Η πρωτεύουσα της Πολωνίας

Ένας φόρος τιμής στον άνδρα που δεν μπορούσε να αναπνεύσει και στους αθλητές που τιμούν τη μνήμη του

Νίκος Παπαδογιάννης 31/05/2020 | 16:25

Την παραμονή του προημιτελικού μεταξύ Ελλάδας-Πολωνίας στο Ευρωμπάσκετ του 1997 στη Βαρκελώνη, ξαμολυθήκαμε με τον Βασίλη Σκουντή στο προπονητήριο του Παλάου Σαν Τζόρντι και διενεργήσαμε ένα πρωτότυπο γκάλοπ. Ζητήσαμε τους παίκτες της Εθνικής μας, να μας πουν την πρωτεύουσα της Πολωνίας.

Απ’ όσο θυμάμαι, δεν απάντησε σωστά ούτε ένας από τους 7-8 που ρωτήθηκαν. Μερικοί έστριψαν διά του αρραβώνος. «Ελάτε ρε παιδιά τώρα, προσπαθείτε να μας εκθέσετε;»

Σημειωτέον, ότι οι μπασκετμπολίστες είναι από τους μορφωμένους αθλητές. Από τους ανήσυχους και ταξιδεμένους, τους πολίτες του Κόσμου. Τουλάχιστον, γνώριζαν ότι η Πολωνία είναι ανεξάρτητο ευρωπαϊκό κράτος.

Ένας ή δύο είχαν ακουστά τον Βαλέσα. Όχι όμως τον αγωνιστή της «Αλληλεγγύης», αλλά τον ιδιοκτήτη της ομώνυμης ταβέρνας στη Νέα Σμύρνη. «Έχω και το τηλέφωνό του», αστειεύτηκε ο Φάνης Χριστοδούλου.

Δεν θέλω να προσβάλω κάποιον από τους εκλεκτούς του ελληνικού μπάσκετ ούτε φυσικά να τους εκθέσω. Μακάρι να ήταν όλοι οι Έλληνες αθλητές σαν τον Γιαννάκη, τον Φασούλα, τον Πρίντεζη και τον Διαμαντίδη.

Προσπαθώ να θέσω το εξής ερώτημα. Είμαστε βέβαιοι ότι θέλουμε τους αθλητές μας δραστήριους και παρεμβατικούς στην κοινωνία;

Στα social media, που δεν κοιμούνται ποτέ αλλά συνήθως ροχαλίζουν τον ύπνο του δικαίου και του αδίκου, ξέσπασε σάλος τα ξημερώματα επειδή μία ανώνυμη ιστοσελίδα που ασχολείται με το ΝΒΑ εγκάλεσε τον ΛεΜπρόν Τζέιμς υιοθετώντας το χυδαίο δόγμα: «Σκάσε και ντρίμπλαρε».

Πέρα από το γελοίον του πράγματος, ένας αγράμματος πιτσιρικάς από την άλλη άκρη του κόσμου να βάζει πόστα στον κορυφαίο αθλητή του πλανήτη, υπάρχει και η ουσία.

Το κατακριτέο «ολίσθημα» του ΛεΜπρόν, σύμφωνα με τον άγνωστο λιβελογράφο, ήταν ότι ασχολήθηκε με την πολιτική ενώ η δουλειά του είναι να παίζει μπάλα.

Λες και είναι πολιτικολογία, η διάχυτη κοινωνική οργή ενάντια στους ένστολους δολοφόνους της Μινεσότα…

Το ΝΒΑ, όπως και το αντίστοιχο πρωτάθλημα των γυναικών (WNBA) βρίσκονται εδώ και δεκαετίες στις επάλξεις ενάντια στην αδικία, στην καταστολή και στον σεχταρισμό.

Ο ΛεΜπρόν Τζέιμς είναι κατά τη γνώμη μου ο G.O.A.T., όχι για τις ασίστ και τα ριμπάουντ, αλλά για την τόλμη με την οποία αξιοποιεί τη φωνή του προς όφελος των κατατρεγμένων.

Στο ίδιο χαράκωμα, χαραγμένο με τα χεράκια του Μοχάμεντ Άλι, τρύπωσαν για να πολεμήσουν -ενώ μπορούσαν κάλλιστα, κάκιστα, να καθίσουν άπραγοι στις βιλάρες τους- ο Κρις Πολ, ο Καρμέλο Άντονι, ο Κέβιν Ντουράντ, ο Γκρεγκ Πόποβιτς, ο Στηβ Κερ, ο Καρίμ Αμπντούλ-Τζαμπάρ και πολλοί άλλοι, σύγχρονοι ή βετεράνοι.

Ακόμα και ο ίδιος ο κομισάριος Άνταμ Σίλβερ σκαρφάλωσε στα άρματα του Pride στη Νέα Υόρκη χωρίς να είναι ομολοφυλόφιλος. «Είμαστε υποστηρικτές της ισότητας και της ανεκτικότητας», ήταν το μήνυμά του.

Ο Κόμπι Μπράιαντ προσχώρησε στις τάξεις των μαχητών προς το τέλος της καριέρας του, όταν φόρεσε και αυτός το μπλουζάκι «I Can’t Breathe», εγκαταλείποντας την απολιτίκ αδιαφορία.

Στο τέλος, έμεινε μόνος και δακτυλοδεικτούμενος στην απέναντι όχθη ο Μάικλ Τζόρνταν, με εκείνον τον κατάπτυστο αφορισμό να αιωρείται σαν γκρίζο σύννεφο πάνω από το βιογραφικό του: «Ξέρετε, αγοράζουν και οι ρεπουμπλικάνοι αθλητικά παπούτσια».

Με αυτή τη στάση του, ο Τζόρνταν άνοιξε τον δρόμο για την επανεκλογή του αρχιερέα του σκοταδισμού Τζέσε Χελμς στην ίδια την Πολιτεία όπου ο ίδιος και οι γονείς του μεγάλωσαν (Νορθ Καρολάινα).

Μπορεί να δημοσιεύτηκε «εκτός πλαισίου» και να σχολιάστηκε βάναυσα, αλλά δεν παύει να είναι στίγμα. Ταιριαστό, όπως θα είδατε, με τον συνολικό χαρακτήρα του ανδρός.

Στις συνεντεύξεις που ζητώ από τους εκλεκτούς του ελληνικού αθλητισμού τα τελευταία χρόνια, υποβάλλω το ίδιο ερώτημα: «Οφείλει ο αθλητής να έχει φωνή

Σχεδόν όλοι απαντούν θετικά. Αντιλαμβάνονται ότι εκόντες άκοντες είναι πρότυπα για τα μικρά παιδιά και ομολογούν ότι είναι σε θέση να διαμορφώσουν συνειδήσεις και νοοτροπίες.

Μισό λεπτό, όμως. Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι ο αθλητής είναι ανήσυχο πνεύμα και ξέρει τι του γίνεται; Πού θα τραβήξουμε τη γραμμή και ποιους θα κρατήσουμε μακριά από τα μικρόφωνα;

Επιτρέπεται να μιλήσει δημόσια και να διαμορφώσει συνειδήσεις ένα απελέκητο κούτσουρο; Τι θα κάνουμε με τους Γιατζόγλου αυτού του κόσμου; Ποιος θα μοιράσει πιστοποιητικά κοινωνικής ευαισθησίας και εγρήγορσης;

Τι έχει να πει σε μένα και στο παιδί μου κάποιος που δεν τελείωσε ούτε το δημοτικό; Μήπως είναι προτιμότερο για ορισμένους το «shut up and dribble»; Ποιος θα ξεδιαλέξει τους πραγματικά χρήσιμους από τους χρήσιμους ηλίθιους του συστήματος;

Δυστυχώς, δεν υπάρχει απάντηση. Για κάθε Αλέξανδρο Νικολαϊδη, υπάρχει ένας Βασίλης Τσιάρτας. Ή και περισσότεροι, στη χώρα που μαστίζεται από έλλειψη παιδείας.

Εάν θέλετε τη γνώμη μου, φωνή οφείλουν να έχουν όλοι, ξεκινώντας από εκείνους που έζησαν τα βάσανα και τις διακρίσεις στην πράξη, όπως τα αδέλφια Αντετοκούνμπο.

Ακόμα και οι άναρθρες κραυγές που συχνά εκπέμπονται από τη λούμπεν πτέρυγα του αθλητικού κινήματος είναι ωφέλιμες, αφού προωθούν τον -όποιο- δημόσιο διάλογο.

Χρήσιμη δεν είναι μόνο η ευφορία που μας δημιουργεί ο συγκροτημένος λόγος ενός καλλιεργημένου αθλητή, σαν τον Νίκο Ζήση, αλλά και η βδελυγμία που νιώθουμε όταν ακούμε έναν αγράμματο μπαλαδόρο να μιλάει για «λάθρο».

Ναι, ξέρω, δεν νιώθουμε όλοι την ίδια βδελυγμία. Τουλάχιστον ο Τσιάρτας βοήθησε ώστε να το συζητήσουμε. Και να μάθουμε ποιος είναι ποιος.

Οι κραυγές αγωνίας τύπου «I can’t breathe» είναι απαραίτητο να εξωτερικεύονται σε κάθε περίπτωση. Ακόμα και με ακραίες πράξεις αντίστασης, όπως του Κόλιν Κάπερνικ.

Όχι μόνο στην Αμερική, που ζει δεύτερο μεσαίωνα, αλλά και όπου αλλού υπάρχει κρατική καταστολή, αστυνομοκρατία και νόμος του όχλου.

Η δίκη για τον φόνο του άμοιρου Ζακ Κωστόπουλου θα αρχίσει τον Οκτώβριο του 2021, δύο ολόκληρα χρόνια μετά το λυντσάρισμά του από πολίτες, μέρα μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας.

Δύο ολόκληρα χρόνια απραξίας! Ποιος να ανέβει εδώ στο άρμα του Pride για να τιμήσει τη μνήμη του δολοφονημένου ακτιβιστή; O …Βασιλακόπουλος;

Άραγε ο Παύλος Φύσσας ήταν σε θέση να αναπνεύσει, στις τελευταίες του στιγμές στην άσφαλτο;

Αυτοί που φιλοξενούσαν τον κακότυχο μουσικό στους αγώνες μπάσκετ του Ολυμπιακού δεν έκριναν σκόπιμο να αρθρώσουν λόγο διαμαρτυρίας, με εξαίρεση τον Γιώργο Μπαρτζώκα, που πλήρωσε τη στάση του με διαφορετικό νόμισμα.

Παρόμοια παραδείγματα, αδιαφορίας ή επιλεκτικής ευαισθησίας, υπάρχουν σε όλο το φάσμα του ελληνικού αθλητισμού και φυσικά δεν περιορίζονται σε μία ομάδα ή σε μία πόλη ή σε μία γειτονιά.

Το πρόβλημα είναι γενικευμένο και απειλεί να σκεπάσει τη χώρα σαν μαύρο σεντόνι, όσο για την υπνωτισμένη κοινωνία βρέχει πέρα. Η φωνή του αθλητή, ντε φάκτο ηχηρή και επιδραστική, μπορεί να φέρει τη λιακάδα λίγο πιο κοντά.

Πρωτεύουσα της Πολωνίας ήταν, και παραμένει, η Βαρσοβία. Η ταβέρνα του «Βαλέσα» στη Νέα Σμύρνη έκλεισε.

Πηγή: gazzetta.gr