Η κοίμηση της Ελλάδας

Αξύριστη από την αγωνία της, η νέα κυβέρνηση γιορτάζει «με το βλέμμα στραμμένο στους πυρόπληκτους». Η Ελλάδα; «Ας καεί».

Νίκος Παπαδογιάννης 16/08/2019 | 16:40

Να τα βλέπεις ενεός και να μη ξέρεις τι να πρωτοθαυμάσεις και πού ακριβώς να τοποθετήσεις το θαυμαστικό. Στην αστρονομική ευφυία των επικοινωνιολόγων, που υπαγόρευσαν στον πρωθυπουργό και στον «πρώην περιφερειάρχη» να εμφανιστούν αξύριστοι στο μέτωπο της φωτιάς, παγιδευμένοι κάπου ανάμεσα στο ηλιοκαμένο trendy και στο αγχωμένο ξενύχτι; Ή στην αφέλεια των ψηφοφόρων, που καταπίνουν αμάσητες τέτοιες ανοησίες και φορτώνουν στην πλάτη μας τους αρχιερείς του τίποτε και του δήθεν;

Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα; Το καρδιοχτύπι έφερε την αξυρισιά ή η αξυρισιά έφερε το καρδιοχτύπι; Πόση ώρα διάολε χρειάζεται για να ξυριστεί, κάποιος που ξυρίζεται καθημερινά; Τόση αγωνία, πια, για τους πυρόπληκτους της Εύβοιας; Να μη περισσεύει καρδιά και πεντάλεπτο ούτε για τον υποτυπώδη καλλωπισμό;

Iδού, το είπε καθαρά η ΕΡΤ, μέσα στο ένθεο άγχος της να δικαιολογήσει το φευγιό του Μητσοτάκη προς την Τήνο την ώρα που η Εύβοια φλεγόταν: «Με το βλέμμα στραμμένο στις πυρκαγιές γιόρτασε η πολιτική ηγεσία την Κοίμηση της Θεοτόκου». Ξανά και ξανά, το ένα δελτίο μετά το άλλο ξεκινούσε επίμονα και στερεότυπα με την ίδια επωδό.

Ο Κυριάκος γιόρταζε με αξύριστη κατάνυξη το Δεκαπενταύγουστο στο νησί, αλλά όλα κι όλα, μέσα του φλεγόταν και τα μάτια του αλλοιθώριζαν και τα δύο προς την Εύβοια. Πώς να ξουριστεί κάποιος, χωρίς να κοιτάζει τον καθρέφτη; Θα κόψει το λαρύγγι του και θα ‘χουμε και τύψεις συνείδησης, μέσα στη σκασίλα μας για τις φωτιές.

Ενώ έτσι, που τον βλέπουμε να περιφέρεται σαν χιπστεράς της Μυκόνου ανάμεσα στους γονυπετείς θρησκοβαρεμένους της Μεγαλόχαρης και στο παπαδαριό που τον έχει εικόνισμα, τουλάχιστον γελάμε. Προφανώς ο αγλαός πρωθυπουργός περίμενε να μεγαλώσουν αρκετά τα γένια του, για να βγει από την κρυψώνα.

Αλλά δεν είναι πια αστείο. Σαράντα μέρες μετά τις εκλογές που ανέβασαν στην εξουσία αυτόν τον απίθανο θίασο, η αίσθηση που υπάρχει σε όποιον έχει την αντοχή να παρακολουθήσει την ειδησεογραφία και να ξεδιαλέξει τις ψευτιές από την πραγματικότητα είναι ότι η χώρα γυρίζει σαράντα χρόνια πίσω. Στη φαυλοκρατία, στη διαπλοκή, στην αναλγησία, στον αμοραλισμό, στον μεσαιωνισμό και στην οπισθοδρόμηση. Με γένια τριών ημερών, που σε λίγο θα θυμίζουν τον γείτονα στην Τήνο Χριστοφοράκο.

Την ίδια ώρα που ο Μητσοτάκης μετρούσε τις γκρίζες τρίχες στο πηγούνι του, η άμοιρη Σαμοθράκη κόντευε δεκαήμερο αποκλεισμένη και όμηρος του «ημέτερου» πλοιοκτήτη Μανούσου, ενώ ο κυβερνητικός βουλευτής Σίμος Κεδίκογλου ευχαριστούσε δημόσια και ανερυθρίαστα το σκάφος του Λιμενικού που τον μετέφερε από την Τήνο στη Μύκονο. Για μακροβούτια, υποθέτω.

Ο υπουργός Ναυτιλίας προσπαθούσε να διασκεδάσει την Ήττα της Σαμοθράκης με λεκτικές ασυναρτησίες, ενώ ο ευρωβουλευτής Κύρτσος έριχνε τις ευθύνες για το στραπάτσο και το διεθνές ρεζιλίκι στην «κυβέρνηση Τσίπρα». Μη γελάτε, σοβαρά μιλάω. Στην κυβέρνηση Τσίπρα.

Η οπισοθφυλακή ΕΡΤ υποβίβαζε απτόητη το θέμα στο μπαλαούρο του κεντρικού δελτίου της, λίγο πριν τα αθλητικά και πάντως πολύ μετά τα ρεπορτάζ παραλίας και τα μεσαιωνικά έθιμα του Δεκαπενταύγουστου. Νόμιζα ότι η δημοσιογραφία έφτασε στο ναδίρ της όταν συστρατεύτηκε αδίστακτα με το μέτωπο Μητσοτάκη-Μαρινάκη για να ρίξει τον Τσίπρα, αλλά φαίνεται ότι δεν έχουμε δει ακόμη τίποτε.

«Χρόνια πολλά σε όλες τις Ελληνίδες και σε όλους τους Έλληνες!», τιτίβισε μέσα στη γιορτινή τούρλα η Νίκη Κεραμέως. Με τη σκέψη «στους συμπολίτες που δοκιμάζονται» φυσικά. «Σήμερα είναι μια ξεχωριστή ημέρα για τη Χριστιανοσύνη, την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό», παιάνισε.

Η υπουργίνα της Παιδείας τσουβαλιάζει όλους τους Έλληνες μέσα στο καλλιμαύκι των παπάδων και γράφει στα παλιά της σχολικά βιβλία όσους πιστεύουν σε άλλον Θεό ή σε κανέναν Θεό. Της Παιδείας, επαναλαμβάνω. Όποιος δυσανασχετεί, ας φωνάξει ιεροδιδάσκαλο για να συνετιστεί.  

Ειδάλλως, θα συγκεντρωθούν γονυπετείς γύρω του οι ταλιμπάν της Ορθοδοξίας και θα τον κάψουν σε ουρανομήκη πυρά, υπό τις ουρανομήκεις ιαχές των δημοσιογράφων του Σκάι: «Ας καεί! Ας καεί!»