Περί Παρασίτου, ότι θεσμός η Παρασιτική

Όταν οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια, εμείς είχαμε θεσμίσει τον Παρασιτισμό

Ευάγγελος Κωνσταντέλος 14/03/2019 | 10:45

Διαχρονικά κάθε κοινωνία, από την πρωτόγονη μορφή της μέχρι τη σημερινή, πρέπει να ικανοποιεί τις βασικές της ανάγκες, να επιλύει προβλήματα και να υπερβαίνει τις αναγκαιότητες. Ο λόγος είναι για να πετύχει την όσο το δυνατόν καλύτερη λειτουργία της και να εξασφαλίσει τη διάρκειά της στο χρόνο. Για να το πετύχει αυτό η κοινωνία δημιουργεί θεσμούς. Μέσα στους θεσμούς διαμορφώνονται εκείνοι οι κοινωνικοί κώδικες, με βάση τους οποίους τα άτομα αλλά και οι ομάδες γνωρίζουν τη θέση τους και πράττουν ανάλογα το ρόλο που έχουν μέσα στην κοινωνία.

Οι θεσμοί διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Τους τυπικούς και τους άτυπους. Οι πρώτοι δημιουργούνται με νόμους και θεσμοθετούνται από τα θεσμικά όργανα του κράτους. Αντίθετα, οι δεύτεροι διαμορφώνονται και εφαρμόζονται μετά από πρωτοβουλία ατόμων και ορισμένων ομάδων και αποτελούν συνήθειες. Η διαδικασία δημιουργίας των άτυπων θεσμών λέγεται θεσμοποίηση. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, για παράδειγμα, ανέλυσε τον σχηματισμό της κοινωνίας ως θέσμιση (θεσμοθέτηση και θεσμοποίηση) «φαντασιακών σημασιών».

Από την εμφάνιση της νεωτερικότητας πολλοί φιλόσοφοι και στοχαστές, πριν τον Καστοριάδη και μετά την Αναγέννηση, ασχολήθηκαν με τον τρόπο θέσμισης της κοινωνίας. Ο Niccolò Machiavelli χαρακτηριστικά στον Ηγεμόνα ενδιαφέρεται κυρίως για τη σταθερότητα τις ισχύος και της εξουσίας με κάθε κόστος. Ο Thomas Hobbes επίσης στο Leviathan ενδιαφέρεται για μια ηθική θέσμιση της κοινωνίας, μέσα από ένα κοινωνικό συμβόλαιο το οποίο καθορίζεται από το κράτος. Ο John Stuart Mill βλέπει τα όρια των θεσμών ως τα όρια της εξουσίας, τα οποία μπορεί να ασκεί νόμιμα μια κοινωνία έναντι του ατόμου. Ο Jean-Jacques Rousseau, πιο επαναστατικός, μιλάει και αυτός για κοινωνικό συμβόλαιο. Η διαφορά του όμως από τον Hobbes είναι ότι δεν θεωρεί πως το κοινωνικό συμβόλαιο αυτοακυρώνεται και όταν καταπέφτει η κοινωνία πρέπει να επιστρέφει στο φυσικό δίκαιο. Ο Rousseau υποστηρίζει ότι όταν το κοινωνικό συμβόλαιο διαρρηγνύεται η κοινωνία έχει υποχρέωση να επαναστατήσει.

Ο Karl Marx αργότερα είδε την κοινωνία μέσα από την υλιστική αντίληψη της Ιστορίας και ανέλυσε όλες τις υποδιαιρέσεις των κοινωνικών τάξεων αλλά και την πάλη μεταξύ τους. Όλοι σχεδόν οι θεωρητικοί, πολιτικοί επιστήμονες και φιλόσοφοι είχαν αποδώσει τις θεωρίες τους για την θέσμιση της κοινωνίας, με τόσο υπερβολικά λογική και ρεαλιστική καθαρότητα, που ξεπερνούσαν ακόμη και τα όρια της ουτοπίας. Καμιά θεσμισμένη κοινωνία δεν είναι ή Α ή Β ή και τα δυο μαζί. Υπάρχουν και θεσμοί τους οποίους κανείς δεν προσπάθησε να αγγίξει, καθώς είναι πέρα από κάθε λογική και ορθολογιστική ανάλυση. Ένας τέτοιος θεσμός είναι και ο θεσμός των Παράσιτων.

Ευτυχώς εμείς οι Έλληνες, σε αντίθεση με άλλους λογικούς πολιτισμούς, θεμελιώσαμε το θεσμό των Παράσιτων ήδη από την αρχαιότητα. Όταν οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια, εμείς είχαμε θεσμίσει τον Παρασιτισμό. Συγκεκριμένα, ο θεσμός των παράσιτων ήταν συνδεδεμένος με τα Ηράκλεια εν Κυνοσάργει. Εορταστική εκδήλωση που λάμβανε χώρα στην αρχαία Αθήνα στα μέσα καλοκαιριού. Η γιορτή διοργανώνονταν στο Κυνόσαργες του δήμου Διομείας, μια περιοχή στην οποία αναπτύχθηκε μια από τις σπουδαιότερες και μακροβιότερες φιλοσοφικές σχολές. Η σχολή των Κυνικών. Μάλιστα, για τις ανάγκες της εκδήλωσης, στήθηκε και στήλη στην περιοχή κάτι σαν ιερό. Χαρακτηριστικά, οι ιερείς του ναού λέγονταν «παράσιτοι». Σε ελεύθερη μετάφραση σήμαινε «σύντροφοι στο τραπέζι».

Οι παράσιτοι ήταν νόθοι νέοι, μη γνήσιοι Αθηναίοι, εκλέγονταν αναγκαστικά, η θητεία τους ήταν υποχρεωτική και είχαν τιμητική θέση στην κοινωνία. Αυτοί οι νέοι είχαν την υποχρέωση να καταγράφουν την είσπραξη του φόρου σιταριού και ψωμιού, τη μεταφορά τους στις αποθήκες αλλά και τη φύλαξη των προσφερόμενων αγαθών από τους πιστούς. Οι παράσιτοι, αν και νόθοι, ήταν αξιοσέβαστοι στην εποχή τους, καθώς και ο ίδιος ο Ηρακλής ήταν ένας από αυτούς. Όσο περνούσαν τα χρόνια πλήθαιναν διαρκώς οι βωμοί που ήταν αφιερωμένοι στον Ηρακλή. Ταυτόχρονα οι κάτοικοι αυτών των περιοχών άρχισαν να αναπτύσσουν ιδιόρρυθμες συνήθειες. Χαρακτηριστικά ανέπτυξαν μια υπερβολική κουλτούρα συνδεδεμένη με την καλοφαγία, το φαγοπότι και το γλέντι, που αποσκοπούσε στην επαναφορά του Ηρακλή στη ζωή.

Αργότερα, στα Ρωμαϊκά χρόνια o παράσιτος ήταν ο πιο συνηθισμένος τύπος κόλακα. Προσκολλημένος πάντα σ' έναν άτεκνο πλούσιο για να τον κληρονομήσει. Η κοινωνική αυτή μάστιγα των παρασίτων και του παρασιτισμού είναι ένας βασικός στόχος της σάτιρας του Λουκιανού. Μάλιστα ο Σύρος ελληνομαθής από τη Σαμόσατα, ο οποίος έζησε περίπου από το 125 μ.Χ. μέχρι και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Κόμοδου το 192 μ.Χ., έγραψε τον περίφημο διάλογό του με τίτλο ‘Περί παρασίτου, ότι τέχνη η παρασιτική’. Ο διάλογος αυτός, ο οποίος μοιάζει με τον Αναρχικό Τραπεζίτη του Fernando Pessoa, γίνεται ανάμεσα σε δύο πρόσωπα τον Τυχιάδη και τον Σίμωνα τον Παράσιτο.

Όπως ο Τραπεζίτης προσπαθεί να πείσει τον φίλο του ότι είναι όντως αναρχικός, έτσι και ο Σίμωνας ο Παράσιτος προσπαθεί να πείσει τον Τυχιάδη, ότι ο παρασιτισμός είναι όντως τέχνη και μάλιστα η βασιλικότερη και ευγενεστέρα όλων των τεχνών. Κατά τον Σίμωνα η παρασιτική είναι τέχνη καθώς αποτελείται από ένα άθροισμα γνώσεων, με τις οποίες επιτυγχάνεται ο βασικός σκοπός της ζωής, που δεν είναι τίποτα άλλο από το… ό,τι είναι ωφέλιμο. Η επιχειρηματολογία του Σίμωνα, αφού πρώτα έχει παρουσιάσει μια σειρά από μεγάλα ονόματα της ελληνικής μυθολογίας και της ιστορίας και τους έχει αποδώσει ιδιότητες παράσιτου, καταλήγει σε μια σειρά διαπιστώσεων.

Αρχικά, η παρασιτική τέχνη μπορεί μόνο να εξασκηθεί εν καιρό ειρήνης ώστε να μην χολοσκά, να μην οργίζεται, να μην αγανακτεί ή να στενοχωριέται ο παράσιτος. Το μόνο που τον νοιάζει είναι να τρώει και να πίνει χωρίς έγνοιες και σκοτούρες. Βασική προϋπόθεση είναι όμως να υπάρχουν πλούσιοι. Όσο υπάρχουν πλούσιοι ο Παράσιτος είναι αναγκαίος. Ο λόγος είναι ότι ο Παράσιτος προσφέρει στον πλούσιο ένα αίσθημα ασφαλείας. Όπως λέει ο Σίμωνας, ο πλούσιος δεν χρειάζεται να φοβάται μήπως τον δηλητηριάσει κάποιος, αφού ο παράσιτος πρώτος θα δοκιμάσει να φάει και να πιεί. Δεν νιώθει βέβαια ούτε ευγνωμοσύνη αλλά ούτε ότι κάνει κάτι ανήθικο ή ντροπιαστικό. Είναι σε μια συνεχή απάθεια και αδιαφορία για οτιδήποτε. Μόνο μέλημά του είναι να υπάρχει κάποιο κορόιδο, που να τον ταΐζει και να τον ποτίζει.

Ο πλούσιος επομένως είναι ένας ξενιστής, πάνω στον οποίο ο παράσιτος προσκολλάται και απομυζεί μέχρις εκείνου του σημείου που να προκαλεί την ελάχιστη βλάβη στον ξενιστή. Οι ανόητοι και αδηφάγοι παράσιτοι, μη έχοντας κανένα μέτρο, δεν ενδιαφέρονται για τη βλάβη που μπορούν να προκαλέσουν και έτσι ο πλούσιος γίνεται φτωχός. Χαρακτηριστικό παράδειγμα έρχεται και πάλι από τον Λουκιανό, ο οποίος παρουσίασε στο έργο του ‘Τίμων ο Αθηναίος ή Μισάνθρωπος’ παράσιτους που τον πτώχευσαν και όταν ξαναπέκτησε χρήματα επέστρεψαν με κολακείες για να συνεχίσουν το θεάρεστο έργο τους. Φυσικά ο Τίμωνας τους πήρε κυριολεκτικά με τις πέτρες. Με τις πέτρες πήρε (εδώ μεταφορικά) και η κοινωνία όσους θεωρούσε στα χρόνια της κρίσης υπεύθυνους για την φτωχοποίησή της. Είχε όμως δίκιο ο κόσμος να θεωρεί τους πολιτικούς… τα παράσιτα της κοινωνίας;   

Δεδομένου ότι η κοινωνία είναι ο ξενιστής, το υποκείμενο που παράγει πλούτο, είναι ο πλούσιος που αναφέρει ο Λουκιανός, τότε θεωρητικά οι παράσιτοι θα πρέπει να είναι όλοι εκείνοι που θρέφονται με τον πλούτο του λαού. Μήπως είναι οι απλοί βουλευτές, οι τραπεζικοί, οι δημοσιογράφοι, οι συνδικαλιστές/εργατοπατέρες, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι ακαδημαϊκοί, οι παπάδες ή ακόμη και καιροσκόποι κάθε είδους, όλοι μέλη μιας ευρύτερης αστικής τάξης; Κατηγορηματικά πιστεύω πως όχι.

Τα μέλη της λεγόμενης αστικής/άρχουσας τάξης λειτουργούν αποσπασματικά και στοχευμένα και όχι καθολικά στην κοινωνία γιατί και αυτά αποτελούν μέρος της. Πολλές φορές όμως παρουσιάζονται ως επίδοξοι παράσιτοι. Με άλλα λόγια ο παράσιτος δεν μπορεί να παρασιτεί στον ίδιο του τον εαυτό. Ο παράσιτος θέλει πλούτο για να παρασιτεί. Άρα μια πτωχευμένη μεσαία και κατώτερη κοινωνική τάξη δεν αποτελεί ικανό ξενιστή να φιλοξενήσει έναν επίδοξο παράσιτο. Ο παράσιτος χρειάζεται αποκλειστικότητα και καθολικότητα.

Λύση σε ένα τέτοιο αδιέξοδο μας δίνει ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Charles Wright Mills, ο οποίος μας μιλάει για μια ανωτέρα τάξη, μια power elite. Η αστική άρχουσα τάξη απλά είναι υποδουλωμένη σε αυτή την power elite και μάλιστα κάθε στιγμή πρέπει να υπενθυμίζει τη δουλοπρέπειά της. Η ανωτέρα τάξη είναι μια σχετικά μικρή και χαλαρή διαπλεκόμενη ομάδα που κυριαρχεί και ασκεί επιρροή στην χάραξη της πολιτικής. Αυτές οι ομάδες δεν είναι τίποτα περίεργα λόμπι και σκοτεινές δυνάμεις. Είναι γραφειοκράτες μεγαλοδιευθυντές, μεγαλοστελέχη εταιριών, μεγαλοπαράγοντες και οργανισμοί του αθλητισμού, μεγαλοεκδότες, opinion leaders και μεγάλοι δημοσιογραφικοί όμιλοι, στρατιωτικοί και κυβερνητικοί αξιωματούχοι, ιεράρχες, ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί, think tanks και επιτροπές σοφών, πρυτάνεις και συμβούλια ερευνητικών κέντρων, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και διοικήσεις κεντρικών τραπεζών, εφοπλιστές, βιομήχανοι και άλλες παρόμοιες ομάδες που οι δράσεις τους επηρεάζουν τις αποφάσεις των εφήμερων πολιτικών εκπροσώπων του λαού. Με άλλα λόγια είναι όλοι όσοι βρίσκονται εκτός κοινωνίας και εξαιρούνται ή υπόκεινται σε ειδικό καθεστώς (αξιακό, νομικό, διοικητικό, φορολογικό κτλ.).

Για να μην τους κατηγορήσει η κοινωνία ως παράσιτους βγήκαν κάποιοι λαγοί, όπως ο Πάγκαλος που είπε «μαζί τα φάγαμε», όπως ο Στέφανος Μάνος που παρουσίασε το βιβλίο του Πάγκαλου, και στοχοποίησαν τον κόσμο. Μαζί με τον Πάγκαλο άρχισαν οι Γιάννηδες, Όλγες, Νικολάδες, Μπάμπηδες, Άρηδες, Λευτέρηδες, Θέμοι και όλος αυτός ο συρφετός σκλάβων, αυλικών και εθελόδουλων να κατηγορούν τους οδηγούς ταξί και φορτηγών, τους φαρμακοποιούς, τους δικηγόρους, τους συμβολαιογράφους, τους γιατρούς, τους καθηγητές και τους δασκάλους, τους μικρέμπορους και μεγαλέμπορους, τους μηχανικούς και τους αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες, μέχρι και τον φτωχοδιάβολο καστανά από τη Θεσσαλονίκη αλλά και όλους όσοι τόλμησαν να αντιδράσουν έστω και λίγο.

Εδώ οι παράσιτοι όμως έκαναν ένα μοιραίο λάθος. Έκαναν το ίδιο λάθος που έκαναν οι παράσιτοι στον Τίμωνα. Φτώχυναν και έβλαψαν τον ξενιστή τους. Όπως ακριβώς ο παρασιτισμός ήταν ένας σημαντικός παράγοντας του εκφυλισμού της ρωμαϊκής παντοκρατορίας και στη συνέχεια της πτώσης της, έτσι και σήμερα οι σύγχρονοι παράσιτοι οδήγησαν στον εκφυλισμό το ίδιο τους το καθεστώς.

Ό,τι βλέπουμε σήμερα είναι ο επιθανάτιος ρόγχος των παρασίτων του παλαιού κατεστημένου, που έμειναν με τον Τζήμερο, τον Κυριάκο και τον Άδωνι στο χέρι. Τα κόμματα δεν έχουν πια φανατικούς οπαδούς και αυτό πιέζει λίγο τα πράγματα. Οι μόνοι φανατικοί υποστηρικτές των παράσιτων τώρα πια είναι οι πληρωμένοι σκλάβοι και εθελόδουλοι δημοσιογράφοι τους, καθώς επίσης και κάποιοι οργανωμένοι οπαδοί, ποινικοί και ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος.   

Δυστυχώς ο θεσμός των παράσιτων δεν μπορεί να εξαλειφθεί. Ειδικά στον καπιταλισμό. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο Σύριζα και κάθε αριστερή κυβέρνηση είναι να ανανεώσει και να ενδυναμώσει τους ήδη υπάρχοντες θεσμούς με νέους ανθρώπους, να τους προστατέψει αλλά και να τους ελέγχει, εάν πράττουν υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Να αντιμετωπίσει την πολυνομία, την γραφειοκρατία και να λύσει τα προβλήματα που κάνουν το βίο του κόσμου αβίωτο. Ακόμη πρέπει να εμποδίσει τη νεοφιλελεύθερη ΝΔ και τα poulain της (ΠΑΣΟΚ-ΕΛΙΑ-ΚΙΝΑΛ-ΒΕΝΙΖΕΛΟ-ΠΟΤΑΜΙ) να επαναφέρουν την κυβερνητική διαφθορά και το ακαταδίωκτο των εγκληματικών ενεργειών των μελών τους, που χαρακτηρίζουν αυτό το παλαιό καθεστώς της ατιμωρησίας και της διαπλοκής.

Η κοινωνία έχει κατανοήσει πιά ότι δεν μπορεί να κερδίσει πάλι όσα οι παράσιτοι της υπεξαίρεσαν. Έχει κατανοήσει ακόμη ότι όσα δήθεν λάθη και παραλήψεις έγιναν από μεριάς του Σύριζα, δεν ήταν αποτέλεσμα διαφθοράς ή ανικανότητας αλλά αποτέλεσμα σφοδρής και λυσσαλέας επίθεσης από τους πραγματικούς παράσιτους της κοινωνίας και τους αυλικούς τους. Εσωτερικού και εξωτερικού. Ας αναλογιστούμε για λίγο αυτό που ακουγόταν από διάφορες μεριές το πρώτο εξάμηνο του 2015… «ο Σύριζα πήρε την κυβέρνηση, αλλά όχι την εξουσία». Επίσης αν θυμηθούμε τι συνέβη την εβδομάδα πριν το δημοψήφισμα το 2015, αμέσως θα καταλάβουμε ποιοι είναι οι παράσιτοι και ποιοι οι δουλοπρεπείς αυλικοί τους.

Ρεμάλια υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα αλλά μόνο ορισμένα από αυτά είναι παράσιτα και βρίσκονται σε θέσεις που τους επιτρέπουν να καταληστεύουν δισεκατομμύρια από την κοινωνία και ταυτόχρονα να διοχετεύουν μέσω των ΜΜΕ τους παραπλανητική πολιτική προπαγάνδα. Δυστυχώς και κομμουνισμό να είχαμε πάλι δύσκολα θα μπορούσε η κοινωνία να εξαφανίσει τους παράσιτους. Θα ήταν άλλου είδους παράσιτοι, σίγουρα όμως λιγότεροι.  

Κανένα πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να δώσει τέλος στην ανθρώπινη διαμάχη για επικράτηση. Ο παρασιτισμός δεν είναι ένας τυπικός κρατικός θεσμός. Είναι ανθρώπινος. Ο ίδιος ο Μαρξ ή ακόμη και ο Θεός να κατέβαιναν το μόνο που θα μπορούσαν να καταφέρουν είναι να αλλάξουν τους τυπικούς θεσμούς και μάλιστα για λίγο και όχι στην Ελλάδα.

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.