Δεν αποκομίζεις συχνά τέτοια αίσθηση βγαίνοντας από το live ενός νέου Έλληνα καλλιτέχνη!

Το live του Σπύρου Παρασκευάκου εμπεριείχε το δυτικό μπαρόκ και την cabaret punk αισθητική, τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ και τον Καρυωτάκη της Πλάτωνος, τον Μάνο Χατζιδάκι και τα ηλεκτρονικά ηχοτόπια της Bjork! 

Αντώνης Μποσκοΐτης 01/12/2019 | 14:10

Η συνθήκη τού να είσαι συνθέτης, να γράφεις δηλαδή για φωνές άλλων και να μελοποιείς στίχους άλλων, είναι ένας πολύ συνηθισμένος και ενίοτε νόστιμος καρπός από το δέντρο του ελληνικού τραγουδιού. Το να αποφασίζεις κάποια στιγμή κι ενώ έχεις ακουστεί ως συνθέτης να βγεις ο ίδιος ως ερμηνευτής του υλικού σου, αυτό είναι κάτι που σίγουρα θα χαρακτηριζόταν τολμηρό, αν μη τι άλλο. Μπορώ να θυμηθώ σαν μια τέτοια φωτεινή και χαρακτηριστική περίπτωση τον σπουδαίο Δήμο Μούτση, που ενώ έγραψε λαϊκά τραγούδια για τις μεγαλύτερες φωνές στα 70s, μια δεκαετία αργότερα υιοθέτησε ένα «ντυλανικό» στυλ και έγινε ο απόλυτος Έλληνας «song writer» - χρησιμοποιώ τον αγγλικό όρο, καθώς ο Μούτσης του «Ενέχυρου» και του «Να...!» με το ηχητικό περίβλημα κιθάρα- βιολί- φυσαρμόνικα και με τις δικές του ερμηνείες, έκανε κάτι τελείως δικό του στο πλαίσιο του λεγόμενου έντεχνου- ηλεκτρικού τραγουδιού.

Οι εποχές βέβαια έχουν αλλάξει. Τα γνωστά που λέμε με κάθε ευκαιρία: Οι δισκογραφικές πνέουν τα λοίσθια, τα δισκάδικα και ο μουσικός Τύπος σχεδόν δεν υφίστανται, για τα περισσότερα ραδιόφωνα...πέρα βρέχει, άρα είναι πολύ λιγότερες οι ευκαιρίες που δίνονται σε ένα νέο δημιουργό, όχι για να αναδειχτεί στον «καινούργιο Δήμο Μούτση» (αυτό δεν το συζητάμε καν, διότι απαιτείται έργο χρόνων στην πλάτη του άλλου), αλλά για να ακουστεί, να ξεχωρίσει και, βασικά, για να δηλώσει πρώτα την παρουσία του και μετά το στίγμα του. Καθόλου εύκολα πράγματα δηλαδή με αποτέλεσμα πολλά γνήσια ταλέντα να κουράζονται και να τα παρατάνε (στη χειρότερη) ή να συντηρούν για χρόνια ένα περιορισμένο «στάσιμο» κοινό (στην καλύτερη).

Τον Σπύρο Παρασκευάκο τον γνωρίσαμε μέσα από την Τέταρτη Ακρόαση της Μικρής Άρκτου, μέσα από τις ομαδικές συνεργασίες του με στιχουργούς (Χ. Γ. Παπαδόπουλος, Γιάννης Βασιλόπουλος) και ερμηνευτές (Ζαχαρίας Καρούνης, Απόστολος Κίτσος, Δήμητρα Σελεμίδου) και, κυρίως, μέσα από καλοφτιαγμένα τραγούδια που περιλάμβαναν όλη την αστείρευτη μελωδική φλέβα ενός νέου εμπνευσμένου δημιουργού. Τελευταία, ο Παρασκευάκος επιχειρεί ένα άλλο ξάνοιγμα που, προσωπικά, το θεωρώ πολύ πιο ενδιαφέρον από καλλιτεχνικής άποψης και τολμηρό, αν υποτεθεί πως νωρίς σχετικά θέλει (ή έτσι φαίνεται τουλάχιστον) να εγκαταλείψει την προαναφερθείσα «σίγουρη» συνθήκη και να παρουσιάσει κάτι ολότελα προσωπικό και προσωποπαγές. 

Πιστεύω πως η χθεσινή συναυλία του στην Αγγλικανική Εκκλησία στο Σύνταγμα τον δικαίωσε απόλυτα ως προς αυτή την επιλογή του, για την οποία κανείς δεν γνωρίζει τι μέλλει γενέσθαι. Ο Παρασκευάκος εμφανίστηκε να ερμηνεύει ο ίδιος το υλικό του με έναν τρόπο ιδιαίτερο, εσωστρεφή και παράλληλα άκρως επικοινωνιακό, σύγχρονο και μάλλον πρωτότυπο για τα εγχώρια δεδομένα. Μία ανάλογη συγκίνηση είχα δοκιμάσει τον Μάιο του 2010 μέσα στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης στο live ενός απίστευτου τύπου που λεγόταν Matteus και που «έχασα» μέσα στα επόμενα χρόνια. Δεν μπορώ να περιγράψω αυτό που βίωσα χθες βράδυ στην Αγγλικανική Εκκλησία της Αθήνας, πάντως συνειδητοποίησα πως μέσα από τον τρόπο που παρουσίασε ο Παρασκευάκος το τραγούδι του και τη μουσική του, εμπεριέχει το δυτικό μπαρόκ και τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ, τον Καρυωτάκη της Πλάτωνος, μια cabaret punk αισθητική και τα ηλεκτρονικά ηχοτόπια της Bjork

Δεν θα ήθελα να μειώσω επ' ουδενί λόγω τη συμμετοχή των τριών άλλων καλλιτεχνών στη συναυλία του. Ο Σταύρος Νιφοράτος είναι ένας καλός και επαρκέστατος τραγουδιστής, το ίδιο και η Κατερίνα Παράσχου, που μοιράστηκαν τις ερμηνείες στο υλικό του Παρασκευάκου και σε κάποιες διασκευές, από το «Τριαντάφυλλο στο στήθος» του Μάνου Χατζιδάκι μέχρι την «Εκδρομή» των Στάθη Δράκου/ Νίκου Μωραΐτη και το «Dance me to the end of love» του Leonard Cohen. Οφείλω να πω ακόμη ότι ήταν από τις πολύ λίγες φορές που μία ηθοποιός στην απαγγελία - η Ιωάννα Λέκκα εν προκειμένω - φανέρωσε τις δυνατότητες της στην υποκριτική τέχνη και δεν αρκέστηκε σε μία διεκπεραίωση. Ίσως να ήταν και τα δυνατά ποιήματα του Παρασκευάκου που κλήθηκε να ερμηνεύσει...από άμβωνος, αναδεικνύοντας όλη την ευαισθησία τους. Πάντως, έχουμε δει συχνά ηθοποιούς - ονόματα να συμμετέχουν σε μουσικές παραστάσεις και να «ξεπετάνε» τα κείμενα, βασισμένοι μόνο και μόνο στην αναγνωρισιμότητα τους. Είναι κάτι που δεν μου αρέσει καθόλου, καθώς ουσιαστικά ικανοποιούν τη ματαιοδοξία τους και κοροϊδεύουν το κοινό - όχι μόνο το δικό τους, αλλά του μουσικού δημιουργού, ο οποίος τους επέλεξε, κι αυτό είναι το χειρότερο! Για την Ιωάννα Λέκκα κάτι τέτοιο δεν ισχύει καθόλου! Φαίνεται να γνωρίζει καλά το «ρόλο» της και να ενσωματώνεται στην όλη παράσταση, προσθέτοντας ότι μπορεί και ότι πρέπει να προσθέσει με την τέχνη της.

Ωστόσο, το σημαντικότερο στη συναυλία του Παρασκευάκου είναι το εξής: Και μόνος του να έβγαινε επί σκηνής, με τη μπάντα του και δίχως τη συμβολή άλλων ερμηνευτών, είναι τέτοιο το υλικό του και, επαναλαμβάνω, ο τρόπος που μας το παρουσίασε, ώστε θα μιλάγαμε για κάτι μοναδικό και πρωτοφανέρωτο. Ένας τραγουδοποιός που υπηρετεί δηλαδή τη μουσική του και τραγουδάει τα κομμάτια του ή κομμάτια άλλων που αγαπάει, σαν το «Παπάκι» του Νικόλα Άσιμου και τον «Κηπουρό» του Παύλου Παυλίδη, με μία φωνή ράθυμη, τρεμάμενη και άφυλη, που σε μένα θύμισε τον συμπατριώτη του τον Matteus, που έλεγα πριν, ακόμη και την Anohni (πρώην Antony Hegarty από τους Antony & The Johnsons). Με λίγα λόγια, δεν είναι συνηθισμένο να φύγει κανείς με μια τέτοια εντύπωση από συναυλία σύγχρονου νέου Έλληνα τραγουδοποιού. 

Δεν γνωρίζουμε την εξέλιξη της πορείας του Σπύρου Παρασκευάκου, πάντως εμένα θα μου άρεσε και πολύ θα εκτιμούσα αν έμπαινε σ' ένα στούντιο με το ίδιο εξαίρετο team μουσικών και ερμήνευε ο ίδιος τα καινούργια τραγούδια του, που θα ήταν πλούσια σε ηχητικούς πειραματισμούς. Το παράδοξο είναι, επίσης, πως ο Παρασκευάκος λειτουργεί κάπως αντίστροφα, ανάποδα να το πω αλλιώς, κι αυτό είναι κάτι που τον αναδεικνύει σε ρηξικέλευθο δημιουργό: Δεν ξεκίνησε έτσι για να γίνει ευρύτερα γνωστός εν συνεχεία μέσα από τη συνεργασία του με στιχουργούς και τραγουδιστές. Βήμα - βήμα, δίχως βιασύνη, χτίζει μία προσωπική κατάσταση, αφήνοντας τις συμβάσεις και παλεύοντας, ασυνείδητα ενδεχομένως, με ένα ολόκληρο σύστημα προκάτ καλλιτεχνών. Μα και μόνο που η διασκευή του στον «Κηπουρό» του Παυλίδη, έτσι όπως διοχετεύθηκε στο διαδίκτυο, διαρκεί ένα ολόκληρο δεκάλεπτο, ισοδυναμεί ασυζητητί με ρηξικέλευθη πράξη

Τη συναυλία των Σπύρου Παρασκευάκου- Κατερίνας Παράσχου- Σταύρου Νιφοράτου- Ιωάννας Λέκκα στην Αγγλικανική Εκκλησία της Αθήνας, Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019, παρακολούθησαν μεταξύ άλλων και οι Άρης Δαβαράκης, Θέμης Καραμουρατίδης, Μαρία Παπαγεωργίου

* Φωτογραφίες: ©VaGGiNet/EvaGGelia Thomakou