Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: «Θα στάζει ρετσίνι το τέλος μου»

«Θα στάζει ρετσίνι το τέλος μου, σκέφτηκα» έγραφε η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και το παράδοξο στην περίπτωσή της είναι πως το τέλος της εκτός από ρετσίνι έσταζε ζωή. Ένας χρόνος πέρασε από τον θάνατο της στις 21 Ιανουαρίου του 2020.

Λουκάς Καρνής 21/01/2021 | 15:40

Ολα είναι σχετικά µε τη στιγµή που θα συµβούν και η στιγµή είναι δική σου υπόθεση – αν είσαι σε κατάσταση που θα αντιληφθείς ποια είναι η δική σου στιγµή» είχε πει η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στη σκηνή του TEDxPatras προτού γίνει πλέον και για πάντα Κατερίνα Αγγελάκι –µε γιώτα– Ρουκ.

Η Ρουκ χαρακτηρίζεται σπουδαία ποιήτρια –µια συγγραφική φωνή που αγκάλιασε ως κοµµάτι της δεύτερης µεταπολεµικής ποιητικής γενιάς τη µοναξιά και το πεπερασµένο µε πόνο και στοργή ως προϋπόθεση δηµιουργίας–, αλλά οι λέξεις οι ίδιες την αδικούν, γιατί η Ρουκ µας επισήµανε τη σωτήρια λέµβο που λέγεται ποίηση και αυτό είναι µεγαλύτερο και από σπουδαίο.

Από τη ∆ευτέρα (20 Ιανουαρίου) όταν έφυγε αιφνίδια από ανακοπή σε ηλικία 81 χρόνων ξοδεύοντας και το τελευταίο «θα» µιας ζωής γόνιµης, γεµάτης από µπαχάρια σοφίας ∆ύσης και Ανατολής, η Κατερίνα των Εξαρχείων έγινε η υπενθύµιση της αξίας τού να ζεις απλά, σαν ποίηµα. Η απώλειά της απλώς την καθιερώνει σαν αέναη φίλη της ψυχής.

Τα βραβεία ήρθαν νωρίς στη ζωή της, η αναγνώριση του ταλέντου της πνευµατικής κόρης του Νίκου Καζαντζάκη επίσης. Ιδιότυπη ως εικόνα, ως γραφή, ως ήχος, ως πνεύµα, η Αγγελάκη-Ρουκ είναι εύκολα µια άλλη ιθαγενής Ανιές Βαρντά των λέξεων και της στίξης.

«Είναι δύσκολο να µην περιµένεις πια τίποτε εκτός από αυτά που σου δίνει η ζωή και να λες ευχαριστώ. Αυτό το ευχαριστώ είναι που κατευνάζει τον φόβο του θανάτου» είπε στον φακό της εκποµπής «Το µαγικό των ανθρώπων» σαν άλλος αλχηµιστής που αναχώρησε ορεξάτος από τη ζωή του, ως ποιήτρια της ανορεξίας της ύπαρξης.

Γεννηµένη σε µια Αθήνα στη σκιά του Β΄ Παγκόσµιου Πολέµου, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ έζησε ανάπηρη από την αριστερή της πλευρά. Αν είχε γεννηθεί λίγο µετά, ίσως µια ένεση την είχε αναδείξει νικήτρια στην πάλη της µε τον σταφυλόκοκκο. Ταυτόχρονα, βέβαια, θα της είχε στερήσει τη διαφορετική κανονικότητα που τη σµίλεψε. Οµως, ως ποίηµα «που δεν αναγγέλλει ποτέ την άφιξή του», η παγίδα της λοίµωξης έγινε και η πύλη που την οδήγησε στο µεγαλείο της χώρας όπου βασιλεύει η γλώσσα των διαφορετικών θνητών, στην ποίηση.

Ακολουθεί εναρκτήριος αστικός µύθος, περιπαικτικός όπως η ίδια: 1956, ο νονός της 17χρονης Κατερίνας, φίλος των κοσµοπολιτών γονιών της και συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης διαβάζει το πρώτο ποίηµα της, τη «Μοναξιά». Στη συνέχεια γράφει επιστολή στον διευθυντή του περιοδικού «Καινούρια Εποχή» λέγοντάς του: «Παρακαλώ, δηµοσιεύστε αυτό το ποίηµα, το έχει γράψει µια κοπέλα που δεν έχει βγάλει ακόµη το γυµνάσιο. Είναι το ωραιότερο που διάβασα ποτέ!».

Η αρχή είχε γίνει για τη σπουδαγµένη στη Γενεύη µεταφράστρια και διερµηνέα, την πολυβραβευµένη, πολυγραφότατη, πολυµεταφρασµένη, ποτέ όµως πολυκαιρισµένη αρχιτεκτόνισσα των λέξεων. Εξι χρόνια µετά, το 1962, η Αγγελάκη-Ρουκ απέσπασε το Α΄ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης. Η τελευταία βράβευσή της το 2014 –όταν της απονεµήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Γραµµάτων για το συνολικό της έργο– ήταν ο επίλογος στις νίκες διαρκείας της µε λέξεις.

«Η ποίηση δεν θεραπεύει, δείχνει την πληγή» έλεγε ανάµεσα σε άλλα σοφά η Κατερίνα, που πέρασε το πολυτιµότερο κοµµάτι της ζωής, τα νιάτα της, Μεσολογγίου και Μεταξά γωνία, στο διαµέρισµα που είχαν νοικιάσει οι γονείς της – ο πατέρας της από το Τσανάκαλε, τα ∆αρδανέλια, και η µητέρα της από την Πάτρα· αυτή η ένωση «Ανατολής µε τη ∆ύση» που την όπλισε µε φως.

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ εκτιµούσε την ντοµπροσύνη, θεωρούσε τη δηµοσιότητα υπερτιµηµένη, είχε αδυναµία στην Αννα Καρένινα και οπλισµένη µε λιτό, ήρεµο, γαλήνιο και αιχµηρό σαν νυστέρι λυρισµό επιδόθηκε µε πρωταθληµατικές αντοχές στο Κολοσσαίο του πνεύµατος.

Με τις λέξεις της η Κατερίνα, που ερωτεύτηκε σφόδρα από το 1963 και µέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος το 2007 τον σύζυγό της, Αγγλο φιλόλογο και βιβλιοθηκονόµο Ρόντνεϊ Ρουκ, εµφύσησε θεϊκή ποιότητα στη θνητότητά µας υπηρετώντας µε συνέπεια την τέχνη της. Προφανώς αυτό το κορίτσι που ο νονός της αποκαλούσε σε επιστολή του «κλωσσοπούλι του Παρνασσού» παροτρύνοντάς της να µην τον ντροπιάσει, έζησε, έφυγε και ζει ως άνθρωπος-πρότυπο –οπότε και νικηφόρα– αιώνια, όσο ο κήπος της στην Αίγινα ανασαίνει το χώµα του και ανθίζει.

Φήµες ότι ο κήπος φέρει σπόρους από τη Μέση Γη δεν έχουν επιβεβαιωθεί ακόµη.

1) «Η ζωή διαθέτει μια πηγαία δύναμη, μια δύναμη αυθόρμητη, που έρχεται και μας συμπαραστέκεται παρά τη λύπη της γήρανσης και της φθοράς. Γιατί υπάρχει και λειτουργεί και είναι μονίμως ενεργό το ένστικτο της επιβίωσης. Ενα ένστικτο δίχως το οποίο θα ήταν αδύνατον να υπομείνουμε την αντικειμενικά απαίσια πραγματικότητα»

2) «Το σώμα είναι η νίκη και η ήττα των ονείρων, η πρώτη ανάσα και η τελευταία φαντασίωση. Το σώμα συνιστά ταυτοχρόνως τη σχιζοφρένεια της ύπαρξής μας. Ενώ δεν έχω καμιά πίστη σε θεό, πιστεύω από την άλλη μεριά σε μία και μοναδική μεταφυσική: στο να θέτεις το ερώτημα πώς βρεθήκαμε εδώ, όντας εκ παραλλήλου πεπεισμένος πως δεν πρόκειται να πάρεις ποτέ την παραμικρή απάντηση»

3) «Το παρελθόν είναι μια θεραπεία που έχει φτιάξει ο ίδιος ο χρόνος. Ο άνθρωπος με το θαυμαστό μυαλό του έχει επινοήσει μύθους που τον βοηθούν να επιβιώσει. Το παρελθόν είναι η ελπίδα. Αφού προλάβαμε να δημιουργήσουμε τόσα κατά την πεπερασμένη διάρκειά του, έχουμε άλλα τόσα να δημιουργήσουμε για το μέλλον. Μέχρι να καταλήξουμε σε ένα μεγαλύτερο ποτάμι για τον ρου του οποίου δεν γνωρίζουμε παρά ελάχιστα»

4) «Η ελληνική γλώσσα θα γίνει σε λίγο καρέτα καρέτα. Και δεν πρόκειται μόνο για τα ελληνικά. Και τα αγγλικά, που κυριαρχούν στις ημέρες μας απολύτως, κινδυνεύουν να μετατραπούν ακριβώς λόγω της κυριαρχίας τους σε κατσαβίδι, σε ένα εργαλείο που τα καταστρέφει σταδιακά. Κι ύστερα είναι και η αντιλογοτεχνική εποχή μας, που διοχετεύει τα πάντα σε εικόνες, που διαλύει τη δομή και τη σύνθεση της γλώσσας»

Το ποίημα της 17χρονης που τα ξεκίνησε όλα

Μοναξιά, φθινόπωρο 1956

Αν ενώσεις το βροχόνερο με το δάκρυ σου

το γέλιο σου με τον ήλιο

το σίφουνα, τον αγέρα με την ξεσηκωμένη αγανάκτησή σου.

Αν κλάψεις για τα παιδάκια με τις ρόδινες ανταύγειες

του δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν

με τα χεριά αδειανά, με τα πόδια γυμνά

θα βρεις τη μοναξιά σου.

Αν σκύψεις στους συνανθρώπους σου

μες στα αδιάφορα μάτια τους θα ’ναι γραμμένη

απελπιστική, ολοκληρωτική η μοναξιά σου.

Κι αν πάλι τους δείξεις το δρόμο της δύναμης

και τους ξεφωνίσεις να πιστέψουν μόνο τον εαυτό τους

θα τους δώσεις μια πίκρα παραπάνω

γιατί δε θα το μπορούν, θα ’ναι βαρύ γι’ αυτούς

και θα ’ναι πάλι η μοναξιά σου.

Αν φωνάξεις την αγάπη σου

θα ’ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή

γιατί δεν είχε το κουράγιο να περάσει όλες

τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα

όλους τους λασπωμένους δρόμους.

Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη

λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ

τα λόγια της μοναξιάς σου.

Θεέ μου, τι θα γίνουμε;

Πώς θα πορευτούμε;

Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε;

Μ’ αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων

των ψυχών από δίπλα μας;

Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος.

Μια θα ’ναι η Νίκη:

αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε.

Μόνοι μας.