Το χαλί της λήθης

Η Ιστορία δεν ξεκινάει με την εφεύρεση του διαδικτύου και οι άβολες αλήθειες δεν γίνεται να κουκουλώνονται κάτω από το χαλί.

Νίκος Παπαδογιάννης 24/09/2019 | 11:58

H φαρσοκωμωδία σχετικά με την πιθανή μετονομασία του σταθμού «Ευαγγελισμός» του μετρό σε «Παύλος Μπακογιάννης» ή «οσιομάρτυρας Παύλος Μπακογιάννης» ή «οσιομάρτυρας πατέρας του δημάρχου» ή κάτι ανάλογο μπορεί να γελοιοποίησε ό,τι είχε μείνει αγελοιοποίητο από την δυναστεία Μητσοτάκη, αλλά έκρυψε πίσω από τα χάχανα το πραγματικό αγκάθι της υπόθεσης.

Ο δολοφονημένος από την ψευτοεπαναστατική οργάνωση «17 Νοέμβρη» επιχειρηματίας δεν ήταν ένας ασυμβίβαστος αγωνιστής της πατρίδας με αψεγάδιαστο μητρώο όπως πιθανόν να νομίζουν οι νεότεροι, αλλά και ένας στενός συνεργάτης του Γιώργου Κοσκωτά. Του χειρότερου απατεώνα που γνώρισε η σύγχρονη Ελλάδα. Το νόμισμα είχε δύο όψεις.

Δεν πρόκειται φυσικά να εξισώσει κανείς το όνομα του Π. Μπακογιάννη με αυτά των άλλων θυμάτων της «17 Νοέμβρη» εφ’ όσον σε αυτά περιλαμβάνονται άκλαυτοι βασανιστές της Χούντας, αλλά εξίσου άκυρο είναι να κρατήσουμε παντοτινά αναμμένο το καντήλι. Εάν ένα μέρος της κοινωνίας τον θεωρεί άμωμο είδωλο, αυτό οφείλεται πρωτίστως στην αγιοποίηση που επιμελώς του επιφύλαξε το Μητσοτακέικο.

Μπορεί ο Παύλος Μπακογιάννης να ήταν ένα συνολικά ηθικό στοιχείο, αλλά μοιάζει τραβηγμένο από τα μαλλιά να τον εντάξουμε στο πάνθεον των νεοελλήνων μαρτύρων, όπως ο Αλέξανδρος Παναγούλης ή ο Γρηγόρης Λαμπράκης ή ο Παύλος Φύσσας ή –αν πρέπει να αποχρωματίσουμε εντελώς το τοπίο- ο Θάνος Αξαρλιάν. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει τον Παύλο Μπακογιάννη, διότι σε κανέναν άνθρωπο δεν αξίζει τέτοιο τέλος. Αυτό είναι αυτονόητο.

Τα ιστορικά στοιχεία θα πρέπει να τα αναζητήσει ο ερευνητής σε δημοσιεύματα κιτρινισμένων εφημερίδων, αφού το ίντερνετ φροντίζει να τα κουκουλώνει διακριτικά κάτω από το χαλί της λήθης. Υπάρχουν και οι αναμνήσεις και καταγραφές όσων είχαν την ατυχία να ζήσουν την αλήστου μνήμης εποχή Κοσκωτά. Ευτυχώς για όλους, η ιστορία δεν ξεκινά με την επανάσταση του διαδικτύου.

Όπως μας υπενθυμίζει με ενοχλητικές λεπτομέρειες ο δικτυακός τόπος Ιnfo-war, ο Παύλος  Μπακογιάννης υπήρξε το 1982 συνιδρυτής της περίφημης «Γραμμή Α.Ε.», της οποίας το ιδρυτικό κεφάλαιο αποτελούσε (σύμφωνα με την αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Ευθυμιάδη το ‘89) «προϊόν εγκλημάτων». Οι σχετικές αιτιάσεις κλειδώθηκαν στο χρονοντούλαπο αφού είχε ήδη παρέλθει πενταετία.

Όταν επεβλήθη στον Μπακογιάννη απαγόρευση εξόδου από τη χώρα για χρέη ύψους 31 εκατομμυρίων δραχμών, ο γενναιόδωρος εγγυητής Κοσκωτάς φρόντισε με τον βρώμικο παρά του (σύμφωνα με καταγγελία του Δημ. Τσοβόλα στο Κοινοβούλιο) ώστε να ταξιδέψει ο άμεσος συνεργάτης του στο εξωτερικό το 1984 και ξανά –μέσω κοινού γνωστού- το 1986.

Οι σχέσεις των δύο ανδρών είναι γνωστές και ουδέποτε διαψεύστηκαν. Πρόκειται για συνενοχή ή καλοπροαίρετη αφέλεια; Ασφαλώς το δεύτερο. Αλλά η αφέλεια δεν γίνεται να αποτελέσει άλλοθι.

Ουσιαστικά, ο Π. Μπακογιάννης απομακρύνθηκε από τον εκδοτικό Όμιλο του Κοσκωτά όταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αντιλήφθηκε ότι η συνεργασία του γαμπρού του με τον μεγαλοαπατεώνα προξενούσε φθορά στην εικόνα και τα σχέδια του ίδιου. Αυτό συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στο δεύτερο μισό της οποίας ο από το 1974 σύζυγος της Ντόρας θήτευσε ως πολιτικός σύμβουλος του πατρός Μητσοτάκη.

Ο δύσμοιρος Μπακογιάννης δολοφονήθηκε έξω από το γραφείο του στις 26 Σεπτεμβρίου 1989, τις ίδιες μέρες που ξεκινούσε η διαδικασία για την παραπομπή των πρωταιτίων του σκανδάλου Κοσκωτά στη δικαιοσύνη. Ο Κουφοντίνας και οι συνεργοί του προσπάθησαν να συσχετίσουν δημόσια τα δύο γεγονότα στη διάρκεια της δίκης της «17 Νοέμβρη», αλλά το αίτημα των φονιάδων για ανάγνωση της αναφοράς του εισαγγελέα Ευθυμιάδη αγνοήθηκε.

Τρεις δεκαετίες αργότερα, η οικογένεια Μητσοτάκη εξακολουθεί να χρησιμοποιεί ανενδοίαστα τη μνήμη του Παύλου Μπακογιάννη ως υποχείριο για συναισθηματική χειραγώγηση της κοινής γνώμης και μοχλό σε ξεδιάντροπα παιχνίδια εξουσίας. Ο δημοσιογράφος Μπακογιάννης μπορεί να ήταν ένας καλός ευπατρίδης και να βοήθησε στην αντιδικτατορική εγρήγορση με τις εκπομπές του στη «Ντόιτσε Βέλε», ωστόσο το μεταπολιτευτικό βιογραφικό του δεν δικαιολογεί αγιογραφίες ούτε «υπερκομματικές» μετονομασίες σταθμών του μετρό.

Οι στυγνοί δολοφόνοι του, εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου και όχι βέβαια επαναστάτες όπως βαυκαλίζονται, σαπίζουν στη φυλακή όπως τους αξίζει. Η «17 Νοέμβρη» απώλεσε με τον φόνο του το όποιο λαϊκό έρεισμα και πέρασε στην πάγκοινη απαξίωση, όπως της αξίζει.

Η απόπειρα των χαροκαμένων συγγενών του αείμνηστου Παύλου Μπακογιάννη να τον μετατρέψουν σε εικόνισμα προσβάλλει όχι μόνο την ιστορική αλήθεια όσων αρνούνται να καταπιούν αμάσητο το σανό της οικογενειοκρατίας, αλλά και την μνήμη του δικού τους νεκρού. Αυτή η μεταχείριση δεν αξίζει σε κανέναν.