Όχι άλλα ρούχα στο μπαλκόνι

Η μοναδική σωστή κίνηση της κυβέρνησης Μητσοτάκη απειλεί να της φυσήξει τον καπνό στα μούτρα.

Νίκος Παπαδογιάννης 26/11/2019 | 16:38

Η μυσταγωγική εμπειρία της επιστροφής του Γιάννη Κούτρα μετά από έναν χρόνο βασανιστικής απουσίας σηκώνει ξεχωριστό αφιέρωμα από μόνη της, αλλά η απόλαυση του Σαββατόβραδου συνεχίστηκε και μετά την επιστροφή από το φιλόξενο Ilion Plus.

Μέχρι πρότινος, κάθε έξοδος σε «κέντρο διασκέδασης» ισοδυναμούσε με μαρτύριο, ένεκα του παθητικού καπνίσματος και της θλιβερής τελετουργίας που ακολουθούσε το μεταμεσονύχτιο σπίτωμα: ρούχα εξόριστα στο μπαλκόνι, ημίωρη ψυχρολουσία κάτω από το ντους, πνευμόνια να διαμαρτύρονται, μαλλιά να βρωμοκοπάνε, νεύρα να τσιτώνουν μέχρι το σημείο ρήξης.

Και αν μένεις σε σπίτι χωρίς μπαλκόνι; Και αν δεν έχει ζεστό νερό; Και αν η συμβία σου σε θεωρεί υστερικό επειδή είναι η ίδια «φουγάρο»;  

Φαίνεται, όμως, ότι η δικτατορία των καπνιστών υφίσταται πραξικόπημα. Στις 4,5 ώρες της σαββατιάτικης παράστασης, ουδείς κάπνισε τσιγάρο ή πούρο μέσα στον χώρο όπου στριμώχνονταν καμιά διακοσαριά νοματαίοι.

Όσοι ένιωσαν την επιθυμία ή έστω την ανάγκη να ανάψουν την τσιμινιέρα, έβγαιναν έξω, έκαναν τη δύσοσμη δουλειά τους για ένα δεκάλεπτο και επέστρεφαν μαζί με τη μυρωδιά τους. Υπήρχε άλλωστε και διάλειμμα, ως είθισται στις παραστάσεις του εντέχνου – και όχι μόνο.

Οι υπόλοιποι θαμώνες ευχαριστήθηκαν τις ερμηνείες του Κώστα Θωμαϊδη και του Κούτρα δίχως να εισπνέουν τον καπνό και τη γαϊδουριά των διπλανών. Λυπάμαι αν προσβάλλω τα συμπαθέστατα γαϊδουράκια, αλλά η ασυδοσία είχε φτάσει στο απροχώρητο.

Κατέθεσα την άγρια χαρά μου στο Twitter, όπου κάποιοι έσπευσαν να ρωτήσουν «αν είχε κόσμο η μουσική σκηνή ή ήμουν μόνος με τον μπάρμαν και τη σερβιτόρα». Δυστυχώς για τους θιασώτες της εξωφρενικής θεωρίας που θέλει τα άκαπνα μαγαζιά να φυτοζωούν ελλείψει πελατείας, το μαγαζί ήταν τίγκα μέχρι σκασμού.

Υπάρχει εκεί έξω κόσμος, πολύς κόσμος, καλός κόσμος, που αρνείται να συμβιβαστεί με τη χούντα του τσιγάρου. Για την ακρίβεια, όχι «εκεί έξω», αλλά «εκεί μέσα»: κλεισμένος στα σπίτια του.

Κρίνω εξ ιδίων και επικαλούμαι την αντίστοιχη μαρτυρία φίλων και συγγενών. Δεν πηγαίνω σχεδόν ποτέ σε μπαρ ή εστιατόρια ή καφετέριες που επιτρέπουν το κάπνισμα και διαφημίζω με κάθε τρόπο όσα το απαγορεύουν.

Δεν πλησιάζω καν σε μπαρουτοκαπνισμένο γήπεδο μπάσκετ, αν και είναι ο χώρος της δουλειάς μου. Εκτός ίσως από τη Σερβία, δεν υπάρχει άλλη χώρα του «πολιτισμένου κόσμου» που να ανέχεται τους καπνιστές μέσα στους στεγασμένους αθλητικούς χώρους της.

Στις περισσότερες, μάλιστα, απαγορεύεται το τσιγάρο ακόμα και στα ανοιχτά γήπεδα: του ποδοσφαίρου, του στίβου, του μπέιζμπολ, του φούτμπολ και των άλλων σπορ που παίζονται κάτω από τον ήλιο και τον έναστρο ουρανό.

Προσωπικά έζησα για πρώτη φορά αυτό το εμπάργκο το 1994, στον τελικό του Μουντιάλ ποδοσφαίρου στο Λος Άντζελες. Οι Ελληνάρες δημοσιογράφοι που τόλμησαν να το αψηφήσουν κινδύνευσαν με εξοστρακισμό από τη διοργάνωση.

Πριν από 25 χρόνια, αυτό. Ολογράφως, εικοσιπέντε. Υπολογίστε μόνοι σας πόσες δεκαετίες μείναμε πίσω, γιατί εγώ ζαλίστηκα.

Η απαγόρευση του καπνίσματος μπορεί να αλλάξει την ανθρωπογεωγραφία της βραδυνής διασκέδασης, προς το ποιοτικότερο και τελικά προς το πολυπληθέστερο.

Τα γκάλοπ δείχνουν ότι η εφαρμογή της αντικαπνιστικής νομοθεσίας βρίσκει σύμφωνο το 75% των πολιτών, πάει να πει ότι την εγκρίνει και ένα σημαντικό ποσοστό των καπνιστών. Απλούστατα, είναι θέμα αλληλοσεβασμού και πολιτισμού.

Άλλωστε, το ζεστό κλίμα της ακοίμητης πατρίδας μας ευνοεί κατ’ εξοχήν την πρακτική «βγαίνουμε έξω για να καπνίσουμε». Εφ’ όσον το κάνουν αγόγγυστα στα χιόνια της Σουηδίας και του Καναδά, γιατί όχι στην Ελλάδα που έχει όλο τον χρόνο καλοκαίρι ή άνοιξη ή έστω φθινόπωρο;

Η απόφαση για εφαρμογή αντικαπνιστικού νόμου είναι, ίσως, η μοναδική σωστή κίνηση του αποκριάτικου θιάσου που παριστάνει την κυβέρνηση. Επειδή όμως το κάρμα είναι αδυσώπητο και δεν χαρίζεται σε κανέναν, αυτή η ορθή πρωτοβουλία προκαλεί και τη μεγαλύτερη φθορά.

Μπαλκάνια είναι εδώ, όχι παίξε γέλασε κάπνισε. Ο ασυμβίβαστος ψηφοφόρος επηρεάζεται περισσότερο από το κομμένο τσιγαράκι του, παρά από το όργιο διορισμών ή από την αχαλίνωτη αστυνομοκρατία.

Η τελευταία, άλλωστε, τοποθετεί έναν θεόρατο αστερίσκο κάτω από τις θριαμβολογίες των αντικαπνιστών. Το «αλλά» μοιάζει εξίσου σημαντικό με το «ναι μεν».

Ήταν λοιπόν αναπόφευκτο, να επιστρατευτούν για την εφαρμογή μπάτσοι, πρόστιμα και ρουφιάνοι; «Ναι», θα απαντήσει αυτός που γνωρίζει καλά τι εστί νεοέλληνας, αλλά δεν είναι τόσο απλό.

Η προτροπή προς τη ρουφιανιά μπορεί να αποτελεί πατροπαράδοτο χούι της δεξιάς, και η απειλή του χωροφύλακα εθνικό της σπορ, ωστόσο αυτές οι πρακτικές ισοσκελίζουν τα πλεονεκτήματα, ακυρώνουν την εκστρατεία και υπενθυμίζουν ότι ζούμε υπό καθεστώς που συχνά νοσταλγεί τον ολοκληρωτισμό.

Είδα τον διπλανό μου να σχηματίζει τον αριθμό 1142 στο κινητό του και μου ‘ρθε να ανάψω τσιγάρο, μολονότι φανατικός αντικαπνιστής. Παρακολουθώ το ρεπορτάζ των μέσων αποχαύνωσης για τα πρόστιμα και ψάχνω τρόπους για να μπήξω στην κεφάλα των εγκαλούμενων μυαλό, αντί για φόβο.

«Δεν θέλω να νοιάζεται το κράτος για την υγεία μου», διαμαρτύρονται οι ανένδοτοι. Αμ, δεν νοιάζονται για τη δική σου υγεία, χριστιανέ μου. Τόσο δύσκολο είναι να το καταλάβεις, ότι οφείλεις να σέβεσαι τον συνάνθρωπό σου;

Χώρια τον καλλιτέχνη και τον αθλητή, που δεν μπορούν να αναπνεύσουν από τον καπνό και εκλιπαρούν μάταια για το αυτονόητο.

Από την άλλη, τα κηρύγματα απευθύνονται στον πολίτη που δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει το δεξί του από το ακροδεξί του. Και στον επιχειρηματία, που διεκδικεί το δικαίωμα στην παρανομία προκειμένου να μην απωλέσει πελατεία.

Όταν απευθύνεσαι σε ντουβάρι, τα λόγια και τα επιχειρήματα  χάνουν το νόημά τους. «Ο Έλληνας καταλαβαίνει μόνο από φοβέρα», λένε με τον τρόπο τους τα άκαπνα μαύρα κοστούμια της κυβέρνησης. Σε λίγο θα μας πουν και για λοχία.