Ομπντούλιο Βαρέλα: Το αιώνιο σύμβολο ενός διαφορετικού ποδοσφαίρου

Συστάσεις από τον Ομπντούλιο που αναλαμβάνει την πετυχημένη στήλη που είχε δημιουργήσει και διατηρούσε μέχρι σήμερα ο δημοσιογράφος Θάνος Σαρρής στο koutipandoras.gr

Ο «Μαύρος Αρχηγός» θα συμβολίζει για πάντα το παιχνίδι στην πιο αγνή του μορφή, πριν η εμπορευματοποίηση αλλοιώσει για πάντα τον χαρακτήρα του.

Καλώς σας βρήκαμε, στην επόμενη ημέρα της στήλης που κινείται πέρα από το ποδόσφαιρο, με ιστορίες για τον αθλητισμό εντός και εκτός γηπέδων. Για να συστηθούμε καλύτερα, ξεκινάμε με την ιστορία του ανθρώπου που ενέπνευσε το όνομα του γράφοντα. Του Ομπντούλιο Βαρέλα.

Ο Ουρουγουανός με καταγωγή από Αφρική, Ισπανία και Ελλάδα, μεσουράνησε από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 μέχρι τα μέσα εκείνης του 50’. Αμυντικός μέσος με τεράστια ψυχή και ηγετικό χαρακτήρα, θωράκιζε την άμυνα και συνέδεε το κέντρο με την επίθεση, αποτελώντας έναν από τους πρωταγωνιστές στην κατάκτηση του Μουντιάλ του 1950 από τη χώρα της Λατινικής Αμερικής. Δεν είναι, όμως, μόνο τα αγωνιστικά του χαρίσματα που τον κατατάσσουν στην κατηγορία των μύθων.

Υπάρχουν τρεις ιστορίες για τον «Μαύρο αρχηγό», που ορίζουν εξ’ αρχής τη συζήτηση. Η πρώτη αφορά την επιβλητική του εμφάνιση, σε ένα ματς της Πενιαρόλ με τη Ρίβερ Πλέιτ το 1945. Η ομάδα του νίκησε και η διοίκηση της Πενιαρόλ έδωσε σε όλους τους παίκτες μπόνους 250 πέσος, αλλά στον Βαρέλα 500. «Δεν έπαιξα περισσότερο ή λιγότερο από τους άλλους. Αν θεωρείτε ότι αξίζω 500 πέσος, τότε θα τα δώσετε και σε όλους τους άλλους. Αν αξίζουν 250, τόσα αξίζω κι εγώ», απάντησε. Τελικά όλοι πήραν 500 πέσος.

Η δεύτερη είναι από το περίφημο «Μαρακανάσο», τη μεγάλη νίκη της Ουρουγουάης στο τελευταίο ματς του Μουντιάλ το 1950, μέσα στο «σπίτι» της Βραζιλίας, η οποία και χάρισε στη «Σελέστε» το Παγκόσμιο Κύπελλο. Άπαντες θεωρούσαν τους Βραζιλιάνους νικητές πριν καν γίνει το ματς, με τις εφημερίδες να αποθεώνουν ήδη την επόμενη παγκόσμια πρωταθλήτρια. Ο πρόξενος της Ουρουγουάης, Μανουέλ Καμπαγιέρο, πήγε το πρωί του αγώνα στο ξενοδοχείο της «Σελέστε» με 20 εφημερίδες, που όλες αποθέωναν τη Βραζιλία. «Τη συμπάθειά μου κύριοι, φαίνεται ότι έχετε ήδη χάσει το ματς», τους είπε. Ο Βαρέλα πήγε τις εφημερίδες στις τουαλέτες, έβαλε μία σε κάθε ουρητήριο και κάλεσε τους συμπαίκτες του να δείξουν στον πρόξενο τις σκέφτονται για όσα τους είπε. Καμία ομιλία στα αποδυτήρια δεν θα μπορούσε να είναι πιο δυνατή, αν και ο ίδιος φρόντισε να τους προετοιμάσει και κατά την είσοδο στο γήπεδο, για να αντιμετωπίσουν το πλήθος.

Η τρίτη, έχει να κάνει με μια πρώιμη άρνηση της εμπορευματοποίησης του ποδοσφαίρου. Όπως αναφέρει το βιβλίο “Who invented the stepover?”, μολονότι επισήμως η Πενιαρόλ αναφέρει ότι ο πρώτος της χορηγός ήρθε το 1984, στα μέσα της δεκαετίας του 50’ υπήρξε πρόταση για διαφήμιση στη φανέλα. Ο Ομπντούλιο Βαρέλα αρνήθηκε να τη φορέσει. Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο, στο «ποδόσφαιρο στη σκιά και το φως», δίνει περισσότερες λεπτομέρειες: «Στα μέσα της δεκαετίας του 50’, η Πενιαρόλ υπέγραψε το πρώτο συμβόλαιο διαφήμισης προϊόντων στις φανέλες των παικτών. Εμφανίστηκαν δέκα παίκτες στο γήπεδο, με το όνομα μιας επιχείρησης στο στήθος. Ο Ομπντούλιο Βαρέλα, αντίθετα, έπαιξε φορώντας τη συνηθισμένη φανέλα, και μετά τον αγώνα εξήγησε: «Παλιά, τους μαύρους, μας τραβούσαν από έναν χαλκά στη μύτη. Πάνε πια αυτοί οι καιροί».

Αυτός ήταν, λοιπόν, ο Ομπντούλιο Βαρέλα. Ένα «θηρίο» εντός γηπέδων, ένας ασυμβίβαστος μαχητής εκτός κι ένας άνθρωπος γεμάτος αλληλεγγύη, που έδινε τα πάντα για τους συμπαίκτες του, χωρίς να τον ενδιαφέρουν τα χρήματα. Ένα αγρίμι, που ζούσε για το αυθεντικό ποδόσφαιρο. Ήταν ο ηγέτης που άκουγε όλο το Μαρακανά να τον βρίζει, αλλά ήξερε πως στο τέλος θα το κάνει να σωπάσει. Εκείνος που είχε προετοιμάσει τους συμπαίκτες του για το τι θα αντιμετωπίσουν και δεν σταμάτησε λεπτό να τους εμψυχώνει κατά τη διάρκεια του αγώνα. Όταν η Βραζιλία άνοιξε το σκορ, πήρε την μπάλα αγκαλιά και χωρίς κανείς να μπορεί να του την πάρει πήγε στον διαιτητή να διαμαρτυρηθεί για οφσάιντ. Απαίτησε μέχρι και παρουσία μεταφραστή. Ο Ομπντούλιο ήξερε καλά πως το γκολ μετρούσε, όμως ήθελε να μην αφήσει τον ενθουσιασμό του πλήθους και το μομέντουμ της Βραζιλίας να «πνίξουν» την ομάδα του. Ο θρυλικός Αλσίδες Γκίγια, σκόρερ του «χρυσού» γκολ της Σελέστε, είχε δηλώσει: «Ο Ομπντούλιο ούρλιαζε στους πάντες και είχε την μπάλα στην αγκαλιά του. Προσπάθησε να του την πάρω για να ξεκινήσει ξανά το παιχνίδι, αλλά μου φώναξε: ‘Eίτε κάνουμε σαματά, είτε θα μας πνίξουν’!». Ήταν μια έκδοση της Ουρουγουάης, που κανείς δεν πίστευε ότι θα κατακτήσει το τρόπαιο. Είχε τεθεί εν αμφιβόλω ακόμα και η πρόκρισή της στην τελική φάση, ενώ το ξεκίνημα δεν ήταν καλό. Αρνούνταν, όμως, πεισματικά να χάσουν. Ο Βαρέλα ενσάρκωνε όσο κανείς αυτό που στη χώρα που βρέχεται από τον Ρίο ντε Λα Πλάτα ονομάζουν “Garra Charrua”. «Είναι σαν να μην έχεις ούτε μια ανάσα ακόμα, αλλά πάντα να θέλεις να δώσεις κάτι περισσότερο», είχε πει κάποτε ο Ντιέγο Φορλάν για να το περιγράψει. Για τον Βαρέλα τα αποθέματα ήταν ανεξάντλητα. Και η αύρα του ήταν τέτοια, που μπορούσε να συνεπάρει τους πάντες.

«Η νίκη της Ουρουγουάης, ενώπιον του μεγαλύτερου πλήθους που παρακολούθησε ποτέ ποδοσφαιρικό αγώνα, ήταν χωρίς αμφιβολία ένα θαύμα. Όμως εκείνο το θαύμα ήταν μάλλον έργο ενός θνητού με σάρκα και οστά, ονόματι Ομπντούλιο Βαρέλα. Ο Ομπντούλιο, όταν είδε να μας έρχεται η χιονοστιβάδα, πήρε πάνω του όλη την ομάδα και με πολύ θάρρος οδήγησε τους παίκτες μέσα από τη θύελλα. Στο τέλος της ημέρας, οι δημοσιογράφοι περικύκλωσαν τον ήρωα. Εκείνος δεν χτύπησε το στήθος του, διακηρύσσοντας ότι είμαστε οι καλύτεροι κι ότι κανείς δεν μπορεί να τα βάλει μαζί μας: Ήταν θέμα τύχης, μουρμούρισε ο Ομπντούλιο, κουνώντας το κεφάλι. Κι όταν πήγαν να τον φωτογραφίσουν τους έστρεψε την πλάτη», γράφει σε άλλο κεφάλαιο ο Γκαλεάνο.

Συνεχίζοντας την περιγραφή ο «παππούς του ποδοσφαίρου», τονίζει ότι ο Βαρέλα πέρασε τη νύχτα του πίνοντας από μπαρ σε μπαρ. Και το έσκασε από τα συγκεντρωμένα πλήθη στο Μοντεβιδέο, κατεβάζοντας το καπέλο και σηκώνοντας τον γιακά. Το δώρο που δέχθηκε από την Ομοσπονδία έφτανε για να αγοράσει μια Φορντ του 1931, την οποία του έκλεψαν μέσα σε λίγες μέρες. Η Ομοσπονδία της χώρας δεν έδωσε στον Βαρέλα τα εύσημα που του αναλογούσαν, θέλοντας να κρατήσει τη δόξα για την ίδια. Ο «μαύρος ηγέτης» έφυγε σε ηλικία 78 ετών, χωρίς να έχει βγάλει λεφτά από το ποδόσφαιρο. Όμως ζει για πάντα στους ποδοσφαιρικούς μύθους μιας ολόκληρης παράδοσης και στο θυμικό όλων των ποδοσφαιρόφιλων που νοσταλγούν ένα παιχνίδι διαφορετικό. Λιγότερο λαμπερό, μα σίγουρα πιο κοντά στις ρίζες του και στον λαό που το έχρισε «βασιλιά των σπορ»…

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr