Χονγκ Κονγκ, μια πόλη που ποτέ δεν κοιμάται

Ανάμεσα στις προκλήσεις που θέτει στο έργο του ο Οσκαρ Ουάιλντ, ένα ζήτημα που ξεχωρίζω περιγράφεται ως εξής: «Η τάξη των πλουσίων είναι μια συμπαγής κατηγορία, αυτή των φτωχών που αφήνει όμως χώρο στην ποικιλία».

Μαριάννα Σερβετά 13/01/2019 | 18:24

Με αυτό, καταφέρνει να περιγράψει το πώς οι σταθερές των ανθρώπων που «δεν έχουν ανάγκη», δεν αμφισβητούνται εύκολα, παρόλο που είναι αυτές ακριβώς που ορίζουν και θέτουν την κλίμακα οικονομικής και, μέσω αυτής, αισθητικής σύγκρισης. Η επαναφορά του αποφθέγματος στη μνήμη, αλλά και η πλήρης συνειδητοποίηση του, συνέβη όταν την άνοιξη του 2017 μετακόμισα από τη Στοκχόλμη, όπου ζω μόνιμα, στο Χονγκ Κονγκ.

Μία πόλη που επιβαρύνεται από την επίδραση της αποικιοκρατίας (φανερή σε ονόματα δρόμων, στην πολιτική «μια χώρα - δύο συστήματα», έως και την απέχθεια προς Αγγλους τουρίστες και κανόνες αισθητικής περισσότερο γνώριμους στο Λονδίνο παρά στη Σιάν), προσπαθεί να διατηρήσει και να τροφοδοτεί την πολιτιστική της ταυτότητα με στοιχεία καθημερινά. Η πολιτιστική πάλη όμως που ενυπάρχει σε αυτή τη μετάβαση φαίνεται να κάνει τα πάντα πιο υπερβολικά, και εσένα τον ίδιο να αμφισβητείς τη βάση του συστήματος αξιών σου. Η έντονη μυρωδιά ταγκισμένου λαδιού, για παράδειγμα, που είναι διάχυτη νυχθημερόν διαβρώνοντας την πόλη, και τις πρώτες μέρες με αρρώσταινε, -έχοντας συνηθίσει στην αποστειρωμένη ατμόσφαιρα της Σουηδίας- μετετράπη σε συνήθεια. Η γοητεία των άδειων, σιωπηλών δρόμων της Στοκχόλμης, αντικαταστήθηκε από την ακατάπαυστη ροή του μετακινούμενου πλήθους του Χονγκ Κονγκ: όπου η σιωπή στη δεύτερη περίπτωση είναι απόρροια της μη γλωσσικής επαφής. Η αφοσίωση στο αντικείμενο ενασχόλησης μου, σταμάτησε να ορίζεται από τα ωράρια της βιβλιοθήκης και κανονιζόταν από το αν ήθελα να κοιμάμαι στα κρεβάτια της βιβλιοθήκης ή του σπιτιού μου.

Μικρογραφία

Εικόνες όμως που περιγράφουν πιο εύστοχα την εφαρμογή της σκέψης του Ουάιλντ, είναι η ηχητική παράνοια της βοής στο κέντρο της πόλης όπως αντικαθίσταται από μιας άλλης μορφής παράνοια  στο ψαροχώρι Τάι Ο, πιο ανθρώπινη, που δε φανερώνει καπιταλιστική νεύρωση αλλά το γνήσιο ταμπεραμέντο της Νότιας Κίνας: το κράμα ήχων που φτάνει από τις ανοιχτές πόρτες από τους ξύλινους χτύπους του παραδοσιακού παιχνιδιού Γκο, με αυτών από τις φωνές των ψαράδων και το τρίξιμο των ετοιμόρροπων παραγκών τους.

Ακόμη, η καθηλωτική αίσθηση που γεννάται όταν βρίσκεται κάποιος στο καράβι μεταξύ των οχθών του Βικτόρια Χάρμπορ τη νύχτα. Αυτό όχι λόγω της θολής ατμόσφαιρας από τα φώτα και τους ουρανοξύστες, αλλά λόγω της ειρωνικής εναλλαγής ότι από τη μία είσαι μικρός μπροστά τους ενώ από την άλλη, καθότι μοιάζει με πλάνο από φουτουριστική ταινία, μπορείς να απλώσεις το χέρι σου και να πιάσεις την «οθόνη». Ισως ακόμη και η πληθώρα των φωτεινών επιγραφών του Μονκγ-Κοκ, που δεν αφήνουν περιθώριο να δεις τον ουρανό πίσω τους και έτσι το πορτοκαλί φως τους, σου δίνει την αίσθηση ενός τεχνητού αλλά μόνιμου ηλιοβασιλέματος. Επειτα και η γεύση ανανά και μάνγκο που έχουν οι ορειβασίες στις κορυφές του Λάμμα, καθώς μερικοί πλανόδιοι πωλητές στήνονται κάτω από τον ήλιο, περιμένοντας να γλυκάνουν τη σωματική τους εξάντληση των ορειβατών.

Μικρογραφία

Ο λόγος για τον οποίο το απόφθεγμα του Ουάιλντ είναι σχετικό με τις εικόνες που συγκρατώ από την παραμονή μου εκεί είναι γιατί τα σημεία στα οποία αναφέρθηκα, παρότι κυριαρχούνται από αφηγήσεις που αποθεώνουν τα αποτελέσματα της οικονομικής ανάπτυξης μετά το 1997, αποκτούν τη σημασία τους αν μελετήσει κάποιος την έντονη ανάγκη των ντόπιων για διατήρηση μιας ανθρώπινης και αυθόρμητης διάστασης μέσα σε ένα τέτοιο κέντρο καπιταλισμού.

- Η Μαριάννα Σερβετά είναι φοιτήτρια εγκληματολογίας

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.