Η ομοφοβία, ο σεξισμός, ο ρατσισμός και το victim blaming σαν υπερασπιστική γραμμή στην υπόθεση Λιγνάδη

Απέναντι σ’ αυτές τις υπερασπιστικές γραμμές, είμαστε όλοι «επαγγελματίες ομοφυλόφιλοι»

Άννα Νίνη 24/02/2021 | 17:21

Κάτι που σόκαρε την κοινή γνώμη περισσότερο ίσως και από τις ίδιες τις πράξεις που καταλογίζονται στον Λιγνάδη, είναι τα όσα ακούστηκαν από τον συνήγορο που επέλεξε να τον εκπροσωπήσει. Κι αυτό όχι διότι οι πράξεις που περιγράφονται δεν είναι αρκετά αποτρόπαιες και ειδεχθής, αλλά γιατί πλέον, η υπερασπιστική γραμμή είναι η καθαρή ενοχοποίηση των θυμάτων. 

Ο Αλέξης Κούγιας, έχοντας κάνει μια προσχηματική δήλωση την πρώτη ημέρα που κλήθηκε ως δικηγόρος υπεράσπισης του κατηγορούμενου Δημήτρη Λιγνάδη, ανέφερε: «Μόλις παραλάβω τη δικογραφία, θα ενημερώσω για το εάν θα αναλάβω την υπεράσπιση αυτού του μέχρι πριν λίγες ημέρες διακεκριμένου σκηνοθέτη, κορυφαίου ηθοποιού και Γενικού Διευθυντού του Εθνικού Θεάτρου της Ελλάδας. Αν δεν πεισθώ για την αθωότητα του δε θα τον αναλάβω». Και είναι προσχηματική διότι με αυτή τη δήλωση προσπάθησε να παρακινήσει την κοινή γνώμη να σκεφτεί αργότερα πως «αφού τον πιστεύει αυτός που διατηρούσε τις επιφυλάξεις του, είναι βέβαια αθώος». 

Την επόμενη ημέρα, ο γνωστός ποινικολόγος, αφού δήλωσε πως θα αναλάβει την υπεράσπιση του Δημήτρη Λιγνάδη, πέρασε σε μια άνευ προηγουμένου επίθεση στους μηνυτές και τους μάρτυρες κατηγορίας που έχουν κληθεί έως τώρα να καταθέσουν με περιγραφές τα επώδυνα βιώματα τους. 

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι: η υπεράσπιση οποιουδήποτε, ό,τι κι αν έχει κάνει είναι νομικό του δικαίωμα. Προφανώς, και ο Δημήτρης Λιγνάδης και οποιοσδήποτε άνθρωπος, έχει το δικαίωμα να έχει και δικηγόρο και αυτός ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ακολουθεί κάποια υπερασπιστική γραμμή για να γλιτώσει όπως μπορεί τον εντολέα του. Κανείς δεν κρίνει τον Αλέξη Κούγια για την ανάληψη της υπόθεσης, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο έχει επιλέξει έως τώρα να μιλήσει για μηνυτές και μάρτυρες. 

Το να εξαπολύει κάποιος, πολλώ δε μάλλω ο συνήγορος υπεράσπισης ενός ανθρώπου που κατηγορείται για βιασμούς κατά συρροή, συγκεκριμένους χαρακτηρισμούς προς ανθρώπους που καταγγέλλουν επώνυμα και επίσημα τέτοιες κακουργηματικές πράξεις είναι εγκληματικό, όχι μόνο για τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά για όλες τις υποθέσεις σεξουαλικής βίας, είτε αφορούν επώνυμους, είτε ανώνυμους. 

Συγκεκριμένα ο κ. Κούγιας χαρακτήρισε με μια ανακοίνωση όλα όσα ακούστηκαν και σόκαραν την κοινή γνώμη «χοντροκομμένα ψέματα από αναξιόπιστες προσωπικότητες». Συνεπώς, ανάμεσα σε έναν «διακεκριμένο σκηνοθέτη» και σε έναν «ανώνυμο άνθρωπο», αναξιόπιστος σύμφωνα με τον συνήγορο του Δημήτρη Λιγνάδη, είναι ο ανώνυμος άνθρωπος. Εκτός αν γνωρίζει προσωπικά κάποιον από τους καταγγέλλοντες ο Α. Κούγιας και έχει διαπιστώσει ο ίδιος το εάν είναι αναξιόπιστος ή όχι. 

Και συνέχισε στην ίδια ανακοίνωση με ένα ομοφοβικό και σεξιστικό κρεσέντο λέγοντας:  «Όσον αφορά στους δήθεν μάρτυρες που δήθεν επιβεβαιώνουν γεγονότα, πρόκειται για "επαγγελματίες" ομοφυλόφιλους, οι οποίοι ως επάγγελμα έχουν την επ' αμοιβή συνύπαρξή τους με αντίστοιχους ομοφυλόφιλους, και μία κυρία 40 ετών, η οποία ομολογεί ότι ήταν αθεράπευτα ερωτευμένη και είχε σεξουαλική σχέση με τον κύριο Λιγνάδη, ενώ ήταν δεσμευμένη, και της οποίας η προσωπικότητα είναι γνωστή στο χώρο του θεάτρου, λεπτομέρειες της οποίας θα αναδείξουμε με το απολογητικό μας υπόμνημα και όσα θα απολογηθούμε στην κυρία Ανακριτή.» 

Εν ολίγοις χρησιμοποιήθηκε η έμφυλη ταυτότητα όλων, για τους μεν ώστε να χαρακτηριστούν «επαγγελματίες ομοφυλόφιλοι» και να κατηγορηθούν όχι μόνο για τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις αλλά και για πορνεία, και για τη δε, επίσης το φύλο της, ώστε να ειπωθεί πως κατηγορεί τον Δημήτρη Λιγνάδη «Μια σαραντάρα ανήθικη που είχε συνάψει παράλληλες σχέσεις και ήταν ερωτευμένη μαζί του, συνεπώς έχει λόγους να τον εκδικηθεί». 

Πέρα όμως από τους συγκεκριμένους χαρακτηρισμούς και τις περιττές λεπτομέρειες για τις ζωές των μαρτύρων, λεπτομέρειες που δεν αφορούν κανέναν, στην ανακοίνωση αναφέρθηκε κάτι ακόμη: «Σημειωτέον ότι όλοι οι δήθεν παθόντες και δήθεν βιασθέντες που καταθέτουν πριν την οιαδήποτε πράξη, την οποία δήθεν ονομάζουν βιασμό, είχαν δήθεν ερωτικές σχέσεις με τον κύριο Λιγνάδη επί μακρό χρονικό διάστημα.». Κι εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε τα εξής, τα οποία μάλλον ο κ. Κούγιας έχει ξεχάσει παρά το ότι αναφέρονται στον Ποινικό Κώδικα: Ακόμη και εντός γάμου, όταν ένας άνθρωπος δε θέλει να συνευρεθεί ερωτικά με τον/τη σύζυγο, και τελικώς με τη βία αυτή η συνεύρεση προχωρήσει, αυτό συνιστά βιασμό. Ακόμη και σε μια σχέση, εάν ένα από τα δυο άτομα που απαρτίζουν τη σχέση αρνηθεί να συνευρεθεί ερωτικά, αυτό συνιστά επίσης βιασμό, ακόμη και αν συνευρέθηκαν ερωτικά την προηγούμενη ημέρα ή ώρα. Το όχι, σημαίνει όχι, υπό όλες τις συνθήκες που θα ειπωθεί. 

Και σε αυτή τη δήλωση που ενοχοποιεί τα θύματα για τις υποτιθέμενες σχέσεις που είχαν συνάψει με τον Δημήτρη Λιγνάδη, δεν αναφέρεται πουθενά ο σημαντικός παράγοντας της ανηλικότητας, της μετεφηβικής ηλικίας, τη θέση ισχύος στην οποία βρισκόταν ο «θεατράνθρωπος», το πώς έφτασαν να έχουν επαφές μαζί του τα φερόμενα θύματα ή  το ζήτημα της αποπλάνησης και της χειραγώγησης που καταγγέλλουν οι μηνυτές. 

Σήμερα, σε ακόμη μια δήλωση έξω από τα δικαστήρια, επεσήμανε εκτός των άλλων, πως οι καταγγελίες που αφορούν τις δύο πράξεις βιασμού που αποδίδονται είναι ψευδείς, ενώ όπως ανέφερε χαρακτηριστικά «είναι και οι δύο Αιγύπτιοι». Η καταγωγή των θυμάτων έπρεπε για κάποιο μυστηριώδη λόγο να αναφερθεί λοιπόν, γιατί; Γιατί δεν μπορούμε να λάβουμε σοβαρά υπόψη τα λεγόμενα, τα βιώματα και τη μήνυση όποιου δεν είναι Έλληνας πολίτης; Τη στιγμή που όπως έχει γνωστό από μαρτυρίες, ο Δημήτρης Λιγνάδης φέρεται να πλησίαζε παιδιά πρόσφυγες και μάλιστα να τα φέρνει στο σπίτι του. 

Όλα φυσικά συνοψίζονται στην επαναλαμβανόμενη ατάκα του Αλέξη Κούγια, ο οποίος επί μονίμου βάσεως, σε κάθε δημοσιογραφική ερώτηση, σε κάθε διευκρίνιση που ζητούν τα Μέσα αναφέρει πως «σε λίγο θα συμπληρώσω 50 χρόνια καριέρας».  Αυτό είναι το άλλοθι που χρησιμοποιείται για να μπορεί κάποιος τελικά να δηλώνει ό,τι θέλει και να εκφράζεται όπως θέλει. 

Όλα αυτά τα οποία επιχειρεί να περάσει ως υπερασπιστική γραμμή ο Αλέξης Κούγιας, δεν είναι πρωτάκουστα στα δικαστικά χρονικά. Γυναίκες, άνδρες, έφηβοι ή ενήλικες, έχουν ακούσει παρόμοια πράγματα μέσα σε δικαστικές αίθουσες από συνηγόρους που θεωρούν πως προκειμένου να υπερασπιστούν τους θύτες, μπορούν να επιτίθενται στα θύματα με τον πιο χυδαίο και απαράδεκτο τρόπο, την ώρα που τα θύματα βιώνουν τον επανατραυματισμό τους. 

Αυτές οι υπερασπιστικές γραμμές που ακολουθεί ο Αλέξης Κούγιας και άλλοι συνάδελφοι του, αποτελούν μέρος του προβλήματος της μη καταγγελίας και της κρυφής κακοποίησης, ενώ δίνουν μεγαλύτερη ασφάλεια στους θύτες να δράσουν ανενόχλητοι. Αυτές οι επιθέσεις προς τα θύματα, αφενός δημιουργούν μεγαλύτερα τραύματα σε ήδη τραυματισμένους ανθρώπους, αφετέρου αποτρέπουν άλλα θύματα από το να μιλήσουν και να καταγγείλουν πράξεις όπως ο βιασμός και η κακοποίηση γιατί ο φόβος του «θα μπλέξω» μεγαλώνει, όπως και ο φόβος του επανατραυματισμού. Κάνουν τον Γολγοθά, ακόμη πιο δύσβατο. 

Τις στιγμές που ο κ. Κούγιας και άλλοι συνάδελφοι του ανερυθρίαστα αποκαλούν «επαγγελματίες ομοφυλόφιλους» όσους τολμάνε επιτέλους να μιλήσουν, και «αξιοθαύμαστους καλλιτέχνες» εκείνους που καταγγέλλονται, κάποιο θύμα σεξουαλικής βίας είτε της συγκεκριμένης υπόθεσης, είτε οποιασδήποτε άλλης, βυθίζεται περισσότερο στη σιωπή. 

Απέναντι σ’ αυτές τις υπερασπιστικές γραμμές, είμαστε όλοι «επαγγελματίες ομοφυλόφιλοι».