πάντα υπό τη σκέπη του Μίκη Θεοδωράκη. Ήταν αρχές του 1966, όταν ο Θεοδωράκης θα έφευγε για μια μεγάλη περιοδεία στην πρώην Σοβιετική Ένωση με την ορχήστρα του και με τους δύο νέους τότε τραγουδιστές του, τη Φαραντούρη και τον Γιάννη Πουλόπουλο. Τελευταία στιγμή ο Πουλόπουλος αποχώρησε από το σχήμα με το φόβο να μη χαρακτηριστεί κομμουνιστής, μια και θα τραγουδούσε επί ρωσικού εδάφους. Τη θέση του πήρε ο Αντώνης Καλογιάννης, 29 χρόνων τότε, που εν τω μεταξύ τον είχε ακούσει ο Μίκης και του είχε αρέσει.
 
Πέτρος Πανδής, Αντώνης Καλογιάννης, Μαρία Φαραντούρη, Μίκης Θεοδωράκης
 
Έτσι ξεκινάει η πρώτη μεγάλη καριέρα του Καλογιάννη, κυρίως στο εξωτερικό, αφού ήταν από τους πρώτους που ακολούθησαν τον Θεοδωράκη στο Παρίσι με την επιβολή της δικτατορίας. Για τη Φαραντούρη αυτή ήταν η «δωρική περίοδος του» που κράτησε από το 1967 μέχρι το 1972, όταν δηλαδή πήρε την απόφαση να γυρίσει στην Ελλάδα με την οικογένεια που είχε φτιάξει. Μιλάμε για μια πραγματικά σημαντική καριέρα αφού του δόθηκε η ευκαιρία να σφραγίσει με τη φωνή του οριακά έργα του Μίκη Θεοδωράκη σε πρώτη εκτέλεση: Τα, γραμμένα για τον Ανδρέα Λεντάκη, «Τραγούδια του Ανδρέα», τα «Επιφάνια - Αβέρωφ» σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη, που ηχογραφήθηκαν στο Palais de Chaillot το 1970 με τη συμμετοχή του ηθοποιού Yves Montand στην απαγγελία, καθώς και έναν άλλο, λιγότερο γνωστό, κύκλο τραγουδιών, τη «Νύχτα θανάτου» σε στίχους Μάνου Ελευθερίου. Κι αν ο Καλογιάννης συμμετείχε ακόμη στις ηχογραφήσεις των θεοδωρακικών έργων «Ο Ήλιος και ο Χρόνος» (πάλι από ζωντανή ηχογράφηση στο παρισινό Palais de Chaillot μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη, τον Πέτρο Πανδή και τη Μαρία Δημητριάδη) και «Τα Λαϊκά» σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, μαζί με τη Μαρία Δημητριάδη, ιστορικής σημασίας θα χαρακτηρίζονταν οι ερμηνείες του στα έργα «Πνευματικό Εμβατήριο» σε ποίηση Άγγελου Σικελιανού και «Κατάσταση Πολιορκίας» σε ποίηση Μαρίνας, στο πλευρό της Μαρίας Φαραντούρη, για τη φωνή της οποίας είχαν γραφτεί κιόλας.
 
 
Η Φαραντούρη έχει μόνο καλά να θυμηθεί από τον Καλογιάννη, που μοιράστηκαν την καθημερινότητα τους κατά τα γύψινα χρόνια. Τον χαρακτηρίζει έναν «καλότατο άνθρωπο με χιούμορ που εντυπωσίαζε με τη βαθιά εκφραστική φωνή του όσους ξένους πήγαιναν στις συναυλίες τους». Κι αν εκείνη παρέμεινε στο πλευρό του Μίκη καθ' όλη τη διάρκεια της χούντας, θεωρεί σχεδόν αναμενόμενη τη δεύτερη καριέρα του με τον επαναπατρισμό του, υπηρετώντας το είδος του ελαφρολαϊκού τραγουδιού.
 
 
Έτσι, το 1972 ο Καλογιάννης συνεργάζεται με τον Δήμο Μούτση στο άλμπουμ «Συνοικισμός Α» μαζί με τη Βίκυ Μοσχολιού. Στην ουσία επρόκειτο για το πρώτο επίσημο δισκογραφικό βήμα του, εφόσον οι ηχογραφήσεις του στα θεοδωρακικά έργα θα κυκλοφορούσαν ευρέως κατά τη Μεταπολίτευση. Τον Μούτση διαδέχεται ο Μίμης Πλέσσας, ο οποίος, ένα χρόνο αργότερα, επιλέγει τον Καλογιάννη για ερμηνευτή του έργου του, «Για μια σταγόνα αλάτι», σε στίχους Δημήτρη Χριστοδούλου, μαζί με την Πετρή Σαλπέα. Από κει και πέρα, καθώς προχωρά η δεκαετία του 1970, ο Καλογιάννης βάζει τη φωνή του σε έργα πολλών άλλων δημιουργών (Κουνάδης, Καλαμαριώτης, Πυθαγόρας, Ποντίκας, Λυκιαρδοπούλου κ.α.) συνεργαζόμενος με συναδέλφους του σαν τη Μαρινέλλα, τη Λήδα Χαλκιαδάκη και τη Μαρία Δουράκη. Αξίζει ίσως να μείνουμε σε δύο χρονιές - σταθμούς: Στο 1975, όταν κυκλοφορεί έναν πολυσυλλεκτικό δίσκο με τίτλο το όνομα του και με τραγούδια των Θεοδωράκη, Μούτση, Πλέσσα, Χατζηνάσιου, Κουνάδη, καθώς και στο 1979: Τότε κάνει ακόμη έναν ολόκληρο δίσκο με τραγούδια του Ζορζ Μουστακί, ενώ συμμετέχει και στα «Γράμματα στον Μακρυγιάννη και άλλα λαϊκά» του Ηλία Ανδριόπουλου, σε στίχους των Μάνου Ελευθερίου - Μιχάλη Μπουρμπούλη, μαζί με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη. Το τελευταίο άλμπουμ άνοιγε με την τεράστια επιτυχία «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες», που έμελλε να ταυτιστεί με την θριαμβική έλευση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.
 
Με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη στο ένθετο της δισκογραφικής έκδοσης «Γράμματα στον Μακρυγιάννη και άλλα λαϊκά» (1979)
 
Το 1981 όλη η Ελλάδα τραγουδάει «Όμορφη μου Κατερίνα» και ο Καλογιάννης αλλάζει εντελώς ερμηνευτικό στυλ. Η περίοδος της μεταπολιτευτικής εκτόνωσης μοιάζει να έχει κοπάσει και ο ίδιος αποσκοπεί μάλλον σε μία καριέρα σαν αυτή του Γιάννη Πάριου. Η «βαθιά εκφραστική φωνή του», που λέει κι η Φαραντούρη, πλέον κατατίθεται σε ελαφρολαϊκά αμιγώς ερωτικά τραγούδια. Σημειώνει, ωστόσο, τεράστια επιτυχία, η οποία συνεχίζεται με την «Αννούλα του χιονιά», το 1984, μέσα από τη συνεργασία του με τον Μάριο Τόκα και τον στιχουργό Σαράντη Αλιβιζάτο. Αξίζει να σημειωθεί πώς ένας έντεχνος - λαϊκός δίσκος που είχε κάνει με τον Δημήτρη Λάγιο και τον Φώντα Λάδη, το «Εδώ που γεννηθήκαμε» του 1983, δεν είχε καταφέρει να αναδείξει κάποια επιτυχία.
 
1983 Φώντας Λάδης, Αντώνης Καλογιάννης, Δημήτρης Λάγιος στο ένθετο της δισκογραφικής έκδοσης «Εδώ που γεννηθήκαμε» (1983)
 
Η δεκαετία του 1980 μοιάζει να του ανήκει, πάντα μέσα από το ελαφρολαϊκό ρεπερτόριο: Ζεϊμπέκικα, χασαποσέρβικα και, πάνω απ' όλα, ερωτικές μπαλάντες. Συνεργασίες ακόμη με τα Τζαβαράκια, τη Μαρινέλλα στη μεγάλη επιτυχία «Σ' αγαπώ σαν το γέλιο του Μάη», τον Γιάννη Πάριο, την Ελένη Δήμου κ.α. Μια πρώτη κάμψη ο Καλογιάννης την περνάει με την είσοδο στη δεκαετία του 1990 και την επικράτηση του καινούργιου «έντεχνου» τραγουδιού των τραγουδοποιών. Η δισκογραφία του περιορίζεται σε επανεκδόσεις των έργων του Μίκη Θεοδωράκη και του Ηλία Ανδριόπουλου με τη φωνή του, καθώς και σε προσωπικά άλμπουμ με τον συνθέτη Αλέξη Παπαδημητρίου. Ξανακάνει, όμως, επιτυχία στα 1991, όταν μεταφέρει στα ελληνικά το αριστουργηματικό «Dance me to the end of love» του Leonard Cohen σε στίχους του Ανδρέα Νεοφυτίδη.
 
Ο δίσκος «Σε ανύποπτο χρόνο» (1991) περιείχε το «Χόρεψε με», δηλαδή το «Dance me to the end of love» του Leonrad Cohen στα ελληνικά
 
Η καριέρα του Αντώνη Καλογιάννη σταματά νωρίς, σχεδόν στα 60 του χρόνια. Τελευταία φορά που ακούσαμε ηχογραφημένη τη φωνή του ήταν στο διπλό CD «Για τον Γρηγόρη», από συναυλία - αφιέρωμα στον Μπιθικώτση το 2002. Το 2008 χάνει ξαφνικά τον γιο του κι αυτό το τραγικό γεγονός ουσιαστικά τον κάνει ν' αποσυρθεί απ' τα φώτα της δημοσιότητας. Τα τελευταία χρόνια, υποφέροντας και από τύφλωση, επέλεξε τη μοναξιά και τις στιγμές με τους οικείους του ανθρώπους.
 
Με την απώλεια του Αντώνη Καλογιάννη κλείνει άλλο ένα σημαντικό κεφάλαιο του ελληνικού τραγουδιού από τη δεκαετία του '70 μέχρι τις μέρες μας. Ο επίλογος από τη Μαρία Φαραντούρη, που τον έζησε από κοντά όσο κανένας άλλος συνάδελφός του: «Μέναμε στο ίδιο κτίριο στο Παρίσι, εκείνος με τη γυναίκα και τα παιδιά του, που πήγαιναν σε γαλλικό σχολείο, κι εγώ σ' ένα δικό μου διαμέρισμα. Είχα πολλά χρόνια να τον δω, γιατί δεν μπορούσα να αντέξω στη θέα ενός Αντώνη αποδυναμωμένου. Μάθαινα όμως τα νέα του και χαιρόμουν που αν και είχε χάσει το παιδί του και την όραση του, εξακολουθούσε να έχει οξύνοια και χιούμορ. Ιδεολόγος ως το τέλος. Καλό του ταξίδι. Θα τον θυμάμαι πάντα με αγάπη». Ο Αντώνης Καλογιάννης είχε γεννηθεί το 1935 και φέτος τον Αύγουστο θα γινόταν 86 ετών.
 
* Ένα μεγάλο μέρος αυτού του άρθρου δημοσιεύθηκε στο Docville με το Documento της Κυριακής 14.2.2021