Η ομάδα eggεφαλικό «κερνάει» Ομελέτα

Μια βιβλιοκριτική στη συλλογή πεζών και ποιημάτων με τον ευρηματικό τίτλο «Ομελέτα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αμόνι

Αιμιλία Βήλου 26/07/2021 | 12:08

Η συλλογή πεζών και ποιημάτων «Ομελέτα» είναι η απόδειξη πως και στις πιο σκοτεινές ώρες μπορεί να προκύψει κάτι θετικό. Εν μέσω καραντίνας η ομάδα eggεφαλικό σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο Αμόνι προχώρησαν σε αυτό το ιδιαίτερα ενδιαφέρον εγχείρημα. Πρόκειται για μια συλλογή σκέψεων, απόψεων και συναισθημάτων που βρήκα καταιγιστική και καθηλωτική μιας και ήρθα σε ουσιαστική επαφή με την επόμενη γενιά, τις αγωνίες και τις ελπίδες της. Συγγραφείς είναι 6 νέοι άνθρωποι οι: Ιλιρίντα Μουσαραι, Χριστίνα Μανωλακάκη, Βασιλική Συρογιάννη, Γιώργος Πασχος, Ανδρομάχη Σακελλαρίου και Ναταλία Διονυσιώτη. 

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να μιλήσουμε για τη γέννηση του βιβλίου. Το σύνολο των κειμένων είναι γραμμένα από «zoomers», ανθρώπους γεννημένους από τα μέσα του ‘90 έως το 2010 και είναι γνωστοί επίσης ως iGeneration, Μετά-Millennials, Quaranteens, ή OnlineSchoolteens. Όλες οι λέξεις περιγράφουν τη στενή σύνδεση της συγκεκριμένης γενιάς με την τεχνολογία και εσχάτως με την εμπειρία του εγκλεισμού. Η ματιά των zoomers διατρέχει όλα τα κείμενα και αποτυπώνεται μια γωνία θέασης που συνήθως είναι περιθωριοποιημένη. Τα παιδιά-ενήλικες γεννημένα από μια κοινωνία generation-Χ, χειραφετημένη, εκσυγχρονισμένη, σχεδόν ξεβλαχεμένη, που είναι καταδικασμένη να δει τα παιδιά της να ζουν χειρότερα από τους γονείς τους. Οι zoomers παίζουν στα δάχτυλα την τεχνολογία, έχουν ταξιδέψει, μιλούν άπταιστα αρκετές γλώσσες, αλλά εξακολουθούν να ζουν στο παιδικό τους δωμάτιο, ως αποτέλεσμα της καθυστερημένης ενηλικίωσης και της εντεινόμενης οικονομικής κρίσης. Τουλάχιστον στην Ελλάδα από το τέλος του 2008 η οικονομική κρίση, που ακολούθησε την ήδη σοβούσα πολιτική, εκβάλει σε κοινωνική κρίση και διαμορφώνει τα υποκείμενα αντίστοιχα. Η γενιά που ζει την εφηβεία της και ενηλικιώνεται σε αυτό το πλαίσιο παιδεύεται σε εναλλακτικές μεθόδους κοινωνικοποίησης, διεκδίκησης και εκπροσώπησης. Το βιβλίo αυτό γεννήθηκε από την ανάγκη 6 νέων παιδιών, στην πλειοψηφία γυναικών, να μοιραστούν σκέψεις και συναισθήματα εντός της καραντίνας, μια επαναστατική πράξη τη στιγμή που όλοι και όλες προσπαθούσαμε να κρατάμε τις απαιτήσεις μας στο minimum για να μπορέσουμε να τη «βολέψουμε» με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Τα κείμενα απέκτησαν πρώτα ηλεκτρονική φωνή και μετά διεκδίκησαν το δικό τους χώρο στον υλικό κόσμο. Και πάλι με παράδοξο κολεκτιβίστικο τρόπο, το βιβλιοπωλείο Αμόνι εμπιστεύτηκε τον ενθουσιασμό της ομάδας eggεφαλικό και ανέλαβε την έκδοση η οποία εκκινήθηκε με προπαραγγελίες φίλων για να μπορέσει να στηριχθεί. Με αυτόν τον τρόπό δόθηκε ένας έτει περαιτέρω συλλογικό τόνο, μιας και η εμπλοκή των αναγνωστών/τριων ήταν προφανής σε παραπάνω από ένα επίπεδα. 

Το βιβλίο έχει επτά θεματικές και τα κείμενα, μίνι διηγήματα και ποιήματα, έχουν ενταχθεί σε αυτές, έχοντας μια χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους. 
Η πρώτη είναι η Θάλασσα και κάθε λέξη αντικατοπτρίζει κάτι το αρχέγονο, το αειστορικό και είναι ιδανική εισαγωγή για να πειστούμε ότι δε θα μας βγάλει κανείς από την comfort zone μας.

Μέχρι που μας συστήνεται η δεύτερη θεματική, το Άστυ. Ιστορίες της πόλης ή ιστορίες στην πόλη, βασικά ιστορίες του δρόμου, ιστορίες εν κινήσει.

Γιατί οι zoomers αναζητούν ζωτικό χώρο και οικειοποιούνται τον δημόσιο, συχνά προσπαθώντας να τον καταστήσουν κοινό. Η Ανδρομάχη στους Περαστικούς εισχωρεί ακόμη βαθύτερα. Μοιράζεται μαζί μας τη συνήθεια να παρατηρεί τους διαβάτες, προσπαθώντας να διακρίνει συγκεκριμένες ποιότητες, με μια εμμονή στην ταπεινότητα. Μας θυμίζει, εν μέσω καραντίνας, το βάρος των άρρητων νοημάτων που βρίσκονται όταν δυο άνθρωποι, ακόμη και άγνωστοι, κοιταχτούν στα μάτια. Η κεντρική σημασία της βλεμματικής επαφής και η άβολες αλήθειες που κρύβει έγινε ακόμη πιο πρόδηλη εν μέσω πανδημίας, είτε το διάστημα που τη στερούμασταν, είτε μετά, που μόνο τα μάτια ήταν εκτεθειμένα και μπορούσαν να μας εκθέσουν. Από την άλλη ο Γιώργος στην Καθημερινή Διαδρομή περιγράφει με ακρίβεια το δρομολόγιο που ακολουθεί κάποιος(;) κάποια(;) για να συναντήσει την αγαπημένη του/ης. Μεταμόρφωσε ένα καθ’ όλα βαρετό δρομολόγιο, στις αδιάφορες μεριές της πόλης, σε μια διαδρομή πολλά υποσχόμενη, μιας και καθορίζεται από τον ίδιο τον προορισμό. 

Τρίτη θεματική είναι οι ημερομηνίες και η διαφορετική αντίληψη του χρόνου. Εδώ θα ήθελα να σταθώ στο κείμενο της Χριστίνας 25 Νοέμβρη. Η 25η Νοεμβρίου είναι η Ημέρα εξάλειψης της βίας ενάντια στις γυναίκες. Περιγράφει ένα θραύσμα από την ημέρα μιας νέας γυναίκας, φοιτήτριας, με έναν τρόπο που μόνο οι θηλυκότητες μπορούν να περιγράψουν. Πρακτικά παρακολουθούμε τη διαδρομή από το σπίτι ως το πανεπιστήμιο, τον εγκλεισμό σε ένα ασανσέρ λόγω βλάβης και ενώ περιμένουμε να νιώσουμε ένα αίσθημα ασφυξίας λόγω του εγκλεισμού μας μεταφέρεται μια γαλήνια ηρεμία. Το κορίτσι είναι μόνο του, κλεισμένο σε ένα σιδερένιο κουτί και ασφαλές, γιατί όπως εκείνη δεν μπορεί να βγει αντίστοιχα κανείς δεν μπορεί να μπει. Βλέπουμε τις παραβιαστικές συμπεριφορές στην καθημερινότητα, που έχουμε μάθει να αγνοούμε, μια αποδοχή αυτής της καθημερινότητας και στο τέλος την εσωτερική κραυγή αγωνίας της πρωταγωνίστριας, η οποία προστρέχει σε έναν μουσικό δρόμου (ένα πρόσωπο που κι αυτό βιώνει τον αποκλεισμό) ζητώντας να ακούσει τον «Στην Κ» του Σιδηρόπουλου. Η πατριαρχία και τα προνόμια των ανδρών βρίσκονται σε δεύτερο πλάνο, ενώ στο πρώτο βρίσκεται η αποδοχή και μετά η απόρριψη τους από την πρωταγωνίστρια. Και φυσικά ένας πόντος παραπάνω για την επιλογή του τραγουδιού. 

Τέταρτη θεματική είναι η Καραντίνα, αλλά μια καραντίνα διαφορετική που δεν εστιάζει στον εγκλεισμό, ούτε στις απαγορεύσεις, αλλά στην έλλειψη εγγύτητας και σ’ αυτά που μας λείπουν περισσότερο απ όσο νομίζαμε ότι θα μας έλειπαν. Η Ναταλία μας ανακοινώνει ότι Η Μαίρη λέει να πάει απόψε σινεμά οπότε παρακολουθούμε έναν εσωτερικό μονόλογο της Μαίρης της, που μας μιλάει για έναν συγκεκριμένο κινηματογράφο και την προσωπική σχέση που έχει μαζί του. Έχει στεγάσει έρωτες και φιλίες όμως τώρα, στην πιο πρόσφατη σχέση με τον Βασίλη, δεν μπορεί να αποτελέσει το πλαίσιο μιας και δεν επιτρέπεται η λειτουργία του. Ο παραλογισμός της στατιστικής που οδήγησε στο κλείσιμο ενός προσωπικού τοποσήμου δεν γίνεται πειστικός και παράλληλα χώρισε με τον Βασίλη. Η Ναταλία σε τέσσερις σελίδες κατάφερε να στριμώξει όλη την αγανάκτηση και το «αι σιχτιρ» που βρισκόταν στο στόμα όλων μας. Μας έδιωξαν από τα μέρη μας, αλλάξαμε τις συνήθειες μας και γυρνούσαμε σαν αδέσποτα σκυλιά κοιτώντας μπαρ, σινεμά και θέατρα με δακρυσμένα μάτια, ενώ παράλληλα ονειρευόμασταν ταξίδια. Στο τέλος του διηγήματος ο Βασίλης έστειλε, υπάρχει ελπίδα….

Η Πέμπτη θεματική είναι αφιερωμένη στα Σώματα. Πολλά, πληθυντικά, διαφορετικά, ίδια, ερωτεύσιμα, διαθέσιμα. Και κυρίως πρόθυμα να εκφραστούν. 

Η έκτη θεματική αναφέρεται σε Κύκλους. Το πιο πολιτικό κομμάτι του βιβλίου, με θεματολογίες που παρουσιάζονται άλλοτε με ωμότητα και άλλοτε με λυρική τρυφερότητα. Η αλληλεγγύη, ο ρατσισμός, η φιλία, η θρησκεία, η αγάπη. Η Βασιλική στην Ανάσταση (που) αναβάλλεται για αργότερα μας μιλάει για τη θρησκεία των Άλλων. Για τη σχέση με τη θρησκεία που έχουμε ως άθεες όχι απέναντι σε ένθεους και ένθεες, που δηλώνουμε ότι «σεβόμαστε την πίστη τους», αλλά για τη σχέση με τη θρησκεία που αναπτύσσουμε ακριβώς γιατί πιστεύουν άνθρωποι που αγαπάμε. Μας μιλάει για τις νηστείες που κάνει για να μην τσακωθεί με τη μητέρα της ή για τις περιστάσεις που τη συνοδεύει στην εκκλησία. Και δεν βαρυγκομά γιατί το αντιμετωπίζει ως μια ακόμη επικοινωνία με τη μάνα της, ίσως και έναν ομφάλιο λώρο με μια χαμένη παιδικότητα. Όταν ανατρέφεσαι σε ένθεη κοινωνία τα θρησκευτικά καθήκοντα και η επιτέλεση τους αποκτούν κοινωνικά χαρακτηριστικά και μέσα από αυτά φτιάχνουμε μνήμες. Παράλληλα η αγάπη, η φροντίδα και η αγωνία που περικλείονται στο άναμμα ενός κεριού δεν μπορεί να μηδενιστούν από τον ορθολογισμό μας. Προφανώς η καύση ενός κεριού δεν πρόκειται να αλλάξει τον ρου της ιστορίας, όμως καθησυχάζει τους ανθρώπους που αγαπάμε ότι έκαναν ότι περνούσε και δεν περνούσε από το χέρι τους να μας προστατεύσουν, ενώ για εμάς αποτελεί μια υλική υπόμνηση της αγάπης αυτής.

Τέλος Ο Φίκος της Ιλιρίντα συμπυκνώνει την παιδικότητα, τη φρεσκάδα, την ελπίδα που είχαμε ως κοινωνία το 2015. Η συγγραφέας με τις φίλες της θυμούνται τις ημέρες του δημοψηφίσματος (ή των εκλογών) λίγο θολές, ενδεχομένως φρενήρεις και σίγουρα αξιομνημόνευτες. Όπου μεταξύ πολιτικού τουρισμού, με περιπαικτική διάθεση, από πολιτικό κέντρο, σε πολιτικό τραπεζάκι αποφασίζουν να απαλλοτριώσουν από κεντρικό πολιτικό περίπτερο μια γλάστρα που φιλοξενεί έναν φίκο. Τον κουβάλησαν 4,5 χιλιόμετρα και κατέληξε στο μπαλκόνι της συγγραφέως, όπου μακροημερεύει έως σήμερα. Και μάλιστα μου έχει υποσχεθεί ότι θα πάρω ένα βλαστό να τον μεταφυτεύσω, ακόμη περιμένω. Στο διήγημα θα έλεγα πως αποτυπώνεται η εφηβική παρόρμηση, εκεί κάπου στο όριο της ενηλικίωσης, όπου όλα είναι εφικτά και όλα μας ανήκουν. Όμως τελικά κατάφερε να αποτυπώσει τη συλλογική εφηβική σιγουριά εκείνων των ημερών. Ότι όλα είναι εφικτά, μαχητά και το κυριότερο, μας ανήκουν. Μια συνηθισμένη μικροπαραβατική συμπεριφορά μιας παρέας κοριτσιών (μάλλον αρνούμαι να τις δω ως νεαρές γυναίκες) αντικατοπτρίζει μια κοινωνία που ονειρεύεται και παίρνει με φυσικότητα ότι είναι δικό της. Και μια προσωπική εξομολόγηση. Όταν τελείωνα την τρίτη Λυκείου, την τελευταία ημέρα του σχολείου αποφασίσαμε ότι το θρανίο που είχε ζωγραφίσει η Μαρία είναι έργο τέχνης και δεν πρέπει να πέσει θύμα του άζαξ. Οπότε πολύ απλά διασώσαμε την πολιτιστική μας κληρονομιά κλέβοντας το θρανίο. Άντεξε 10 χρόνια και 5 μετακομίσεις στα χέρια της Ρενάτας. Σήμερα σκέπτομαι πως το εντυπωσιακό και στις δυο αφηγήσεις δεν είναι η διεκδίκηση και η απαλλοτρίωση μιας υλικής υπενθύμισης μιας εποχής που αφήνουμε πίσω μας, είναι πως η έπαρση με την οποία κουβαλήσαμε εμείς το θρανίο και οι φίλες μας τη γλάστρα μας προφύλαξε από την αμφισβήτηση της κοινωνίας. Κανένας και καμία δεν αμφισβήτησε το δικαίωμα μας επ’ αυτών, μιας και ήταν προφανές πως ξέραμε τι κάναμε. 

Το βιβλίο κλείνει με τρία ποιήματα που αποτελούν και την έβδομη θεματική 

Οι θεματικές και οι προβληματισμοί κινούνται γύρω από μεταυλιστικές αξίες, εμπνέοντας αισιοδοξία και αναζητώντας διέξοδο, προοπτική και μέλλον. Αν και είναι εντυπωσιακή η έλλειψη μεγάλων θεματικών, όπως ειρήνη, πόλεμος, πείνα, φτώχεια, κρίση ή όπου αναφέρονται είναι έκκεντρες, παρ’ όλα αυτά γίνεται μια έμμεση καταδίκη του συστήματος. Ωστόσο, έχει σημασία να αναφερθεί ξανά ότι το βιβλίο αυτό είναι αποτέλεσμα συλλογικό, όχι γιατί μοιράζονται τις σκέψεις τους 6 συγγραφείς, άλλα γιατί τα υποκείμενα που γράφουν φαίνεται να έχουν συνδιαμορφωθεί και μέσα από κοινωνικές διεργασίες και συλλογικές δράσεις. Συνεπώς μας προτείνεται εκτός από μια άλλη γωνία θέασης και ένας άλλος τρόπος καλλιτεχνικής παραγωγής, ενδεχομένως όχι καινοφανής, αλλά σίγουρα αποτελεσματικός στο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο έτσι όπως διαμορφώνεται.

Το προτείνω ανεπιφύλακτα για να σας συντροφεύσει στην παραλία.