Μαργαρίτα Μαντά στο koutipandoras.gr: "Τα ποτάμια της Αθήνας ήταν μικροί θεοί"

Μαργαρίτας Μαντά,

«Για Πάντα». Μία φράση ποιητική, ερωτική, συνηθισμένη και ταυτόχρονα ασυνήθιστη. Αυτός είναι ο τίτλος της νέας ταινίας της Μαργαρίτας Μαντά, που απέσπασε το Βραβείο Σκηνοθεσίας, την Αργυρή Πυραμίδα, στο 36ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καΐρου. Σε αυτό το ταξίδι, συνοδοιπόροι της είναι η Άννα Μάσχα και ο Κώστας Φιλίππογλου, οι οποίοι πρωταγωνιστούν σε μία τρυφερή ιστορία με θέμα τον έρωτα, την πόλη, την ελπίδα που γεννιέται απρόσμενα εντός μας, όταν όλα γύρω μας μοιάζουν σκοτεινά και μοναχικά. Η ταινία είναι γυρισμένη στον Πειραιά, εκεί που τα ποτάμια της Αθήνας έβγαιναν κάποτε στη θάλασσα, αλλά και μέσα στη διαδρομή του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου πάνω στον αρχαίο ρου όπου κάποτε τα ποτάμια αυτά κυλούσαν. Πρόκειται για τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της Μαργαρίτας Μαντά μετά τη «Χρυσόσκονη», η οποία θα κυκλοφορήσει στους κινηματογράφους τον Ιανουάριο του 2015 και είναι αφιερωμένη στον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Η Μαργαρίτα Μαντά μίλησε στο koutipandoras.gr για τις ιστορίες των ανθρώπων και την αληθινή αγάπη, για την ελληνική μυθολογία και τα ποτάμια της Αθήνας που έγιναν δρόμοι, για τις δυσκολίες της εποχής και την ελπίδα που την εμπνέει να κάνει με πάθος αυτό που αγαπά.

-“Για πάντα”. Πραγματικότητα, παραμύθι ή μια ανάγκη να ελπίζουμε σε κάτι;

Θα σας απαντήσω με κάποιους στίχους του Γιώργου Σεφέρη. 

« Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα, 
Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης, 
απλωμένη μέσα  στο κορμί του σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα. 
Μιάς αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς…». 

Το «για πάντα», η τόσο τετριμμένη, τόσο καθημερινή και συνάμα τόσο ερωτική, τόσο ποιητική αυτή έκφραση είναι για μένα και πραγματικότητα και παραμύθι και ελπίδα μαζί. Κυρίως ελπίδα γι’ αυτό που διαρκεί στο διηνεκές μέσα από την αγάπη, την πίστη, την αφοσίωση σε ό,τι ο καθένας πράττει με συνέπεια και ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό του άρα και απέναντι στους άλλους. Είναι αυτή η «ακατανίκητη σαν τη μουσική και παντοτινή αγάπη που γεννήθηκε πολύ πριν γεννηθούμε…». 

για πάντα

Προσωπικά, πιστεύω στο «για πάντα». Ο τρόπος που διάλεξα να ζώ, η τέχνη που με διάλεξε και την διάλεξα,  είναι ένα «για πάντα» που κάποτε αδυνατίζει λόγω συγκυριών, κάποτε ξαναδυναμώνει, κάποτε  πάει κι έρχεται ανάμεσα στη δύναμη και την αδυναμία του, αλλά πάντα είναι εδώ. Και κανείς και τίποτε δεν το παίρνει ποτέ μακριά. Ο,τι κι αν συμβαίνει, αυτό το «για πάντα» είναι για μένα πάντα εδώ. Είναι οι άνθρωποι που αγαπώ, οι άνθρωποι που με καθόρισαν, οι άνθρωποι που έρχονται, οι άνθρωποι που θα έρθουν, οι άνθρωποι όλοι με τους οποίους, με κάποιον τρόπο, κάπως, θα συναντηθούμε κάποτε. 

Μια πόλη που ξεθωριάζει και αργοπεθαίνει στη μοναξιά και την ασφυξία. Είναι η Αθήνα του σήμερα;

Απάντηση: Η Αθήνα αργοπεθαίνει από μοναξιά πολλά χρόνια τώρα, όχι μόνο σήμερα. Το έχω πει πολλές φορές, το ξαναλέω ακόμη μία γιατί είναι αυτό που βιώνω κι αυτό που με πονάει πολύ: η Αθήνα είναι μια πόλη βαθιά μονάχη, μια πόλη που δεν αγαπιέται. Ούτε από τους κατοίκους της ούτε από τις αρχές που την διοικούν. Η επίφαση της μητρόπολης που σφύζει από υπερπληθυσμό, ζωή, φασαρία, βουή και ζωντάνια, είναι μια επίφαση αρχοντοχωριάτικη, μια επίφαση κίβδηλη η οποία χαρακτηρίζεται από παντελή έλλειψη σεβασμού προς το σώμα της πόλης. Δεν ξέρω αν η Αθήνα «ξεθωριάζει», ξέρω σίγουρα πως το πρόσωπό της φαγώνεται μέρα τη μέρα, χρόνια τώρα, πως η βιωμένη μνήμη της ιστορίας της λεηλατείται, βεβηλώνεται και εξαφανίζεται μέρα τη μέρα, χρόνια τώρα, πως κάτοικοι και αρχές την εγκαταλείπουν ασελγώντας επάνω της κάθε μέρα, χρόνια τώρα. 

– Γιατί οι άνθρωποι φοβούνται να αγαπήσουν και να αγαπηθούν με ανοιχτά τα χαρτιά τους; Πιστεύετε ότι τους έχει “αγριέψει” η κοινωνική κατάσταση ή πρόκειται για ένα στοιχείο άρρηκτα δεμένο με την ιδιοσυγκρασία τους;

Απάντηση: Δε νομίζω πως ο φόβος των ανθρώπων να αγαπήσουν άρα και να αγαπηθούν, είναι σύμπτωμα της εποχής μας. Ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας είναι σημαδεμένη από τον φόβο αυτό. Και σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο. Οι Θρησκείες, που υποτίθεται οτι κηρύσσουν την αγάπη, είναι ανέκαθεν η ισχυρότερη πηγή μισαλλοδοξίας και άρνησης της αγάπης. Οι Κοινωνίες δεν υπήρξαν ποτέ ανοιχτές στην αγάπη καθεαυτή, στην αγάπη χωρίς σύνορα, στην αγάπη του ανθρώπου για τον άνθρωπο. Αντίθετα, ήταν πάντα φυλετικά και ταξικά κλειστές και όσο περισσότερο ευημερούν οικονομικά, τόσο περισσότερο «κλείνουν» απέναντι σε όποιον δεν ανήκει εντός τους. 

Η Παιδεία που παίρνουμε στα σχολεία, δεν είναι μια παιδεία αγάπης και ελευθερίας όπου όλοι έχουν χώρο ύπαρξης, όλοι μπορούν να συναντηθούν με όλους, όλοι μπορούν να αγαπήσουν αυτόν που επιλέγουν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν όπως θάθελαν να αγαπηθούν. Είναι μια παιδεία ανταγωνισμού, μια παιδεία επικράτησης του ισχυρότερου ο οποίος πρέπει να εξαφανίσει ο,τι απειλεί αυτή του την επικράτηση. 

Ο άνθρωπος γεννιέται ταυτόχρονα απόλυτα εγωϊστής και απόλυτα εξαρτημένος από την αγάπη των άλλων. Το να μάθεις να αγαπάς τον άλλο γι΄αυτό ακριβώς που είναι και όχι γι’ αυτό που εσύ θα ήθελες να είναι, είναι νομίζω το πιο δύσκολο πράγμα στο οποίο καλούμαστε όλοι να ασκηθούμε στην σύντομη διαδρομή μας ανάμεσα στη γέννηση και στο θάνατο. Και φοβάμαι πως όσο ο κόσμος προχωράει, τόσες χιλιάδες χρόνια τώρα, όσο πολιτισμό κι αν έχει παράξει η ανθρωπότητα τόσες χιλιάδες χρόνια, τόσο και πιο μακριά βρίσκεται από την απλή αυτή κατάκτηση του να αγαπάμε. Απλά να αγαπάμε. Τίποτ’ άλλο. 

για πάντα

– Η ταινία σας βασίζεται σε μια ποιητική αλληγορία με θέμα τα ποτάμια που κάποτε λατρεύονταν σαν θεοί… Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο μοτίβο; 

Απάντηση: Η Αθήνα, πέρα από τις πάμπολλες καταστροφικές πρωτοπορίες που διεκδικεί επάξια σε επίπεδο μητροπολιτικής πόλης, διεκδικεί και την παγκόσμια μοναδικότητα να είναι μία πόλη που είχε ποτάμια τα οποία σκεπάστηκαν για να γίνουν δρόμοι. Ο Ιλισσός και ο Κηφισσός – για να μιλήσω μόνο για τα δύο μεγάλα πάλαι ποτέ ποτάμια της Αθήνας με τα πελασγικά ονόματα – σίγουρα δεν ήταν ο Τάμεσης, ο Σηκουάνας και ο Τίβερης αλλά επίσης σίγουρα δεν ήταν ρυάκια. ΄Ηταν ποτάμια με παραποτάμους που απλώνονταν σε όλη την πόλη ορίζοντας και την γεωφυσία και την κοινωνική μορφή της. Ποτάμια αρχαία που διέτρεχαν την πόλη μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα οπότε και ξεκίνησε το μπάζωμά τους. Ως γνωστόν, στην ελληνική μυθολογία, όλα τα φυσικά φαινόμενα και όλα τα στοιχεία της φύσης, θεοποιούνταν και λατρεύονταν απο τους ανθρώπους. 

Ετσι και τα ποτάμια, όλα τα ποτάμια, ήταν  μικροί θεοί. Δεν εφηύρα εγώ καμμία αλληγορία, η ελληνική μυθολογία αναφέρει τον Ιλισσό, τον Κηφισσό, τον Ηριδανό και όλα τα ποτάμια και τα ποταμάκια της Αθήνας σαν μικρούς θεούς. 

Ακόμα και σήμερα, τα ποτάμια αυτά της Αθήνας που με τόση λύσσα εξαφανίσαμε, με κάποιον τρόπο εκδικούνται. Ακόμα και σήμερα, κομματάκια του Κηφισσού εκβάλλουν στο Φάληρο. Κομματάκια του Ιλισσού υγραίνουν ακόμα την τάφρο κάτω από την Αγία Φωτεινή, στις Στύλες του Ολυμπίου Διός. Ο σταθμός του Ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι, από την πρώτη μέρα της ανακαίνισης του πριν αρκετά χρόνια, σαπίζει στις οροφές του από την υγρασία των υπολειμμάτων του Ηριδανού. Στην ταινία μου λέω αυτό ακριβώς που λέει η Ελληνική Μυθολογία. Τα ποτάμια ήταν μικροί θεοί που άνοιγαν την πόλη στη θάλασσα. Που είχαν τον χρόνο να πάρουν τις ιστορίες των ανθρώπων και να τις πάνε μέχρι τη θάλασσα. Κι εκεί στη θάλασσα, οι ιστορίες των ανθρώπων μπορούσαν να συντυχηθούν. Και οι άνθρωποι να συναντηθούν και ν’ αγαπηθούνε. 

– Που μπορούμε να αναζητήσουμε το κέντρο δράσης μας όταν όλα γύρω μας καταρρέουν; Εσείς έχετε καταφέρει να διατηρήσετε ζωντανό το δικό σας παραμύθι;  

Απάντηση: Θα γίνω και γραφική και επαναλαμβανόμενη αλλά δεν πειράζει. Στην αγάπη και την πίστη μας σε αυτό που ονειρευόμαστε. Στην ελπίδα πώς όσο χάλια κι αν είναι ο κόσμος, αφ’ ής στιγμής γεννηθήκαμε και ζούμε πρέπει να κάνουμε κάτι για να τον κάνουμε καλύτερο και να καταλάβουμε στο πετσί μας την ζωή που μας δόθηκε.Δεν έχω κάποιο προσωπικό παραμύθι. Ζώ μέσα στην πραγματικότητα. Προσπαθώ να επιβιώσω πρακτικά μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες χωρίς να χάσω την προσωπική μου ταυτότητα. Επιμένω να κάνω σινεμά, την τέχνη που αγαπώ και χωρίς της δεν μπορώ να ζήσω, με όποιον τρόπο μπορώ. Επιμένω να προσπαθώ να γίνω λίγο καλύτερη, για μένα και για όσους αγαπώ και με αγαπούν. Επιμένω να επιμένω προς ό,τι οι πολλοί θεωρούν αδύνατο αλλά εγώ θεωρώ δυνατό.  

– Το “Για Πάντα”, όπως και η “Χρυσόσκονη”, έχουν έντονες αναφορές στην πόλη. Την αγαπάτε; 

Απάντηση: Πιστεύω πως ήδη έχω απαντήσει σε αυτό σε παραπάνω ερώτησή σας σχετικά με την Αθήνα. Ναι, την αγαπάω πολύ την Αθήνα. Είναι ο τόπος μου. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Κουκάκι, κάτω από την Ακρόπολη, ζώ στην Κυψέλη και κάθε πρωί που βγαίνω στην Πατησίων βλέπω την Ακρόπολη. 

– Σε ποια μέρη της Αθήνας επιλέξατε να κινηματογραφήσετε τα πλάνα σας και τι σηματοδοτούν για εσάς; 

Απάντηση: Η ταινία είναι γυρισμένη κατά το ένα τρίτο στον Πειραιά, εκεί που τα ποτάμια της Αθήνας έβγαιναν κάποτε στη θάλασσα, κατά το άλλο τρίτο μέσα στην διαδρομή του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου, πάνω στον αρχαίο ρού όπου κάποτε τα ποτάμια αυτά κυλούσαν και κατά το τελευταίο της τρίτο στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της Αθήνας. Γύρισα την ταινία στα μέρη που ξέρω σαν το σπίτι μου και είναι το σπίτι μου, από παιδί ως σήμερα.  

– Πόσο έχει επηρεάσει τον κινηματογράφο η εμπορευματοποίηση και οι νόμοι της ελεύθερης αγοράς; Υπάρχει χώρος για ποιοτικές πρωτοβουλίες;

Απάντηση: Οι νόμοι της ελεύθερης αγοράς όπως και η υπερπληθώρα παραγωγής προϊόντων και στον τομέα του κινηματογράφου, σε σχέση με παλαιότερες εποχές, είναι ένα πραγματικό γεγονός και μία συνθήκη που κάνει ακόμα πιο δύσκολο το ήδη πολύ δύσκολο εγχείρημα να κάνει κανείς «σινεμά δημιουργού» και να βρεί τρόπο και διόδους να το κοινωνήσει στην παγκόσμια αγορά. Ο χώρος γι΄αυτό που ονομάζετε «ποιοτικές πρωτοβουλίες» είναι και σχετικός, για το τί ο καθένας εννοεί με τον όρο αυτό αλλά και, εν δυνάμει, ταυτόχρονα μικρός και ίσως μεγαλύτερος, πάντα με δεδομένο τί ο καθένας εννοεί με τον όρο αυτό. 

– Υπάρχει αλληλεγγύη στον κόσμο της τέχνης ή έχει επικρατήσει ο ατομικισμός; 

Απάντηση: Νομίζω οτι υπάρχει τόσο ποσοστό αλληλεγγύης όσο και τόσο ποσοστό ατομικισμού όσο υπάρχει στην κοινωνία ολόκληρη. Πάντα έτσι ήταν, πάντα έτσι θα είναι. Μικρές παρέες και φιλίες που βασίζονται σε κοινές αισθητικές και κοινές ιδεολογίες παράγουν πράγματα αλληλέγγυα, στηρίζοντας ο ένας τον άλλο, θεωρώντας ο καθένας πως αυτό που κάνει ο άλλος τον αφορά προσωπικά. Δε νομίζω πως υπήρξε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας αλληλεγγύη στον «κόσμο της τέχνης». ΄Οση ανθρωποφαγία χαρακτηρίζει σε όλη της την ιστορία την ανθρωπότητα, χαρακτηρίζει όλες τις μικρές της κοινωνίες. Από τον «κόσμο της τέχνης», μέχρι τον «κόσμο της επιστήμης» και μέχρι τον «κόσμο των αποκλήρων». Ο,τι έχει προχωρήσει  την ιστορία της ανθρωπότητας στην εξέλιξή της, από μικρές παρέες έχει πάντοτε γεννηθεί. 

-Ποια είναι η ιστορία που θυμάστε πιο έντονα από τη συνεργασία σας με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο; 

Απάντηση: ΄Οταν ζείς και δουλεύεις με έναν άνθρωπο επί δεκαεννέα χρόνια, με όρους ουσιαστικής εμπιστοσύνης και πολύ βαθιάς φιλίας, όταν αυτός ο άνθρωπος σου έχει από την πρώτη στιγμή ανοίξει τον εαυτό του, το σπίτι του και σε έχει κάνει μέλος της οικογένειάς του, όταν αυτός ο άνθρωπος είναι δικός σου άνθρωπος, δεν υπάρχει μία ιστορία που μπορείς να θυμηθείς. Θυμάσαι το όλον. Είμαι πάρα πολύ τυχερή. Το έχω ξαναπεί, το ξαναλέω. Είμαι πάρα πολύ τυχερή που συνάντησα τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στη ζωή μου και τον ευγνωμονώ για όλα όσα μου έδωσε και μου έμαθε. ΄Οχι για το σινεμά. Για τη ζωή και την πίστη στο αδύνατο που γίνεται δυνατό αν πραγματικά θέλεις να γίνει. 

για πάντα

Παραγωγή: FALIRO HOUSE (Ελλάδα, 2014)

Σκηνοθεσία: Μαργαρίτα Μαντά

Σενάριο: Μαργαρίτα Μαντά

Ηθοποιοί: Άννα Μάσχα, Κώστας Φιλίππογλου

Executive Producer: Χρήστος Β. Κωνσταντακόπουλος

Παραγωγοί: Κώστας Κεφάλας, Κωνσταντίνος Κοντοβράκης, Κώστας Λαμπρόπουλος, Μαργαρίτα Μαντά

Διάρκεια : 87΄

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Κωστής Γκίκας, GSC

Μοντάζ: Αγγέλα Δεσποτίδου

Ηχοληψία : Νίκος Παπαδημητρίου

Μοντάζ Ήχου / Σχεδιασμός Ήχου: Αλίκη Παναγή

Music Production / Soundscapes: Χρήστος Δεληγιάννης

Μιξάζ: Κώστας Βαρυμποπιώτης

Κοστούμια: Τριάδα Παπαδάκη

Art Direction:  Μαργαρίτα Μαντά

Οργάνωση Παραγωγής / Α΄Βοηθός Σκηνοθέτη: Ανιές Σκλάβου

Διεύθυνση Παραγωγής: Δημήτρης Χατζηβογιατζής

Η ταινία υποστηρίζεται από το Media Desk και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου.

Συνέντευξη στην Ηλέκτρα Ζαργάνη

Το έριξε στα… τσίπουρα ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης ενώ οι αγρότες ζητούσαν απαντήσεις

Το έριξε στα… τσίπουρα ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης ενώ οι αγρότες ζητούσαν απαντήσεις

Παρόλο που ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης βρέθηκε στη Θεσσαλία προκειμένου να μιλήσει σε ημερίδα της…

Νέα τοποθέτηση του π. Αντώνιου μετά τον σάλο για τα οικονομικά- «Τα ράσα μου δεν έχουν τσέπες»

Νέα τοποθέτηση του π. Αντώνιου μετά τον σάλο για τα οικονομικά- «Τα ράσα μου δεν έχουν τσέπες»

"Με κατηγορούν άδικα άνθρωποι που δεν πέρασαν καν από την Κιβωτό" λέει ο πατέρας Αντώνιος…