Ο Γιάννης Σκουρλέτης και το Σώμα της Μπέττυς Βακαλίδου που γίνεται το Σώμα μιας ολόκληρης κακοποιημένης Ελλάδας

Λίγο πριν την πρεμιέρα του video project «Οι 7 θάνατοι της Αντώνας» στη Στέγη, οι συντελεστές του έδωσαν συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη

Δραστήριοι, παραγωγικοί και καλλιτέχνες με Κ κεφαλαίο: Ο σκηνοθέτης και εικαστικός Γιάννης Σκουρλέτης και η ηθοποιός – συγγραφέας Μπέττυ Βακαλίδου. Ο Σκουρλέτης ετοιμάζεται να σκηνοθετήσει Γκολντόνι και η Βακαλίδου να παίξει στο «Έγκλημα και τιμωρία», αλλά και στην καινούργια μεγάλου μήκους ταινία του Ηλία Γιαννακάκη. Συναντήθηκαν πρώτη φορά οι δυο τους στα «Αμάραντα» της συγγραφέα – ποιήτριας Γλυκερίας Μπασδέκη το 2017. Πέντε χρόνια μετά ο χαρακτήρας της Αντώνας απομονώνεται και μεταλλάσσεται σ’ ένα υβριδικό project για τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στο μεταίχμιο θεατρικής παράστασης και μικρού μήκους ταινίας. Κι έτσι το σώμα της Μπέττυς μ’ αυτή την τεράστια διαδρομή ζωής συμβολοποιείται στο κακοποιημένο σώμα της Ελλάδας της ίδιας, που «της λείπει τό’να της ποδάρι, μα της το παίξανε στο ζάρι» κατά πώς θα έλεγε και η Ρόζα Εσκενάζυ. «Οι 7 θάνατοι της Αντώνας» σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη, σε σκηνικά του γιου του, Κωνσταντίνου Σκουρλέτη, σε κείμενο Γλυκερίας Μπασδέκη με την εμβληματική Μπέττυ Βακαλίδου στον ομώνυμο ρόλο, βγαίνουν στον αέρα στις 11 Νοεμβρίου μέχρι τις 4 Δεκεμβρίου με ελεύθερη είσοδο για το κοινό και στην ουσία, δίχως να στοχεύουν σε καμία μορφή αντίστασης ή διαμαρτυρίας, αποτελούν κανονικό ράπισμα στην καθωσπρέπει ιστοριογραφία «νικητών και ηττημένων».

Τζούμας/ Eurokinissi / ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΟΥΡΛΕΤΗΣ ΜΠΕΤΤΥ ΒΑΚΑΛΙΔΟΥ
 
Να υποθέσω ότι εσείς οι δύο γνωριστήκατε με αφορμή την παράσταση «Αμάραντα» το 2017;
Γιάννης Σκουρλέτης: Όχι, είχαμε γνωριστεί παλαιότερα. Η Μπέττυ είχε δει δουλειές μου στο πλαίσιο της τότε συνεργασίας μου με το Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης». Ήρθε από μόνη της και μου είπε: «Θέλω να συνεργαστούμε, θέλω να κάνουμε κάτι μαζί». Φάγαμε εκείνη τη μέρα στο εστιατόριο του «Κακογιάννης» και μου είχε κάνει εντύπωση η ετοιμότητα και η διαθεσιμότητα της. «Πάρε με και κάνε με ότι θες, αφήνομαι στα χέρια σου» μου είχε πει επί λέξει.
Μπέττυ Βακαλίδου: Του είπα, βέβαια, δυο – τρεις ιδέες δικές μου, που θα μπορούσε κάτι να τις κάνει, ως εικαστικός που είναι, αλλά ποτέ δεν τις υλοποίησε. Πέρασαν μερικά χρόνια και με σκέφτηκε για τα «Αμάραντα».
Πάντα, κυρία Βακαλίδου, διεκδικείτε αυτό που θέλετε; Το να πεις σ’ ένα σκηνοθέτη «Πάρε με και κάνε με ότι θες» δείχνει και τόλμη, εκτός από διαθεσιμότητα.
Γ.Σ.: Ναι, αλλά με ευγένεια πάντα. Δεν είναι θρασύς άνθρωπος η Μπέττυ και δεν απαιτεί. Η δικιά μας η σχέση πάντα ήταν πολύ αγαπησιάρικη και οικογενειακή. Δεν είναι τυχαίο που συνεργαζόμαστε και θα ξανασυνεργαστούμε. Μην ξεχνάμε πως η Αντώνα προέκυψε λόγω συνθηκών, λόγω πανδημίας. Κλειστήκαμε, εγώ πέρασα και μια πολύ σοβαρή περιπέτεια υγείας και μάλιστα θυμάμαι που συμπληρώναμε αυτές τις φόρμες με τα sms για να βγούμε έξω. Είχε μια μυστικοπάθεια η όλη φάση, δίναμε ραντεβού στο στέκι μας στην οδό Αθηνάς και το κάναμε κάπως ενοχικά, προσπαθώντας – διότι αυτός ήταν ο στόχος μας – να ανιχνεύσουμε τι κάνει κανείς σε μία τόσο ασφυκτική συνθήκη. Μπορεί δηλαδή να υφίσταται θέατρο; Είναι σημαντικό να πω ότι είχα αντιδράσει απέναντι σ’ όλο αυτό που γινόταν διαδικτυακά. Κάθε μέρα έβγαιναν σωρηδόν βιντεοσκοπημένες παραστάσεις, οι οποίες αδικούσαν και τους συντελεστές τους, και το κοινό, και το μέσο, και το θέατρο και όλα. Έτσι σκέφτηκα τη μετεξέλιξη του χαρακτήρα της Αντώνας, αυτό το in-between, το ενδιάμεσο. Δεν θέλαμε και δεν μπορούσαμε να κάνουμε θέατρο, μα ούτε και ταινία, γι’ αυτό προέκυψε αυτό το υβρίδιο. Πειραματικό είδος κάνουμε τώρα στην ουσία.
Μ.Β.: Το πρωτεύον για μένα είναι ότι βρέθηκα μέσα στην οικογένεια Γιάννη Σκουρλέτη, από τη σύζυγο του, που μας φίλευε διάφορα μέχρι τα δυο του παιδιά. Δουλέψαμε όλοι μαζί. Βρήκα μια οικογενειακή ζεστασιά.
Είστε συγκινητική, καθώς σε παλαιότερη συνέντευξη μας είχατε μιλήσει για το πόσο έλειψε η έννοια της οικογένειας από τη ζωή σας.
Μ.Β.: Αλήθεια είναι πως μου δημιουργήθηκαν κάποια τραύματα, τα οποία έχουν πια επουλωθεί, αλλά δεν παύει ποτέ αυτή η ανεπαίσθητη έστω αναζήτηση προς αντικατάσταση της οικογένειας ή ενός αδελφού. Σκεφτόμουν προχθές ότι στις παραστάσεις που έχω κάνει τα τελευταία χρόνια, πάντα είχα κάποιον σαν αδερφό μου. Τώρα, όμως, στους «Εφτά θανάτους της Αντώνας» είχα μία ολόκληρη οικογένεια.
Γ.Σ.: Να πω και ότι η Μπέττυ έχει αναπτύξει και μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τον Κωνσταντίνο, τον μεγάλο μου γιο, που έχει κάνει τα σκηνικά μας. Όλες τις δουλειές με τον Κωνσταντίνο τις κάνω πια. Πρόθεση μας είναι μετά απ’ αυτό να κάνουμε και θέατρο κανονικό τον χαρακτήρα της Αντώνας. Δεν είναι για να τελειώνουμε εδώ τώρα.
Μ.Β.: Ο Κωνσταντίνος έχει κάνει και όλο το art direction του Βασίλη Κεκάτου. Πολύ ταλαντούχο παιδί κι έχουμε αναπτύξει μια ζεστή σχέση, ανεξάρτητη απ’ αυτή με τον Γιάννη. Εγώ απ’ την πλευρά μου νιώθω μεγάλο σεβασμό και ευγνωμοσύνη απέναντι στον Γιάννη, κάτι που είναι αμοιβαίο.
Πόσο σας αρέσουν τα σύμβολα στην τέχνη;
Γ.Σ.: Είναι πολύ περίεργη η ερώτηση που κάνετε. Εμένα προσωπικά μ’ ενδιαφέρουν πάρα πολύ, αν και επιδέχονται μιας πολύ επικίνδυνης ερμηνείας. Μπορείς πολύ εύκολα να συμβολίσεις κάτι και να του στερήσεις τη δυναμική που έχει από μόνο του. Για μένα το σώμα της Μπέττυς ήτανε με ένα τρόπο το εσωτερικό σώμα της Ελλάδας, όπως το είδε η Γλυκερία Μπασδέκη, με την οποία συνεργαστήκαμε ως προς τι είναι αυτή η περσόνα. Το σώμα Μπέττυ είναι το σώμα Ελλάδα, μια Ελλάδα που έχει βιαστεί, έχει κακοποιηθεί, έχει πεθάνει, μα έχει ξαναγεννηθεί κιόλας μέσα απ’ τις στάχτες του. Εμένα βασικά με ενδιέφεραν τα ζητήματα της ελληνικότητας και της ταυτότητας.
Έχει ενδιαφέρον αυτό που λέτε, καθώς, μιλώντας πρόσφατα γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, μου είπε ότι η ελληνικότητα είναι μία έννοια φορεμένη από τους ξένους προς εμάς που μας βλέπουν σαν απογόνους του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, παραβλέποντας πως είμαστε τυχαίοι άνθρωποι κι εμείς.
Γ.Σ.: Εγώ αντιλαμβάνομαι την ελληνικότητα μέσα απ’ τις εγγραφές που έχουμε εντός μας. Δεν πιστεύω ότι δεν υπάρχουν ταυτότητες και προσπαθώ να τις ανιχνεύσω. Τη στιγμή που ολόκληρες ιστορικές πορείες έχουν εγγραφεί στο σώμα μας και στο συλλογικό μας, δεν γίνεται να μην υπάρχουν. Τώρα που έκανα μια παράσταση στη Βόρειο Ελλάδα για τη μικρασιατική καταστροφή, δεν μπορούσα να μη δω εγγραφές που έχουν υπάρξει μέσα από τις καταστροφές κι έχουν πια ενσωματωθεί στο ιστορικό σώμα της χώρας. Δεν γίνεται να μιλήσουμε χωρίς τα πράγματα που μας έχουν καθορίσει και μας έχουν δώσει τις ταυτότητες, όχι μόνο τις εθνικές, αλλά και τις προσωπικές, τις σεξουαλικές, τις φυλετικές, όλα όσα μας συνθέτουν. Είμαστε ένα κράμα ταυτοτήτων κι εγώ αυτό προσπαθώ να βρω και να ταυτοποιήσω με τη δουλειά μου.
Μ.Β.: Δεν έχω να πω πολλά πράγματα γι’ αυτό πέραν απ’ το ότι αφήνομαι τελείως στις δουλειές με τον Γιάννη. Ξέρω ότι πλέω σε καλά νερά, σε ήσυχα νερά. Από κει και πέρα, δεν μ’ απασχολούν άλλα ζητήματα. Νιώθω τις δονήσεις των ερμηνειών σε τέτοια έργα σαν του Σκουρλέτη.
Γ.Σ.: Συμφωνώ με τη Μπέττυ, αλλά δεν είναι μόνο μία εκλογικευμένη υπόθεση το θέατρο. Δεν το λαμβάνει μόνο με τη λογική ο θεατής το θέατρο, αλλά και μ’ άλλα εργαλεία. Με την καρδιά του, με την ψυχή του, με τη συναίσθηση. Το ίδιο και ένας ερμηνευτής που μπορεί να προσεγγίσει ένα ρόλο όχι μόνο θεωρητικά, μα και μέσα από το ίδιο του το σώμα.
Απ’ την άλλη, το κακοποιημένο σώμα της Ελλάδας δεν έχει μεγάλη σχέση και με το δικό σας σώμα, κυρία Βακαλίδου;
Μ.Β.: Υπάρχουν φυσικά κάποιες αντιστοιχίες εξ ου και επιλέχθηκα εγώ. Λειτουργούν θετικά αυτές οι αντιστοιχίες και το είδα πρόσφατα και στα «Κόκκινα φανάρια» που κάναμε με τον Βασίλη Μπισμπίκη. Τώρα, στο έργο του Σκουρλέτη, αυτό είναι πολύ πιο έντονο.
Μιλήστε μου για την τεχνική υποδομή του project. Είπατε δεν είναι θέατρο, δεν είναι ταινία, αλλά γυρίσματα θα κάνατε, να υποθέσω.
Γ.Σ.: Το project έχει διάρκεια 32 με 33 λεπτά.
Μ.Β.: Όσο ακριβώς διαρκούσε και η ταινία «Μπέττυ» του Δημήτρη Σταύρακα!
Γ.Σ.: Κοίτα να δεις, δεν το ήξερα αυτό! Εμείς δεν θέλαμε ν’ ακολουθήσουμε την έννοια του εκθεσιακού έργου, γι’ αυτό θα γίνονται οχτώ προβολές την ημέρα ανά 40 λεπτά. Θέλαμε να είναι κάτι που θα φέρει ένα άρωμα θεάτρου και ο Κωνσταντίνος ήδη φτιάχνει κάποια σκηνικά συνδυαστικά.
Μ.Β.: Παράλληλα θα παίζεται και το μιούζικαλ «Σπιρτόκουτο» κι έτσι θα μπορεί κάποιος να δει και τα δύο.
Πως βλέπετε εσείς τη μεταφορά σε μιούζικαλ κινηματογραφικών ταινιών;
Μ.Β.: Αν με ρωτάτε για τη «Στρέλλα», που θα παιχτεί στην Εθνική Λυρική Σκηνή, είναι απορίας άξιον που δεν έψαξαν οι οργανωτές ποτέ τη Μίνα Ορφανού, η οποία έχει μία φωνή «άλφα». Όταν η Ορφανού έβγαινε στη δουλειά κάποιες φορές, συνέχεια τραγουδούσε άριες, έκανε την Κάλλας και οι άλλες της λέγανε «Άι στο διάολο, μωρή, πια, μας έχεις ζαλίσει! Πήγαινε στις Κούκλες να δεις που ένας σκηνοθέτης ζητάει κάποια». Εγώ είχα συμβουλέψει τον Κούτρα, αφού δεν μπορούσαμε για βρούμε επί δυο χρόνια μία 25χρονη τρανς, να βάλει μια αγγελία στις «Κούκλες». Πήγε αυτή, λοιπόν, επικοινώνησε με τον Κούτρα και πήρε το ρόλο. Ούτε εγώ – να το πω κι αυτό – δέχτηκα κάποια κρούση αν θα μπορούσα να συμμετέχω, που δεν θα μπορούσα ούτως ή άλλως, γιατί ήμουν κλεισμένη για τη Στέγη. Αυτοί δεν το ήξεραν αυτό, όμως, τώρα ανακοινώθηκε.
Γ.Σ.: Εγώ θα επανέλθω στην έννοια των συμβόλων, που ρωτήσατε πριν. Η «Στρέλλα» είναι μια πολύ ουσιαστική στιγμή για όλα αυτά που φέρει. Ας αναρωτηθεί κανείς: Γιατί πρέπει να γίνει μιούζικαλ η «Στρέλλα»; Είναι σαν να πω εγώ ότι θα πάρω να κάνω μιούζικαλ την «Ευδοκία» του Δαμιανού.
Μ.Β.: Το ίδιο ισχύει και για το «Σπιρτόκουτο» του Οικονομίδη που είναι μια εμβληματική ταινία.
Ίσως το ερώτημα να ισχύει περισσότερο για το «Σπιρτόκουτο».
Γ.Σ.: Ακριβώς. Εμένα, ας πούμε, μου προτάθηκε φέτος στη Θεσσαλονίκη να κάνω θέατρο το «Δαμάζοντας τα κύματα» του Λαρς φον Τρίερ. Αρνήθηκα, δεν ήξερα πως να το αντιμετωπίσω, δεν ένιωθα καν έτοιμος.
Αντλείτε πάντα έμπνευση από πρωτογενές υλικό;
Γ.Σ.: Όλα είναι και δεν είναι πρωτογενές υλικό, όλα έχουν μία διαδρομή, ακουμπάνε κάπου, δεν υπάρχει παρθενογένεση. Και τώρα που θα κάνω την «Τριλογία του παραθερισμού» του Γκολντόνι, πρόκειται για ένα έργο με παλιά διαδρομή και παλιές αναφορές.
Μου είπατε πριν ότι το υβρίδιο αυτό που θα παρουσιάσετε στη Στέγη – δικός σας ο χαρακτηρισμός «υβρίδιο» – γεννήθηκε μέσα στην πανδημία. Είστε και οι δύο πολύ δημιουργικοί. Πόσο σημαντική είναι η καλλιτεχνική εγρήγορση ακόμη και μέσα στην ανάπαυλα του καθενός;
Γ.Σ.: Στις δυσκολίες γεννιούνται τα πράγματα, εκεί που η ανάγκη γίνεται πιο ισχυρή. Ο καπιταλισμός αυτό κάνει, εξαλείφει από τους ανθρώπους την επιθυμία. Τα έχεις όλα τόσο ανοιχτά και δεν υπάρχει επιθυμία πια. Αυτό είναι το πρόβλημα. Η ανυπαρξία της επιθυμίας ή η παρανόηση της, να νομίζεις ότι επιθυμείς π.χ. ένα καινούργιο κινητό. Σου δημιουργείται μια πλασματική ανάγκη και ξεχνάς τη δική σου επιθυμία.
Μ.Β.: Δεν το έχω σκεφτεί έτσι, αλλά με το τέλος του Εμφυλίου υπήρξε μία άνθηση των τεχνών στην Ελλάδα με Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και τους ποιητές. Τις δεκαετίες του 1980 και του ’90 δεν υπήρξε τίποτα. Μόνο πλούτος, life style, που δεν μας κληροδότησαν ανθρώπους, οι οποίοι θα μείνουν στην ιστορία. Στις δύσκολες καταστάσεις, λοιπόν, συμφωνώ με τον Γιάννη, γίνονται πράγματα, όπως θα έλεγε και η Βάνα Μπάρμπα (γέλια).
Πιστεύετε ότι η νεοελληνική κοινωνία προοδεύει δια της οπισθοδρομήσεως;
Γ.Σ.: Βλέπω να αναπτύσσεται παράλληλα με τα κινήματα, τις δράσεις, το metoo κλπ. ένας νεοσυντηρητισμός. Διαμορφώνεται από την τηλεόραση κυρίως και σε κάνει να αναρωτιέσαι: Πόσο τσεμπέρι μπορεί να αντέξει το prime time της τηλεόρασης; Πόσους νταήδες, πόσες κακομοίρες, πόσες καλόγριες; Μια Ελλάδα από δεύτερο χέρι της δεκαετίας του ’50 και του ’60, μια κατάσταση ξεπερασμένη που δεν μιλάει για τίποτα. Κι αυτό το βαφτίζουμε μυθοπλασία; Τη σαπουνόπερα, τη φτήνια και το νεοσυντηρητισμό που γεννιέται, τα βαφτίζουμε μυθοπλασία; Είναι δυνατόν; Πόσο πια να αντέξεις την κακοχωνεμένη δεκαετία του ’50;
Ίσως ακουστεί λίγο γραφικό, αλλά θεωρείτε ότι αντιδράτε με αυτό που κάνετε σ’ αυτό που περιγράψατε μόλις;
Γ.Σ.: Θα ακουστούμε υπερφίαλοι αν πούμε ότι κάνουμε αντίδραση. Αντίδραση έτσι κι αλλιώς είναι το να κάνεις θέατρο σήμερα.
Μ.Β.: Θέλω να πω ότι οι «Εφτά θάνατοι της Αντώνας» θα παίζονται στη Στέγη και ήδη έχουμε αρχίσει και κάνουμε εκεί πρόβες για το «Έγκλημα και Τιμωρία» που θα παιχτεί τον επερχόμενο Μάρτιο και θα συμμετέχω. Ξέρετε γιατί αισθάνομαι πάρα πολύ περήφανη; Ενώ έφαγα τόσα χρόνια της ζωής μου επί της Συγγρού, τώρα πια δεν είμαι έξω. Είμαι μέσα στη Στέγη, πάλι επί της Συγγρού, μόνο που η Συγγρού πλέον περνάει απ’ έξω. Πολλοί μπορεί να με περίμεναν εκεί έξω, αλλά εγώ τα κατάφερα και μπήκα μέσα. Αν το αναλύσει κανείς αυτό στοιχειωδώς, θα καταλάβει πάρα πολλά πράγματα.
Το ότι είστε πια μέσα και όχι έξω, ήταν θέμα επιλογών στη ζωή σας, συγκυριών ή τύχης;
Μ.Β.: Τίποτα δεν είναι θέμα τύχης ή συγκυριών. Την τύχη την φτιάχνουμε μόνοι μας. Είναι θέμα μελέτης, στάσης ζωής, που τηρώ μέχρι τώρα, είναι θέμα επίσης καλλιέργειας και πειθαρχίας. Εγώ με όλους τους σκηνοθέτες είμαι καλή μαθήτρια, τους αγαπώ εξίσου. Στις σοβαρές δουλειές εκτιμώνται όλα αυτά και σε ξαναφωνάζουν.
Γ.Σ.: Συμφωνώ, η Μπέττυ είναι μαθήτρια! Δεν θα ήθελα, όμως, να θεωρηθεί με όλα αυτά που λέμε ότι εμείς εδώ σηκώνουμε το λάβαρο της αντίστασης και ηγούμαστε κάποιου κινήματος για να φέρουμε την αλλαγή. Δεν είναι αυτός ο στόχος. Όσο προσεγγίζουμε το προσωπικό μας βίωμα, τόσο πιο πολιτικοί γινόμαστε.
Έχετε και οι δύο θητεία στις μικρές θεατρικές σκηνές και στις πιο μεγάλες, τις πιο «γκλαμ», σαν αυτή της Στέγης τώρα. Τα πράγματα που ειπώνονται καλύτερα;
Γ.Σ.: Δε νιώθω κανένα περιορισμό όταν είμαι στη Στέγη ή όταν είμαι στο Εθνικό, τη Λυρική και αλλού. Πάντα είμαι αυτός που είμαι, δεν πάω να προσαρμόσω κάτι. Βεβαίως επαγγελματίας είμαι και δεν πάω να λύσω τα υπαρξιακά μου. Γνωρίζω που βρίσκομαι κάθε φορά και μ’ αρέσει που το γνωρίζω. Εμείς, ξέρετε, σαν bizoux de cant έχουμε ένα κομμάτι, που θεωρείται αρκετά συστημικό, γιατί συνεργαζόμαστε και με το υπουργείο και με μεγάλους οργανισμούς, ταυτόχρονα όμως θα βγούμε και στα υπόγεια για να μιλήσουμε.
Μ.Β.: Δεν έχει να κάνει καθόλου με το χώρο για μένα, αλλά με τη δουλειά και με τη συνεργασία. Δεν μπορώ να πω ότι θέλω να παίζω μόνο στο Νιάρχος ή στη Στέγη ή στο Εθνικό. Παίζω οπουδήποτε μου ζητηθεί, αρκεί να είναι μια καλή δουλειά. Μεταξύ μας, βέβαια, προτιμώ τα μικρά θέατρα, τις φωλιές. Είναι και τέτοιου είδους τα έργα που προτιμώ, τύπου «Αμάραντα». Η μεγάλη εμπειρία για μένα ήταν τα «Κόκκινα φανάρια».
Πόσο θα διαρκέσουν οι προβολές στη Στέγη;
Γ.Σ.: Μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου, για ένα μήνα δηλαδή. Όλες τις μέρες, εκτός Δευτέρας – Τρίτης, με δωρεάν είσοδο. Οχτώ προβολές ανά ημέρα, όπως είπαμε.
Μ.Β.: Εμένα όλο αυτό μου θυμίζει τις μικρού μήκους ταινίες που έβαζαν οι κινηματογράφοι τη δεκαετία του 1980 πριν από μια μεγάλου μήκους ταινία. Η «Μπέττυ» του Σταύρακα είχε βγει στις αίθουσες μαζί με την «Πρόβα Ορχήστρας» του Φελίνι.
Γ.Σ.: Η «Μπέττυ» του Σταύρακα είχε παιχτεί και στο Baubourg στο Παρίσι σ’ ένα αφιέρωμα στις πιο σημαντικές στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου. Για σκεφτείτε αυτό το μετακινούμενο σώμα τι διαδρομή ζωής έχει διανύσει!
Η μετεξέλιξη του χαρακτήρα της Αντώνας έγινε σε απόλυτη σύμπνοια με τη συγγραφέα του έργου, τη Γλυκερία Μπασδέκη;
Γ.Σ.: Μου έχει μεγάλη εμπιστοσύνη η Γλυκερία στο κομμάτι αυτό και ακολουθεί τις επιλογές μου. Συνεννοούμαστε πάρα πολύ καλά.
Μ.Β.: Καλέ, κλαίει απ’ τη χαρά της κάθε φορά που γίνεται κάτι τέτοιο!
Είχα μείνει στο ότι η Μπασδέκη θα έγραφε τη βιογραφία της Βακαλίδου. Ισχύει, προχωράτε;
Μ.Β.: Είχε κάποια δικά της θεματάκια, αλλά θα το κάνει, δηλαδή δεν μου έχει πει όχι ακόμα. Προσπαθεί, το παλεύει να το ολοκληρώσει.
Ας κλείσουμε με το τραγούδι που υπάρχει στο project σας.
Γ.Σ.: Το τραγούδι το έγραψε ο Βασίλης Ζιάκας, ένας εξαιρετικός λαϊκός οργανοπαίκτης, ακορντεονίστας, σε στίχους της Μπασδέκη. Το τσιφτετέλι της Αντώνας!
Αυτονομείται, πιστεύετε, από την παράσταση, στέκεται δηλαδή και ως μεμονωμένο τραγούδι;

Γ.Σ.: Δεν το έχω σκεφτεί, αλλά ενδεχομένως θα μπορούσε, είναι μία ιδέα αυτή. Το τραγούδι έχει μεγάλη διάρκεια στην κανονική του βερσιόν, εμείς όμως βάλαμε ένα μικρό κομμάτι στο project βάσει των αναγκών των γυρισμάτων. Το μοντάζ το έκανε ο Κωνσταντίνος με ένα χειροποίητο τρόπο, μ’ αυτά που ξέραμε. Είχαμε κάνει αίτηση σ’ ένα πρόγραμμα που είχε βγει από το ΥΠΠΟ για ψηφιακά έργα. Μας έδωσαν κάποια πολύ λίγα χρήματα για ν’ αγοράσουμε έναν υποτυπώδη εξοπλισμό, μία μικρή κάμερα, ένα boom, τέτοια πράγματα. Δεν υπήρχαν χρήματα εν μέσω πανδημίας κι έτσι μπορέσαμε και το κάναμε.

Κατατίθεται το νομοσχέδιο για τις παρακολουθήσεις στη σκιά του σκανδάλου των υποκλοπών

Κατατίθεται το νομοσχέδιο για τις παρακολουθήσεις στη σκιά του σκανδάλου των υποκλοπών

Την ώρα που η κυβερνητική κάνει απέλπιδα προσπάθεια, όπως αποτυπώθηκε και από την τελευταία παρουσία…

Ξένη Δημητρίου στο Ειδικό Δικαστήριο: Η Ράικου εξυπηρέτησε το πολιτικό αφήγημα περί «σκευωρίας Novartis»

Ξένη Δημητρίου στο Ειδικό Δικαστήριο: Η Ράικου εξυπηρέτησε το πολιτικό αφήγημα περί «σκευωρίας Novartis»

«Βόμβες» κατά Ράικου από την πρώην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου

«Άδειασμα» Δημητριάδη σε Μητσοτάκη στην Επιτροπή Θεσμών: Παραιτήθηκα, δεν με παραίτησε

«Άδειασμα» Δημητριάδη σε Μητσοτάκη στην Επιτροπή Θεσμών: Παραιτήθηκα, δεν με παραίτησε

Δεν μοιάζει διατεθειμένος να προσφέρει στον Μητσοτάκη τη δυνατότητα μετατροπής της «θυσίας» του -όπως ο…