Το κουταλάκι της οργής

Ποιος θα προστατεύσει τους χρυσοποίκιλτους ιεράρχες, όταν ξεσπάσει ο θυμός πάνω από τα συσσωρευμένα πτώματα;

Νίκος Παπαδογιάννης 17/03/2020 | 11:54

Επιμένεις, λοιπόν. Αρνείσαι να την κλείσεις, την εξώπορτα που μπάζει σωρηδόν αφελείς και μικρόβια.

Συνεχίζεις αμετανόητος, παρά την κατακραυγή. Έχει αποφασίσει ότι η κοινωνία αποτελείται από προβατάκια που γράφουν την πίστη με κεφαλαίο «Π» και την επιστήμη στα παλιά τους τα παπούτσια.

Άκουσε, παπά. Άνοιξε τα μάτια σου διάπλατα, καθάρισε τα γυαλιά σου με ντετόλ και διάβασε προσεκτικά.

Διαφωνώ απόλυτα μαζί σου, αλλά θα προτάξω τα στήθη σου για να σε προστατεύσω, εσένα και το δικαίωμά σου να μας οδηγείς με δικά μας έξοδα στον μεσαίωνα.

Μόλις μαζευτούν τα πλήθη για να σου ξυρίσουν τη γενειάδα, εγώ θα τρέξω πρώτος για να σε σώσω. Αν είναι να τρυπώσει κάποιος στο ιερό, θα περάσει πάνω από το κορμί μου.

Φοβάμαι, όμως, ότι δεν είμαι αρκετά ρωμαλέος. Η πενιχρή δύναμή μου δεν θα είναι αρκετή. Και τότε, παπά, σώσον Κύριε τον εκπρόσωπό σου. Διότι υποψιάζομαι ότι μπορεί να πέσει ράβδος.

Δεν θα σου το ρίξω εγώ το άγιο μπερντάχι. Εγώ θα σε υπερασπιστώ.

Θα προσπαθήσω να αποκρούσω τους βαρβάρους, ώστε να σε καθίσω σε κάποιο εδώλιο, να λογοδοτήσεις από εκεί για τις πράξεις σου. Όχι από άμβωνος. Περιποιημένος με κόντρα ξύρισμα.

Αλλά ποιος θα σε σώσει από τους συγγενείς του παππού που πέθανε επειδή κόλλησε τον φονικό κορονοϊό από τη θεία μετάληψη;

Ποιος θα σε προστατεύσει από τα νύχια της μάνας που έχασε το παιδί της επειδή την παρότρυνες να εκκλησιαστεί άφοβα μέσα στον συνωστισμό;

Ποιος θα συγκρατήσει την οργή του εφήβου, που αποχαιρέτησε τους γονείς του μέσα σε φέρετρο από τίμιο χριστιανικό ξύλο;

Ποιος θα σε δικαιολογήσει όταν επιχειρήσεις να δικαιολογηθείς για τα αδικαιολόγητα; Και πού θα βρεθει άγιος πρόθυμος να στέρξει στο πλευρό σου;

Και επιπλέον…

Ποιος θα σε απαλλάξει από το βλέμμα του άλλου παπά, του έντιμου ιερωμένου που τον έκανες φονιά, προστάζοντάς τον να χώσει το μολυσμένο κουταλάκι στο στόμα εκατοντάδων αφελών;

Αυτόν δεν τον ντρέπεσαι; Δεν αισχύνεσαι, που στο όνομά σου δυσφημίζεται ολόκληρη η Εκκλησία;

Γιατί πρέπει να απολογηθεί ο ευσυνείδητος ιερέας για την αναλγησία, την αμεριμνησία και την απερισκεψία των προϊσταμένων του;

Γιατί, παπά;

Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη των μάταιων θανάτων, το βράδυ που θα σταθείς μπροστά στον καθρέφτη σου;

Ποιος θα διώξει από τους νυχτερινούς εφιάλτες σου τις τύψεις, τις ερινύες και τις άρπυιες;

Εγώ, σου το επαναλαμβάνω, θα προσπαθήσω να τους διώξω τους αγανακτισμένους. Αλλά δεν θα με ακούνε.

Τον χειρότερο θυμό τον αισθάνεται ο προδομένος. Εκείνος που καταλαβαίνει ότι τον κορόιδεψαν.

Εάν ψελλίσεις μπροστά στον χαροκαμένο πατέρα ότι ο πρόωρος χαμός του παιδιού του ήταν θέλημα Θεού ή ότι ο ίδιος δεν είχε αρκετά μόρια στο πιστόμετρο ώστε να λάβει συγχώρεση, δεν θα προφτάσεις ούτε να ολοκληρώσεις τη φράση σου.

Και τότε θα είναι πολύ αργά για δάκρυα και για συγγνώμες, παπά. Δεν θα σε αποκαλούν «πάτερ», αλλά «δολοφόνε».

Διότι έρχονται σε σένα αναζητώντας ελπίδα και παρηγοριά και εσύ τους πουλάς θάνατο. Με το αζημίωτο μάλιστα.

Στο ίδιο απόσπασμα με την ιερότητά σου θα στηθούν και οι πολιτικοί που σου άνοιγαν την πόρτα, ψέλνοντας εις άγραν ψήφων, αλλά ετούτοι δεν φοράνε άμφια. Ούτε παριστάνουν τους εκπροσώπους του Θεού επί γης.

Και στο κάτω κάτω, τους πρωθυπουργούς και τους υπουργούς τους επιλέξαμε εμείς, οπότε αναλαμβάνουμε τις ευθύνες για το πολιτικό μας έγκλημα. Εσένα δεν σε ψήφισε κανείς.
Φοβάμαι, παπά, ότι πριν στείλεις εμάς στο σκοτάδι θα έρθει αδυσώπητο το σκοτάδι να συναντήσει εσένα.

Μπροστά στη στατιστική του τρόμου, στον εφιάλτη που απειλεί να αφήσει πίσω της χιλιάδες νεκρούς από μία «απλή γρίππη», η αναζήτηση των ευθυνών θα ξεκινήσει από εκείνους που σαμποτάρισαν τα μέτρα προστασίας.

Ο κακοπληρωμένος γιατρός που ρισκάρει τη ζωή του νυχθημερόν στα νοσοκομεία θα έχει τη συμπάθεια όλων, ενώ ο χρυσοποίκιλτος ιεράρχης που εμπορεύεται δεισιδαιμονία για να γεμίσει το παγκάρι, κανενός.

Εξακολουθείς να κωφεύεις και τώρα που έσπασε ο κόμπος το χτένι, παπά; 

Ισχυρίζεσαι ακόμη ότι η μάνα μου μπορεί να προσέλθει χωρίς φόβο και με δική της ευθύνη να παρακολουθήσει τις «λιτές» ακολουθίες που υποσχόσουν πριν σου κλείσουν το μαγαζί;

Συνεχίζεις πίσω από το παραβάν να κερνάς ψωμί, κρασί και αρρωστημένο σάλιο με το κουταλάκι της Κυριακής; Επιμένεις ότι το «σώμα του Χριστού» έχει ανοσία στους ιούς και στους δαιμόνους;

Να έρθω να κοινωνήσω, λοιπόν; Εσύ θα το έγλειφες το σαλιωμένο κοχλιάριο του προηγούμενου, που βήχει; Για κάνε το, να σε καμαρώσω με τα μάτια μου...
Επίτρεψέ μου, παπά, να σου μιλήσω στη γλώσσα που καταλαβαίνεις καλύτερα. Τη γλώσσα του χρήματος.

Το κείμενό μου δεν είναι γραμμένο σε αστεία καθαρεύουσα όπως οι Γραφές, αλλά η μαλλιαρή είναι προτιμότερη, γιατί χτυπάει κατ’ ευθείαν στο δόξα πατρί.

Η στάση του κλήρου στην πανδημία δεν θα περάσει έτσι. Και δεν θα περάσει έτσι, διότι μεθαύριο θα μετράμε τους νεκρούς σε τετραψήφια ή και πενταψήφια νούμερα.

Ουαί, παπαί και αλίμονο, σε όποιον αποδειχθεί ένοχος όταν γίνει η αυτοψία.

Μόλις η κρίση τελειώσει και τα πτώματα ταφούν στην καμένη γη, παπά, το κράτος θα πάψει να πληρώνει τον παχυλό μισθό σου, η εκκλησιαστική περιουσία θα δημευτεί ώστε να ενισχυθούν τα νοσοκομεία και εσύ, ο αδίστακτος έμπορας, θα γίνεις κουρελής σε αναζήτηση ποιμνίου.

Αν υπάρχει κράτος. Αν υπάρχει ευνομούμενη πολιτεία. Αν υπάρχει ζωντανή κοινωνία. Αν, διάβολε, υπάρχει Θεός.