Η Αφγανιστανούπολη και πάλι

Η δεξιά μας ήταν ανέκαθεν αντιπροσφυγική, ακόμα και τότε (ή ίσως: ιδίως τότε) που οι πρόσφυγες ήταν Έλληνες, το 1922 -όπως θα δούμε στο σημερινό μας άρθρο που το παραθέτω αυτούσιο όπως είχε αρχικά δημοσιευτεί.

Νίκος Σαραντάκος 04/10/2019 | 19:08

Το σημερινό άρθρο το επαναλαμβάνω όχι μόνο επειδή, καθώς βρίσκομαι ακόμα σε διακοπές, δεν προλαβαίνω να συντάξω καινούργια κείμενα, αλλά και διότι, δυστυχώς, δεν έχει χάσει την επικαιρότητά του. Το αρχικό άρθρο το είχα δημοσιεύσει πριν από 5 χρόνια και μία μέρα, σε ανύποπτο χρόνο δηλαδή, ενώ σήμερα το πρόβλημα των μεταναστών στην Ευρώπη και των προσφύγων από τον εμφύλιο της Συρίας στα νησιά μας έχει οξυνθεί πολύ περισσότερο απ’ όσο πριν από πέντε χρόνια.

Κάποιοι κάπηλοι πολιτικάντηδες, σαν τον κ. Λοβέρδο αλλά και τον τάχαμ αξιοπρεπέστερο κ. Κ. Μητσοτάκη, υποστήριξαν ότι αυτή η όξυνση του μεταναστευτικού/προσφυγικού οφείλεται στη χαλαρή πολιτική που ακολούθησε η αριστερή κυβέρνηση, εφόσον «δεν έχει συμβεί κάποιο γεωπολιτικό γεγονός στην ευρύτερη περιοχή, γεγονός που να δικαιολογεί αυτήν την αύξηση των ροών που παρατηρούμε τους τελευταίους μήνες«, ένα επιχείρημα που γελοιοποιείται από τα πράγματα αν δούμε την τεράστια αύξηση της μεταναστευτικής ροής και στην Ιταλία ή σε άλλες χώρες. Αλλά η δεξιά μας ήταν ανέκαθεν αντιπροσφυγική, ακόμα και τότε (ή ίσως: ιδίως τότε) που οι πρόσφυγες ήταν Έλληνες, το 1922 -όπως θα δούμε στο σημερινό μας άρθρο που το παραθέτω αυτούσιο όπως είχε αρχικά δημοσιευτεί.

Φυλλομετρούσα (ηλεκτρονικώς) τις προάλλες μερικά φύλλα της εφημ. Βραδυνή, από το 1923, κάτι άλλο ψάχνοντας, κι έπεσε το μάτι μου στα χρονογραφήματα και τα «παραπολιτικά» σχόλια και μου έκανε εντύπωση το μίσος των χρονογράφων και σχολιογράφων για τους πρόσφυγες που είχαν κατακλύσει την Αθήνα μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Και δεν μπόρεσα να μην κάνω παραλληλισμούς με τη σημερινή αντιμεταναστευτική ρητορική των ακροδεξιών από το Διαδίκτυο.

Να πούμε εδώ για την ιστορία ότι μετά το αποτυχημένο φιλομοναρχικό πραξικόπημα Γαργαλίδη-Λεοναρδόπουλου-Μεταξά τον Οκτώβριο του 1923, παύθηκαν όλες οι αντιβενιζελικές εφημερίδες, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί πρόβλημα ανεργίας των δημοσιογράφων. Οι άνεργοι δημοσιογράφοι σχημάτισαν συνεταιρισμό, ο οποίος εξέδωσε τη Βραδυνή, η οποία εκείνο τον πρώτο καιρό έβγαινε με υπότιτλο «Εφημερίδα των συντακτών». Πιο σωστά των αντιβενιζελικών συντακτών, αφού στον συνεταιρισμό μόνο αυτοί γίνονταν μέλη. Βέβαια, αργότερα η εφημερίδα απέκτησε κανονικόν ιδιοκτήτη και σιγά-σιγά η στελέχωσή της έπαψε να είναι μονολιθική, όσο κι αν η πολιτική της γραμμή παρέμεινε πάντοτε στη δεξιά ή την κεντροδεξιά πτέρυγα. Όμως, τον πρώτο καιρό, που  η εφημερίδα ήταν το μοναδικό έντυπο της δεξιάς παράταξης, η Βραδυνή είχε δημοσιογραφική σύνθεση αμιγώς αντιβενιζελική -και γραμμή αμιγώς αντιπροσφυγική.

Σε ένα χρονογράφημα, διαβάζω: Πόσον δε ταχέως κατακτούν δικαιώματα, τα οποία δεν έχομεν εμείς οι γηγενείς εις τον τόπον μας, όλαι αυταί αι μυριάδες των μυριάδων επελαυνόντων καθ’ ημών, είναι απίστευτον. Μόλις αφιχθούν, προτού γνωρίσουν καν τους δρόμους, διευθύνονται εις το κεντρικόν ταμείον. Και τίποτε δεν τούς αρέσει εις τον δυστυχισμένον τόπον μας, εκτός του κεντρικού ταμείου. (Βραδυνή, 1.12.1923)

Σε ένα άλλο (Βραδυνή 3.12.1923), διάλογος μεταξύ «δύο τέως αλυτρώτων», με ειρωνεία για τον τρόπο ομιλίας των προσφύγων:

— Βενιζέλος με άδεια χέρια δεν θα’ ρχει. Θα μας φέρει παράδες, θα μας φέρει παστρουμά να τρώομεν. Πρέπει να ’ρχει Βενιζέλος.
— Αμάν τζάνεμ. Να ’ρχει γιατί να μην έρχει, αφού θα τρώομεν.
(…)
— Γιασασίν Βενεζουέλο. Γιασασίν Πρόεδρο.

Ένας χρονογράφος έχει φτιάξει μια καρικατούρα πρόσφυγα, που τον λέει Αγκόπ. Ο Αγκόπ είναι κοιλαράς, και ενδιαφέρεται μόνο για φαγητά, δημόσιες θέσεις και επιδόματα. Ή, όπως του λέει ο χρονογράφος στον φανταστικό τους διάλογο: Πάρετε έναν ναργιλέν, τρεις μπογάτσες, τέσσαρα κατιμέρια, εξ δημοσίας θέσεις, επτά επαύλεις, εκατόν επτά εκλογικά βιβλιάρια, πεντέξ υπουργεία και δέσμην οδοντογλυφίδων. (4.12.1923)

Ο Αγκόπ έχει τάχα το επώνυμο Χεμχεμχεμδενδενδεντεντζερένρενρεννενρενρέντζόγλου. Και ο χρονογράφος αγανακτεί: Βρε χριστιανέ μου, γιατί δεν λέγεσαι απλούστερα; Αμπατζόγλου, Τζαμπατζόγλου, Αρπακτόγλου, Βενιζελόγλου;
Τι με εδίνετε δια να ελέγωμαι Δημοκρατιεζόγλου; απαντά τάχα ο Αγκόπ, πάντα συμφεροντολόγος. (3.1.1924)

Για να μη μου πείτε όμως ότι διαλέγω μερικά φανταχτερά κομμάτια, παραθέτω εδώ περίπου το μισό από ένα χρονογράφημα, που έχει τον τίτλο «Αφγανιστανούπολις», δημοσιευμένο στη Βραδυνή στις 3 Δεκεμβρίου 1923. Υπογράφει ο Πρωτεύς (δεν ξέρω ποιος είναι), ο οποίος αρχίζει διαμαρτυρόμενος για την «εμποροπανηγυροποίησιν» του κέντρου της Αθήνας:

Τζιεράκια τηγανίζονται, κωλόπανα κυματίζουν, σανιδώματα προχείρων ικριωμάτων τοποθετούνται εις τα καλύτερά μας πεζοδρόμια, μανδήλια, τσεμπέρια, βλαχόκαλτσες, τηγάνια, παλιοπάπουτσα, αντεριά, κρεμώνται εις καλύβας του αθιγγανικοτέρου είδους, χαλβάδες και ρεβανές εκτίθενται προ ευπρεπών καταστημάτων, κηπάρια δημοτικά, τα οποία είχαν αποκτήσει ολίγους καλούς πρασίνους τόνους ηρημώθησαν, Την στιγμήν οπού η πόλις μας έβαινε προς την ευπροσωποτέραν εμφάνισίν της επήλθον η αρρυθμία, η τσαπατσουλοσύνη, η ασχημία, η βαρβαρότης και έστησαν βάναυσον χορόν εις τα πλέον συχναζόμενα ευπρεπή μέρη της. Ευθύνην δεν δυνάμεθα να αποδώσωμεν εις τους διαπράττοντας τας ασχημίας ταύτας. Αυτοί όπως ήξευραν και όπως ηδυνήθησαν έπραξαν. Μη έχοντες το αίσθημα της τάξεως, δεν ηδύναντο να την εκδηλώσουν, αγνοούντες δε την έννοιαν του καλού δεν ηδύναντο να την φανερώσουν. Την ευθύνην έχουν οι αρμόδιοι, οι εντεταλμένοι δια την υγιεινήν, την τάξιν, την ευπρέπειαν. (…) Αφήκαν τους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους να κατακτηθούν υπό του ψιλικατσιδισμού, αδιαφορήσαντες όχι μόνον προς την ευπρέπειαν, αλλά και προς τα συμφέροντα των εμπόρων καταστηματαρχών, οι οποίοι πληρώνουν ακριβά ενοίκια, βαρείς φόρους, μεγάλους δασμούς, ριψοκινδυνεύουν κεφάλαια. Ταυτοχρόνως διά της μεταβολής των εμπορικών μας οδών εις μπαγιατοπάζαρα κατέστησαν δυσχερεστάτην την κυκλοφορίαν των διαβατών και των τροχοφόρων. (…) Αλλά όπως οι επερχόμενοι σωρηδόν εις τας Αθήνας και τον Πειραιά εννοούν καλά και σώνει να εγκατασταθούν εις τας δύο ταύτας πόλεις, αν και η μέχρι τούδε μόνιμος κατοικία των ήτο κάποιον άγνωστον χωρίον, παρομοίως όλοι ζητούν να καταλάβουν την κεντρικοτέραν θέσιν μαζί με τον ταβλάν των, με την παράγκαν των, τα συκωτάκια των, τα μπακαλιαράκια των, τα χαλβαδάκια των, τα γαλακτομπουρεκάκια των, τας τσουράπας των και τα ζωνάρια των.

Εφθάσαμεν ούτω να γίνομεν πόλις του Αφγανιστάν, ενώ δεν υπήρχε κανείς λόγος και ενώ μια τοιαύτη κατάστασις δεν είναι αρεστή. Εις όλας τας πόλεις του κόσμου υπάρχει τάξις, ρυθμός, καλαισθησία διά το καθετί, όπως αποτελείται αρμονικόν σύνολον προς το καλόν όλων. Δι’ αυτήν την τάξιν και τον ρυθμόν ευθύνονται οι αρμόδιοι, επιβάλλοντες την θέλησίν των εις τους πολίτας. Εδώ αντιθέτως αφέθησαν αυτοί ελεύθεροι να δώσουν εις ολόκληρον πόλιν τον άρρυθμον χαρακτήρα των, ο οποίος παρουσιάζεται με δικαιώματα απαραβιάστου ιερότητος. Συνηθίσαμεν τόσον εις τας αθλιότητας ταύτας ως εις κανονικήν εκδήλωσιν του αθηναϊκού βίου, ώστε νομίζω ότι πρέπει να θεωρώμεν ως αντινομίαν την εμφάνισιν των αρμοδίων χωρίς σαρίκι. Προτείνομεν, λοιπόν, να φορέσουν τούτο όλοι οι δημοτικοί μας άρχοντες, αλλά και μπουρνούζια με το μαρκούτσι του αργιλέ εις το χέρι. Τι διάβολο άρχοντες της αφγανιστανουπόλεως είναι ούτοι φορούντες λαιμοδέτην και καπέλο;

Δεν ισχυρίζομαι ότι οι καταστάσεις τότε και σήμερα είναι ίδιες, ούτε υποστηρίζω πως τα κείμενα αυτά επιτρέπουν την εξαγωγή γενικότερων συμπερασμάτων, αλλά σε μερικά σημεία βρήκα πολύ εντυπωσιακή την ομοιότητα του ύφους και της επιχειρηματολογίας.

Σαν υστερόγραφο, οι παλιότεροι από τους αναγνώστες θα έχετε προλάβει τον Αγκόπ σε (κακόγουστες, κατά τη γνώμη μου) κωμωδίες της δεκαετίας του 1960, με τον ηθοποιό Φίλιο Φιλιππίδη. Εκείνος ο Αγκόπ, βέβαια, ήταν Αρμένης. Μάλλον πρόκειται για ανεξάρτητο στερεότυπο και όχι για μετεξέλιξη του παλιού.

Πηγή: sarantakos.wordpress.com

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr