ΈΝ
Έμυ Ντούρου
04/01/2019, 15:09

Βόλτα στο Μοναστηράκι, σε ένα μαγαζί με μεταχειρισμένα βιβλία

Αν αγαπάς πολύ το βιβλίο, αργά ή γρήγορα ο δρόμος θα σε φέρει στην οδό Άστιγγος στο Μοναστηράκι, μία από τις παλιότερες και πιο ζωντανές πιάτσες με μεταχειρισμένα βιβλία στην Αθήνα. 

Έμυ Ντούρου 04/01/2019 | 15:09

Εκεί συναντήσαμε τον Νίκο Σταθόπουλο, έναν άνθρωπο που αγαπά το βιβλίο και το δηλώνει έμπρακτα κάθε μέρα, έχοντας στήσει εδώ και δεκαετίες ένα από τα πιο ζωντανά περάσματα του βιβλιόφιλου κοινού.

«Πρωτοασχολήθηκα επαγγελματικά με το βιβλίο το 1972. Είχα ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο στη Φειδιππίδου, πρωτοετής φοιτητής της Ανωτάτης Εμπορικής ήμουν τότε. Τα βιβλία που πουλούσα αρχικά ήταν εκείνα που είχα στο σπίτι μου. Στη συνέχεια έφυγα μετανάστης στην Αμερική. Εκεί δεν προλάβαινα να διαβάζω πολύ. Δεν μπορείς να επιβιώσεις στην Αμερική αν δεν μπεις στο λούκι. Πουλούσα σε flea markets διάφορα αντικείμενα αλλά πάντα φρόντιζα να πουλάω και βιβλία. Μετά άρχισα να τα φέρνω εδώ. Εφερα αμερικανικά κόμικς και ξένα βιβλία και τα πουλούσα σε μια αποθήκη στην Καλλιθέα. Πήγα πάρα πολύ καλά. Και τώρα υπάρχει μεγάλη ζήτηση στο ξενόγλωσσο από Ελληνες. Μιλάνε και διαβάζουν άπταιστα τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά.

Με το βιβλίο ασχολούμαι σοβαρά από το 1992. Τον άλλο μήνα ξεκινά και το νέο μου μαγαζί στην Ακληπιού 11. Εκεί θα πουλάω αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά βιβλία και αμερικανικά κόμικς. Ολα θα κοστίζουν ένα ευρώ. Τα βιβλία δεν τα ψάχνουμε, έρχονται αυτά σε μας. Τα προμηθευόμαστε από ιδιώτες ή από την ανακύκλωση. Ειδικά τώρα με την κρίση, δυστυχώς ο κόσμος αναγκάζεται να πουλήσει τα βιβλία του. Πιστεύω ότι ήταν το πρώτο πράγμα που έφυγε μέσα από τα σπίτια. Τα πουλάνε για να μπορέσουν να πάρουν γάλα στα παιδιά τους.

Από μικρό παιδί τρελαίνομαι για Καραγάτση. Δεν προλαβαίνω πλέον να διαβάζω όσο θα ήθελα. Είμαι 18 ώρες την ημέρα εδώ. Φέτος τα κατάφερα κι έφυγα διακοπές για ένα μήνα. Δεν ήταν εύκολο για μένα να χαλαρώσω με τόσα προβλήματα που άφησα πίσω μου. Είχα μαζί μου τη βιογραφία του Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκες, που τη διάβαζα όσο πιο αργά μπορούσα γιατί μου άρεσε τόσο που φοβόμουν τι θα έκανα αν τελείωνε. Δεν ήταν ότι δεν είχα άλλα βιβλία μαζί μου, αλλά μέχρι να με τραβήξει κάποιο άλλο μπορεί να υπέφερα. Το πιστεύεις ότι αυτό το βιβλίο, παρά την ηλικία μου, μου άλλαξε τη ζωή;

Το Μοναστηράκι είχε μια παράδοση στα παλιά βιβλία, στα παλιά αντικείμενα, στα γραμματόσημα, στις αφίσες, τις παλιές φωτογραφίες. Τώρα σιγά σιγά ο ένας μετά τον άλλο χάνονται. Τα μαγαζιά πλέον γίνονται εστιατόρια, μπαρ. Αυτό συμβαίνει γιατί οι ιδιοκτήτες παίρνουν περισσότερα λεφτά από κάποιον που θα ανοίξει ένα μπαράκι. Οι Ελληνες διαβάζουν. Βλέπεις νέους ανθρώπους που ασχολούνται τρομερά με το βιβλίο. Κυρίως έχουν ζήτηση τρεις κατηγορίες, οι νέοι συγγραφείς, η κλασική λογοτεχνία και η ελληνική ποίηση. Ναι, η ελληνική ποίηση δουλεύει πάρα πολύ, δεν ξέρω αν πρέπει να πω “παραδόξως” αλλά συμβαίνει και είναι πολύ ευχάριστο».

Στην κουβέντα παρεμβαίνει ο συνεργάτης του, ο φιλόλογος Βαγγέλης Τσουκάτος. «Από τα χρόνια του Ομήρου, εκεί είμαστε δυνατοί, στην ποίηση. Να φανταστείς ότι ο Γκαίτε που διάβαζε τα κλέφτικα και τα ακριτικά τραγούδια είπε κάποια στιγμή “τι κάθομαι και γράφω τώρα εγώ;”. Ποίηση ζητάνε οι παλιοί συλλέκτες που θέλουνε παλιές εκδόσεις». Τον ρωτάω για τη λογοτεχνία της γενιάς του ’20 και γιατί δεν τη γνωρίζουμε τόσο όσο εκείνης της γενιάς του ’30. «Η γενιά του ’20 έγραψε μετά την Καταστροφή της Σμύρνης. Ομως δεν ήταν μεγαλοαστοί για να τους προωθήσουν. Μιλάμε για τον Λεβάντα, τον Πικρό, τη σχολή του Βουτυρά. Τον Παναγή Μπατιστάτο, τον Ζάρκο, τον Κατηφόρη, τον Μεσολογγίτη. Τα βιβλία αυτών είχαν κοινωνικό προσανατολισμό, κάτι που δεν βόλευε το κατεστημένο. Γράφτηκαν εκείνη την εποχή πολλά βιωματικά βιβλία σχετικά με το τι πέρασαν οι αιχμάλωτοι από τους Τούρκους, όπως το “Ημερολόγιο ενός αιχμάλωτου αεροπόρου Β.Κ.” ή το “Ανάμεσα στους τάφους”. Τα βιβλία αυτά ξεχάστηκαν, με έναν τρόπο θάφτηκαν στην προσπάθεια να προωθηθεί η ελληνοτουρκική φιλία». Ανοίγει την τσάντα του και από μέσα ξεχύνονται θησαυροί. Το μάτι μου κολλάει σε ένα βιβλίο με τίτλο «Κουρασμένος από έρωτα». «Αυτή είναι η βιογραφία του Λαπαθιώτη από τον φίλο του τον Τσουκαλά», μου λέει. Η κουβέντα πάει στους σουρεαλιστές. «Ναι, σπουδαίος ήταν ο Εμπειρίκος, όμως πριν από αυτόν υπήρξε ο Κάλας, η ποιήτρια Σοφία Ταυρένκο και ακόμα πιο πριν ο Θεόδωρος Ντόρρος, με του “Γλιτωμού το χάζι”».

Οσο μιλάμε, περνάει κόσμος που πουλάει βιβλία, κόσμος που αγοράζει, που χάνεται μέσα στο «χάος» όπως λέει ο κ. Σταθόπουλος το εσωτερικό του βιβλιοπωλείου του, όπου τα βιβλία ξεκινούν από το πάτωμα και φτάνουν μέχρι το ταβάνι. Του ζητάω να μου πει μια ιστορία που του έχει κάνει εντύπωση «Το 1995 ήρθε ένας τουρίστας με ένα καβαλέτο, ήταν γύρω στα 70. Παράξενος τύπος, γνωριστήκαμε, τον κεράσαμε. Μια μέρα του λέω “να σου δώσω ένα χαρτζιλίκι να μου σχεδιάσεις το μαγαζί;”. Τις μέρες που σχεδίαζε τον κερνάγαμε σουβλάκια, καφέδες, κρασί. Όταν πλέον ολοκλήρωνε το έργο του μας λέει “σήμερα θα σας κεράσω εγώ”. Αρνηθήκαμε, θεωρώντας ότι δεν είχε χρήματα. Λέει “παιδιά, εγώ δεν είμαι τυχαίος. Αμα σας αποδείξω ότι έχω λεφτά θα δεχτείτε το κέρασμά μου;” Πάει ο άνθρωπος στην τράπεζα και σηκώνει εκείνη την εποχή τρία εκατομμύρια δραχμές. Λέει “ξέρετε ποιος είμαι; Εχω το 25% των μετοχών της Barclays Bank στο Λονδίνο”. Και βγάζει από το σακ βουαγιάζ ένα πάκο λεφτά! Λέει “δέχεστε τώρα το κέρασμα”; “Πώς δεν το δεχόμαστε; Μπορείς να μας δώσεις και κάνα φράγκο;”».

- Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento την 01/10/2017

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.