Οι ελεύθεροι σκοπευτές προτιμούν πεντάστερα

«Η Μάχη των Ξενοδοχείων» και τα ξενοδοχεία των κατασκόπων και των πολεμικών ανταποκριτών στη Βηρυτό 

Λαμπρινή Θωμά 29/08/2020 | 22:59

Τη δεκατία του ’50 και του ’60 τα όρια ήταν σαφή. Στην παραλία του «Παρισιού της Μέσης Ανατολής», της Βηρυτού, τα πεντάστερα υπερπολυτελή ξενοδοχεία φιλοξενούσαν το διεθνές τζετ σετ και κατασκοπευτικές διασημότητες, τα ξενοδοχεία της Χάμρα φιλοξενούσαν διανοούμενους, καλεσμένους του Αμερικάνικου Πανεπιστήμιου του Βηρυτού αλλά και μηχανικούς και αρχιτέκτονες που δούλευαν για την πυρετώδη ανάπτυξη της πόλης.

Στα μπαρ και τα κλαμπ της παραλιακής, καθισμένοι στις πισίνες του υπερπολυτελούς Σαιντ Τζωρτζ, έπιναν κοκτέιλ ο Ομάρ Σαρίφ, ο βασιληάς Φαρούκ κι η Μπριζίτ Μπαρντώ, μάζευε πληροφορίες ο Κιμ Φίλμπυ, ειδικά από την εποχή που είχε αποκτήσει σπίτι στην οδό Κανταρί, ενώ στα καφέ και στα αγγλικού στυλ μπαρ της Χάμρα, με πρώτο αυτό του Μέηφλάουερ, το θρυλικό Ντιουκ οβ Γουέλιγκτον (Duke of Wellington), συζητούσαν το μέλλον της παγκόσμιας αριστεράς νεολαίοι, φοιτητές, δημοσιογράφοι, διανοούμενοι, εργαζόμενοι. Η «Ριβιέρα» και τα «Εξάρχεια» της Βηρυτού, όμως, πολύ σύντομα θα γίνονταν πεδίο άλλων αντιπαραθέσεων. Και πάλι με μιά αόρατη διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους.

Η κάποτε πολυτελέστατη περιοχή κοντά στην παραλιακή, έγινε ένα από τα πιο άγρια μέτωπα του εμφυλίου, λόγω ακριβώς των εντυπωσιακών ξενοδοχείων της. Η μποέμικη περιοχή της Χάμρα, έγινε ο τόπος καταγραφής του πολέμου, λογω των δικών της ξενοδοχείων, που φιλοξενούσαν τους εκπροσώπους του ξένου Τύπου και τους κατασκόπους που παρίσταναν τους εκπροσώπους του ξένου Τύπου.

Οι ελεύθεροι σκοπευτές προτιμούν πεντάστερα

Το ξενοδοχείο που περισσότερο ταυτίζεται με την εμφυλιοπολεμική Ιστορία της πόλης, είναι το κατεστραμμένο Χολιντέι Ιν (Holiday Inn), ένας γίγαντας 26 ορόφων, που υπήρξε, όταν ηγέρθη, το 1974, σύμβολο της ανάπτυξης και της καλής ζωής που υπόσχονταν η Βηρυτός. Ένα περιστρεφόμενο εστιατόριο – της μόδας παγκοσμίως εκείνη την εποχή αυτού του είδους τα εστιατόρια-, ένα εξτραβαγκάν νάιτ κλαμπ, 400 πολυτελή δωμάτια, θέα σε όλη την πόλη και τη θάλασσα, το ξενοδοχείο υπόσχονταν στους επισκέπτες αξέχαστες μέρες και νύχτες στην πόλη που «δεν κοιμόταν ποτέ». Όλα αυτά κράτησαν μόλις ένα χρόνο.

Όταν ξεκίνησε ο εμφύλιος, τον Απρίλιο του 1975, το πολυτελές νέο απόκτημα της Βηρυτού έγινε μήλον της έριδος μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών και υπέστη τεράστιες καταστροφές σε μια σειρά συγκρούσεων που έμειναν στην ιστορία ως «η Μάχη των Ξενοδοχείων». Με το ύψος και τις υποδομές του, ήταν περιζήτητο πια όχι ως ξενοδοχείο, αλλά ως φρούριο: όποιος ήλεγχε το Holiday Inn, όποιος ανέπτυσσε εκεί ελεύθερους σκοπευτές και εκτοξευτήρες ρουκετών, στο πιο ψηλό σημείο της πόλης, ήλεγχε και την περιοχή. Δεν ήταν μία και δύο οι φορές που άλλαζε χέρια μες στην ίδια μέρα, με το φόρο αίματος βαρύ. Δεν είναι καθόλου λίγες οι φωτογραφίες, αυτού του άγριου εμφυλίου, που καταγράφουν σκηνές σουρεαλιστικές μες στο πολυτελές ξενοδοχείο: ένας ένοπλος φαλαγγίτης, μασκοφόρος, καθισμένος στο πιάνο, μες στα συντρίμμια, ένας αγωνιστής της αντίστασης να σημαδεύει, κάτω από έναν εντυπωσιακό πολυέλαιο…

Φωτογραφίες που μιλάνε όσο και οι αριθμοί: Τόσο το Holiday Inn όσο και το διπλανό του, Ιντερκοντινένταλ (Phoenicia Inter-Continental), είδαν μήνες συγκρούσεων, με τη συμμετοχή άνω των 25.000 ανδρών και με πάνω από χίλιους νεκρούς και δύο χιλιάδες τραυματίες στο έδαφός τους. Στα τέλη του 1975, τα πάλαι ποτέ ξενοδοχεία του τζετ σετ φιλοξενούσαν μόνο ομάδες των εμπολέμων. Εγκαταλειμένα και λεηλατημένα, τα ξενοδοχεία ξαναγίνονται μήλον της έριδος το 1982, με την εισβολή του Ισραήλ. Το Ηoliday Inn δεν θα επανακάμψει ποτέ: οι διαφορετικές απόψεις των δύο ιδιοκτητριών εταιριών για το «φιλέτο» στο οποίο βρίσκεται, έχουν αφήσει το κουφάρι του ξενοδοχείου απείραχτο, υπό τον έλεγχο του Λιβανέζικου στρατού ακόμη και σήμερα, λόγω της στρατηγικής του σημασίας.

Πώς να ελκύσετε δημοσιογράφους

Όσο ο πόλεμος μαίνεται στην παραλία και περί τα πανύψηλα κτίρια, ένας εμπνευσμένος ιδιοκτήτης ξενοδοχείων, ο Γιουζέφ Ναζάλ, φτιάχνει στη Χάμρα ένα ξενοδοχείο- καταφύγιο για τον Τύπο. Το Κόμοντορ (Commodore) φιλοξενεί πάνω από 170 δημοσιογράφους, φωτορεπόρτερ και τεχνικούς καθ’ όλη την διάρκεια του πολέμου. Οσοι δε χωρούσαν στο Κόμμοντορ, έμεναν απέναντι, στο Μέηφλάουερ- και σίγουρα όλοι τα έπιναν εκεί, κάθε βράδυ. Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι που φτάνουν τότε στη Βηρυτό, είναι ήδη μπαρουτοκαπνισμένοι και έμπειροι: έρχονται από τα ματωμένα πεδία του Βιετνάμ, που μόλις έχει τελειώσει ο πόλεμος.

Τους χρωστάμε ότι, όντας στη Βηρυτό, παρουσίασαν με τον ίδιο ακέραιο τρόπο, που δούλεψαν στο Βιετνάμ, τα εγκλήματα των Ισραηλινών: ήταν από τις τελευταίες σημαντικές και λαμπρές ημέρες του ακόμη ελεύθερου Τύπου. Και κόστισε την επίθεση με ρουκέτες κατά του Κόμοντορ (με την καταστροφή των δωματίων 607 και 609) και τη σύλληψη του Ναζάλ, όταν οι Ισραηλινοί το μπόρεσαν – εκεί, σε αυτή την επίθεση, βρίσκεται και η αρχή του τέλους αυτής της ωραίας ξενοδοχειακής και δημοσιογραφικής συνάντησης. Το οριστικό τέλος ήταν κάποιες ιστορίες απαγωγής… Και έτσι, οι δημοσιογράφοι μετακόμισαν απέναντι, στο Μέηφλάουερ, που στα δωμάτια του έγραφε ο Γκράχαμ Γκρην και αντάλλασσε μυστικά ο Κιμ Φίλμπυ και που το μπάρ του ήδη ασκούσε ακαταμάχητη γοητεία.

Αξίζει να του απονείμουμε τα εύσημα: το Κόμοντορ έγινε σημείο αναφοράς λόγω της ευφυίας του Ναζάλ. ‘Ηθελε να φέρει τον Τύπο στο δικό του ξενοδοχείο και έκανε μερικές ιδιοφυείς επαγγελματικές κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Πρώτο και κύριο, σε μια εποχή που η διακίνηση του χρήματος, ακόμη και από τους μεγάλους οργανισμούς του Τύπου, δεν ήταν εύκολη, όχι μόνο δεχόταν βερεσέδια αλλά πολλές φορές δάνειζε και χρήματα στους εκπροσώπους του Τύπου, με μόνη την προφορική εγγύηση του (συνήθως μεγάλου και έγκριτου) μέσου που εκπροσωπούσαν. Ύστερα, καταλάβαινε τη δουλειά. Η ημέρα ενός δημοσιογράφου στα μέτωπα είναι απλή: ξύπνημα, καφές (κάποτε και τσιγάρο), ρεπορτάζ, επιστροφή στο ξενοδοχείο για να γραφεί το ρεπορτάζ και αποστολή του κειμένου στο Μέσο ή τηλεφωνική μετάδοση.

Στην εποχή προ του ίντερνετ, αυτό σήμαινε τηλέφωνα και τέλεξ. Κι εκεί φάνηκε το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Ναζάλ, που μετέτρεψε το Κόμμοντορ σε δημοσιογραφικό θρύλο: με την έναρξη του πολέμου μετέφερε εδώ, στο ξενοδοχείο, όλες τις συσκευές τέλεξ που είχε στις άλλες τουριστικές του επιχειρήσεις και, κινώντας πολλά, πάρα πολλά νήματα, κατάφερε και πολλαπλασίασε τις διεθνείς τηλεφωνικές γραμμές του ξενοδοχείου μέσα σε λίγες μέρες. Το Κόμμοντορ παρείχε όλα όσα χρειάζονταν οι εκπρόσωποι του Τύπου, ειδικά αυτή η «δυστυχισμένη ράτσα» των πολεμικών ανταποκριτών και φωτορεπόρτερ: τηλέφωνα και τέλεξ, πρόσβαση σε μπαρ, επαφές και συζήτηση, ηρεμία. Τουλάχιστον όση ηρεμία επέτρεπε ο Κόκο.

Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος ο Κόκο, ο αφρικανικός παπαγάλος που στόλιζε με την ομορφιά του το λόμπυ του Κόμμοντορ, ήταν ένας παπαγάλος των σαλονιών που ήξερε να σφυρίζει μόνο την πέμπτη του Μπετόβεν. Σύντομα θα μορφώνονταν με την παιδεία των δρόμων, όμως, γινόμενος και του λιμανιού: πολλοί ανταποκριτές θυμούνται να πέφτουν κάτω από τα τραπέζια γιατί «άκουσαν τα οπλοπολυβόλα μες στο ξενοδοχείο!». Ήταν το καινούριο παιγνιδάκι του Κόκο: από όταν έμαθε να μιμείται τέλεια τον ήχο των οπλοπολυβόλων του έδινε να καταλαβαίνει…

Σήμερα το Κόμμοντορ έχει αλλάξει χέρια και έχει μετατραπεί σε πεντάστερο ξενοδοχείο πολυτελείας. Ο χαρακτήρας, η διακόσμηση, όλα έχουν αλλάξει, η νοσταλγία δε μένει πια εδώ – άσε που λίγοι δημοσιογράφοι θα άντεχαν τις τιμές του πια, σε μια πόλη που προσφέρει πολλές και οικονομικές λύσεις. Αντίθετα, στο Μέηφλάουερ, την «δεύτερη επιλογή» (φυσικά και λογω της εγγύτητας στο Κομμοντορ), η νοσταλγία συνεχίζει να δίνει το στίγμα. Ειδικά στο μπαρ, το Ντιουκ οβ Ουέλλινγκτον, που, στο τέλος του εμφυλίου, λένε οι φήμες, ήταν το μόνο μπαρ που παρέμεινε ανοικτό, μαζεύοντας όλο το «συνάφι». Το μπαρ, που παραμένει απαράλλαχτο και σήμερα, έχει κερδίσει στους τουριστικούς οδηγούς το χαρακτηρισμό του «πιο κουλ μπαρ για να τα πιείς στη Μέση Ανατολή» (coolest place to have a drink in the Middle East).

Δεν είναι αυτός ο λόγος όμως που ακόμη τα πίνουν εκεί ή μένουν εκεί οι δημοσιογράφοι και που, νεαροί θαυμαστές του ενοχλούν στα σκαμπώ του το Ρόμπερτ Φισκ. Είναι η γεννήτρια, που εξασφαλίζει ρεύμα ακόμη και στις 12ωρες πρόσφατες διακοπές, το σταθερό ίντερνετ – που έχει αντικαταστήσει τα τέλεξ – και το ωράριο της κουζίνας του μπαρ, που σου επιτρέπει μια μπουκιά και αργά τη νύχτα μαζί με την ντραφτ μπύρα σου. Η τεχνολογία μπορεί να άλλαξε, αλλά οι ανάγκες του Τύπου παραμένουν οι ίδιες…

Σημειώσεις για μιλλένιαλς

Ο Κιμ Φίλμπυ ήταν διπλός κατάσκοπος, που διέφυγε στην ΕΣΣΔ το 1963, μεσούντος του ψυχρού πολέμου. Εθεάθη τελευταία φορά, πριν την εμφάνισή του στη Μόσχα, στο ξενοδοχείο Σαιντ Τζωρτζ της Βηρυτού και οι φήμες λένε ότι είχε καταναλώσει έξι κοκτέιλ εκείνη τη μέρα.

Ο Γκραχαμ Γκρην υπήρξε από τους σημαντικότερους βρετανούς συγγραφείς του 20ου αιώνα και κατάσκοπος.

Ο Ρόμπερτ Φισκ είναι διακεκριμένος και πολυβραβευμένος δημοσιογράφος, και ήταν ο πρώτος που μπήκε στα στρατόπεδα προσφύγων της Σάμπρα και Σατίλα, καταγράφοντας το φρικιαστικό έγκλημα των Ισραηλινών και των συμμάχων τους. Εδώ και χρόνια έχει μόνιμη βάση τη Βηρυτό.

Η ημέρα ενός πολεμικού ανταποκριτή συνήθως κλείνει σε ένα μπαρ: η ένταση και η αδρεναλίνη της μέρας δεν σου επιτρέπουν εύκολο ύπνο. Ο αλκοολισμός είναι ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει πολύ έντονα αυτή η υποκατηγορία των δημοσιογράφων.

Πηγή: thepressproject.gr