Ο κεραυνός χτυπάει δύο φορές

Ακριβώς πριν από 15 χρόνια, η Εθνική μπάσκετ ξόρκισε τα φαντάσματα και ξαναφόρεσε το στέμμα της Ευρωπαίας βασίλισσας

Νίκος Παπαδογιάννης 25/09/2020 | 17:39

Βγαίνοντας στον πηγαιμό για το Βελιγράδι, είχαμε ένα καινούριο φάντασμα να ξορκίσουμε. Κάθε φορά που η Εθνική ομάδα βρισκόταν αντιμέτωπη με μία νοκ-άουτ αναμέτρηση, ένιωθε τα φτερά της να ψαλιδίζονται. Ουδείς υποψιαζόταν ότι το Ευρωμπάσκετ 2005 θα έφερνε κάτι διαφορετικό, αφού είχαμε εθιστεί στα παραλίγο και στα γαμώτο. Μέσα στη μεμψιμοιρία, μας διέφυγε μία ευοίωνη λεπτομέρεια. Οι καινούριοι big-4 του ελληνικού μπάσκετ πλησίαζαν στην ενηλικίωση και στην ωριμότητα.

To σχέδιο έβαινε προς ματαίωση και το Messenger ήταν βαμμένο στα χρώματα της μελαγχολίας. «Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να έρθετε στο Βελιγράδι. Ξέρω ότι έχετε φορτώσει τις βαλίτσες στο αυτοκίνητο και σκοπεύατε να ξεκινήσετε αξημέρωτα, αλλά τζάμπα θα κάνετε τόσα χιλιόμετρα. Καλύτερα να το ματαιώσετε το ταξίδι. Θα γλιτώσετε κόπο, θα γλιτώσετε και λεφτά. Πάνω απ’ όλα, θα γλιτώσετε νεύρα. Άδικα φίλησα κατουρημένες σέρβικες ποδιές για να σας βρω εισιτήρια για τα ημιτελικά και για τα τελικά. Μη συζητάμε και για τα δωμάτια, λίγο ακόμη και θα παρακαλούσα κανέναν Έλληνα φοιτητή να σας φιλοξενήσει. Όχι, όχι καθίστε στο σπίτι καλύτερα ή φύγετε για κανένα τριήμερο στη Σαντορίνη. Είναι πολύ ωραία τον Σεπτέμβριο στο νησί, πολύ ωραία και πολύ μακριά από το μπάσκετ. Η Εθνική μας είναι φτιαγμένη μόνο για να χάνει…».

Εάν αναδρομικά θυμάστε μία Εθνική Ελλάδας παντοδύναμη, που έτρωγε ζωντανό όποιον αντίπαλο βρισκόταν στο διάβα της, θυμάστε λάθος. Moλονότι προικισμένη με άφθονο ταλέντο, η Εθνική του 2005 σπανίως έφτανε τους 70 πόντους. Στον πρώτο γύρο του Ευρωμπάσκετ γνώρισε συντριβή από τους Σλοβένους, στους οποίους έβαλε μόλις 56. Έπαιζε μπάσκετ, που είχε μια κάποια στόχευση, αλλά έκανε τα μάτια να ματώνουν.

Το ζητούμενο, όμως, δεν ήταν το έκπαγλον θέαμα, αλλά η επιστροφή στις επιτυχίες. Ο σκοπός άγιαζε τα μέσα και το κολλύριο ήταν ο καλύτερος φίλος των θεατών. Και πού ‘σαι, κυρ Στέφανε, φτιάξε και μία αγγουρόσουπα για το λαρύγγι. Αλλά αυτή προστέθηκε στο μενού αργότερα.

Ο αρχηγός της Εθνικής Γαλλίας Αντουάν Ριγκοντό έβαλε τη δεύτερη βολή και ανέβασε το σκορ στο 64-66, αλλά η τύχη του ημιτελικού είχε περάσει πια σε ελληνικά χέρια. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε από το 11’’ και ο «δράκος» είχε στείλει πέντε σουτέρ στο παρκέ: Σπανούλη, Χατζηβρέττα, Διαμαντίδη, Ζήση, Φώτση. Για να μη ξέρει ο Γάλλος, από πού θα του ‘ρθει το κακό το ριζικό.

Μας έφτανε και δίποντο, για να πάει ο ημιτελικός στην παράταση, αλλά τέτοιες ώρες αρπάζεις την ευκαιρία από τα μαλλιά. «Carpe Diem, Baby», πρόσταζε ο ύμνος των Metallica που χορεύαμε την προηγούμενη νύχτα στο μπαρ «Ρεπούμπλικα». Ο Νίκος Ζήσης έκανε δύο βήματα προς τα μέσα, τράβηξε όλη την άμυνα πάνω του και πάσαρε στον παίκτη που ως τότε μετρούσε 2/13 τρίποντα στη διοργάνωση, χώρια τα 0/9 σουτ του προημιτελικού.

Όλες οι κάμερες έπεσαν πάνω στον Δημήτρη Διαμαντίδη, αλλά θα ήθελα μία από αυτές να στραφεί στην αφεντιά μου, για να απαθανατίσει τις τεντωμένες φλέβες, τα γουρλωμένα μάτια και τους καπνούς που έβγαιναν από τα ρουθούνια. Το αρχείο διέσωσε μόνο την εκστασιασμένη φωνή μου: «Μέσα! Μια άμυνα να τελειώνουμε! Νικήσαμε! Νικήσαμε! Νικήσαμε! Ο Διαμαντίδης είναι ο καινούριος θεός του ελληνικού μπάσκετ!»

Και έμοιαζε, ο αθεόφοβος, σαν να βρίσκεται σε προπόνηση στην αυλή του σπιτιού του στην Καστοριά. Πολλούς μήνες αργότερα, μέσα σε ένα αεροπλάνο, του πάσαρα τα ακουστικά για να ξαναζήσει μέσω της περιγραφής μου τη μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας του. «Νταξ’», απάντησε. «Ωραία ήταν».

Δεν ήθελε καν να το ακούσει ολόκληρο. Οι έπαινοι έκαναν το πρόσωπο του αυτού του απρόθυμου ήρωα να κοκκινίσει. Σαν να ντρεπόταν, που έγινε μεσσίας μίας ομάδας για την οποία η ήττα ήταν δεύτερη φύση την προηγούμενη πενταετία. Είμαι βέβαιος, ότι θα προτιμούσε κατά βάθος να αντιστρέψει τους ρόλους, ώστε να πάρει κάποιος άλλος τη δόξα της μεγάλης στιγμής. Θα συμβιβαζόταν ευχαρίστως και με μία θέση στον πάγκο. Ή έστω με την ασίστ για το νικητήριο τρίποντο.

Το επόμενο πρωινό με βρήκε σχεδόν μουγγό, καταδικασμένο στη δίαιτα της παστίλιας και της αλχημείας. Οι φίλοι και οι συγγενείς που μου τηλεφωνούσαν στο Βελιγράδι για να μοιραστούμε τη χαρά τους δυσκολεύονταν να αναγνωρίσουν τη θεόκλειστη φωνή μου. «Γιε μου, εσύ είσαι;» «Μάνα, θα πάω στα καράβια, αν πάρουμε απόψε το κύπελλο».

Ο κεντρικός πεζόδρομος της πόλης θύμιζε το Ναυαρίνο ή την πλατεία Συντάγματος το μεσημέρι του τελικού, αφού τα κονβόι προς το Βελιγράδι άρχισαν να σχηματίζονται πριν καλά καλά επιστρέψει ο Γιώργος Κολοκυθάς στη «Μπεογκράντσκα». Κάποιοι πανηγύριζαν προκαταβολικά, ορισμένοι αγωνιούσαν, όλοι περίμεναν ανυπόμονα τη στιγμή του βάθρου, αλλά εγώ βρισκόμουν σε νιρβάνα, βέβαιος πια ότι το μετάλλιο θα ήταν χρυσό.

Η επιφυλακτικότητά μου είναι παροιμιώδης, αλλά εκείνη τη μέρα, στο Βελιγράδι, δεν αισθανόμουν την παραμικρή αμφιβολία για τον επερχόμενο θρίαμβο. Ο αντίπαλος (Γερμανία) δεν είχε τη δύναμη για να αντισταθεί στο «θέλω» της ελληνικής ομάδας και το «θέλω» μοιάζει ενίοτε ισχυρότερο από το «μπορώ». Στον τελικό της Κυριακής 25 Σεπτεμβρίου 2005, στο Βελιγράδι, είχαμε με το μέρος μας και το «θέλω» και το «μπορώ».

Ο Κώστας Τσαρτσαρής ανέλαβε να ζορίσει τον ανυπέρβλητο Ντιρκ Νοβίτσκι και η διαφορά έφτασε στους 7 πόντους από την πρώτη περίοδο κιόλας (19-12). Τα χωρατά είχαν τελειώσει και τα φαντάσματα βρίσκονταν ήδη σε διακοπές. Το 78-62 σφράγισε τον ευκολότερο τελικό της Ιστορίας, οι Γερμανοί συμβιβάστηκαν ευχαρίστως με το ασημένιο μετάλλιο και οι μουτρωμένοι «Γιούγκοι» υποχρεώθηκαν να χειροκροτήσουν τους ενοχλητικούς Έλληνες, όπως το 1987. Μόνο που αυτή τη φορά έπαθαν τη νίλα μέσα στην ίδια τους την αφιλόξενη αυλή.

Ο κορυφαίος του χορού Θοδωρής Παπαλουκάς αφιέρωσε το τρόπαιο στον άνθρωπο που καθόταν δίπλα του, αλλά και στον ακριβοθώρητο απόντα που σπανίως καταδέχεται τα γήπεδα. «Αν κάθομαι εδώ με το χρυσό μετάλλιο στο στήθος, το οφείλω στον Παναγιώτη Γιαννάκη και στον Νίκο Γκάλη», υποκλίθηκε.

Δεκαοχτώ χρόνια μετά το πρώτο αίμα, του ’87, η Ελλάδα επέστρεψε στον ευρωπαϊκό θρόνο, σαν κεραυνός που χτυπάει δύο φορές στο ίδιο σημείο. Την εκτυφλωτική αστραπή που ακολούθησε στον τόπο απ’ όπου ανατέλλει ο ήλιος, την Ιαπωνία, δεν μπορούσε να τη διανοηθεί κανείς. Ούτε φίλος ούτε εχθρός.

* Το απόσπασμα προέρχεται από το κεφάλαιο «Η νύχτα του χαρτοκόπτη», στο καινούριο βιβλίο του Νίκου Παπαδογιάννη «Τα Ματς Της Ζωής Μας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Key Books. Η Εθνική μπάσκετ αναδείχθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης στο Βελιγράδι ακριβώς πριν από 15 χρόνια, στις 25 Σεπτεμβρίου 2005.