Ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες και εκτρώσεις στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο

Οι τρέχουσες ανδροκρατικές αντιλήψεις διατηρούνταν. Οι γυναίκες αφήνονταν στη μοίρα τους και σχεδόν πάντα, μόνες και αβοήθητες, αποφάσιζαν για διακοπή ή όχι της κύησης τους. 

Αντώνης Μποσκοΐτης 14/01/2020 | 20:02

Στις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, εκτρώσεις έκαναν οι γυναικείοι χαρακτήρες που συνήθως ήταν φτωχές και είχαν αποπλανηθεί από κάποιον αδίστακτο πλούσιο. Τότε, οι ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις ισοδυναμούσαν με ανηθικότητα και η πράξη της έκτρωσης έμοιαζε με Θεία Δίκη, ενώ κι ο γιατρός με την άσπρη μπλούζα αντιμετωπιζόταν απ' τα συγγενολόγια σαν μικρός Θεός.

Το 1957 ο Αλέκος Σακελλάριος γυρίζει το «Λατέρνα, φτώχεια και γαρίφαλο», το sequel του «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» του 1955 με τη μουσική και τα αθάνατα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Η προηγούμενη ταινία είχε στο επίκεντρο της τον καταδικασμένο έρωτα της Τζένης Καρέζη με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, λόγω διαφορετικών κοινωνικών τάξεων. Αυτό που κάνει ο Σακελλάριος στη νέα ταινία είναι πραγματικά τολμηρό για το ηθικό πλαίσιο της εποχής: Μαθαίνουμε πως η Καίτη - Καρέζη είχε ολοκληρώσει προγαμιαίες σχέσεις με τον Αλεξανδράκη με αποτέλεσμα να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, την ύπαρξη του οποίου αυτός αγνοεί. Κι όταν κάποια στιγμή η Καίτη μοιράζεται τα εσώψυχα της με τους δυο καλούς της φίλους, τον Φωτόπουλο και τον Αυλωνίτη, βλέπουμε από φλας μπακ πως πήγε να κάνει έκτρωση, αλλά ο γιατρός αρνήθηκε να την κάνει. Όχι για ηθικούς λόγους, παρότι η έκτρωση θεωρείτο σοβαρό ποινικό αδίκημα, αλλά για να μην κινδυνέψει η νέα γυναίκα με την επιβαρυμένη ήδη υγεία. Ήταν κι ο μόνος τρόπος, βέβαια, για να επανασυνδεθεί το ζευγάρι και να ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. 

«Λατέρνα, φτώχεια και γαρίφαλο» (1957) του Αλέκου Σακελλάριου

Κι αν στο «Η κυρά μας η μαμή» (1958), πάλι του Αλέκου Σακελλάριου, η εγκυμοσύνη της Ξένιας Καλογεροπούλου από τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ κρίνεται ανεπιθύμητη, παρά τον έρωτα τους, το μήνυμα σε μια ενδεχόμενη έκτρωση είναι ξεκάθαρα «δολοφονία». Όχι τόσο για το πρωταγωνιστικό νεαρό ζεύγος, όσο για εκείνη την κοπέλα που θέλει να διακόψει την κύηση της και επισκέπτεται τον Ορέστη Μακρή στο ιατρείο του ΙΚΑ. «Εγώ είμαι γιατρός. Κι εσύ τώρα ζητάς δολοφόνο» της λέει ο Μακρής και τη διώχνει. Μιλάμε, όμως, για το 1958 και για μία κωμωδία, εν ολίγοις καμία άλλη «δολοφονία» δεν συντελέστηκε και στην τελευταία σκηνή οι ευτυχισμένοι παππούδες και πρώην εχθροί, Ορέστης Μακρής και Γεωργία Βασιλειάδου, βγάζουν βόλτα τα εγγονάκια τους. Λεπτομέρεια: Η «Κυρά μας η μαμή» δεν άρεσε καθόλου στις γυναίκες και η ταινία καταποντίστηκε από εισιτήρια, εκφράζοντας ένα ολότελα συντηρητικό πατριαρχικό μοντέλο.

«Στουρνάρα 288» (1959) του Ντίνου Δημόπουλου

Αίσιο τέλος, δηλαδή γεννητούρια, έχουμε και στη γλυκόπικρη ταινία «Στουρνάρα 288» (1959) του Ντίνου Δημόπουλου με τη Σοφία Βέμπο, τον Ορέστη Μακρή, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο κ.α. Πάλι ο Μακρής είναι ο καλοκάγαθος θυρωρός που ένας πλέι μπόι της εποχής, ο Νίκος Καζής, αποπλανά την αθώα ανιψιά του, Βούλα Χαριλάου. Τελικά, ο κακομαθημένος πλέι μπόι μαθαίνει τι θα πει καλοσύνη και αποκαθιστά το φτωχό κορίτσι, που φέρνει στον κόσμο το παιδί τους. Κι εδώ η έκτρωση αποφεύγεται, όχι ως αποτροπή «δολοφονίας» όμως, αλλά ως επιστροφή στον «σωστό δρόμο» από τις κατακριτέες προγαμιαίες σχέσεις. Δεν παύει, ωστόσο, το γεγονός μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης να αφορά αποκλειστικά έναν γυναικείο χαρακτήρα που καθ'όλη τη διάρκεια του έργου διστάζει να αρθρώσει προσωπικό λόγο και ανάστημα.  

«Νόμος 4000» (1962) του Γιάννη Δαλιανίδη

Αντίθετα, στον «Νόμο 4000», την καλύτερη - κατά τη γνώμη μου - ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη, που χρησιμεύει μέχρι σήμερα ως κοινωνικό ντοκουμέντο, η Ζωή Λάσκαρη δεν το πολυσκέφτεται για να μπει στο χειρουργείο. Έχει, βλέπεις, έναν αυστηρό πατέρα γυμνασιάρχη, τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, που δεν εγκρίνει την ερωτική ζωή της με τον επιμελή μαθητή του, Βαγγέλη Βουλγαρίδη. Ο «Νόμος 4000» ναι μεν γυρίστηκε το 1962, αναφερόταν όμως στον διαβόητο νόμο «περί τεντυμποϊσμού» του 1958. Φυσικά, αν υπολογίσεις και τη φάση που βρισκόταν η ιατρική επιστήμη τότε, μία έκτρωση, πέραν των ηθικών διλημμάτων, αντιμετωπιζόταν και ως μεγάλη απειλή για τη ζωή της εγκυμονούσας. Τι τράβηξε αυτή η έρμη η μάνα η Ελένη Ζαφειρίου έξω απ' το δωμάτιο της κλινικής...

Το 1973 στη δραματική «Μαρία της σιωπής» του Γιάννη Δαλιανίδη, η κωφάλαλη Αλίκη Βουγιουκλάκη τραβάει τα πάνδεινα: Βιάζεται από τον κακό ισχυρό άντρα Σπύρο Καλογήρου και φέρνει στον κόσμο ένα αγοράκι, που θέλει να της το πάρει αυτός μαζί με την στείρα γυναίκα του, Μαρία Κωνσταντάρου. Ούτε καν λόγος για έκτρωση στην ταινία! Σε χωριό θα μου πεις διαδραματιζόταν, που να έτρεχε η άμοιρη; Εδώ βέβαια αν γινόταν έκτρωση, απλά θα τελείωνε η ταινία και δεν θα υπήρχε δράμα. Ίσα - ίσα που η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη δικαιώνει την ηρωίδα για όλα αυτά που πέρασε, ως προϊόν ειδικά ενός βιασμού, μιας αποτρόπαιας δηλαδή πράξης. Βρισκόμαστε και στη δεκαετία του '70, κάτι έχει έρθει απ' την περίφημη σεξουαλική επανάσταση του '60 - δεν γίνεται να μην, οπότε η λύση του δράματος δεν έρχεται αποκλειστικά με την ενίσχυση των θεσμών του γάμου και της οικογένειας

«Η Μαρία της σιωπής» (1973) του Γιάννη Δαλιανίδη

Όλα αυτά συνέβαιναν στον παλιό λαϊκό ελληνικό κινηματογράφο, όπου τηρούταν κατά κανόνα οι τρέχουσες ανδροκρατικές αντιλήψεις με τις γυναίκες να αφήνονται στη μοίρα τους και σχεδόν πάντα, μόνες και αβοήθητες, συμπεριλαμβανομένης της οικογενειακής τους κατακραυγής, να αποφασίζουν τη διακοπή της κύησης τους. Ή και όχι, για να μην έρθουν ακριβώς σε κόντρα με όλα τα φαλλοκρατικά στερεότυπα

Μετά ήρθαν το '80 και το '90 που απενοχοποιήθηκε ακόμη πιο πολύ η έκτρωση μαζί φυσικά με την πρόοδο στις σεξουαλικές επαφές των ανθρώπων. Οι μόνοι που δεν χαμπάριαζαν ούτε στα 50s - 60s, αλλά ούτε και στις επόμενες δεκαετίες, ήταν κάτι γραφικοί παλαιοημερολογίτες. Το πώς φτάσαμε τώρα, εν έτει 2020, να συζητάμε για το δικαίωμα των γυναικών στην έκτρωση, για την αυτοδιάθεση των σωμάτων τους, αλλά και να μας απασχολούν σκοταδιστικές αφίσες μεσ' στο μετρό, πιστεύω πως είναι το πιο ανησυχητικό και δείχνει τη συντηρητικότατη στροφή της κοινωνίας μας - θα το περιόριζα στην Ελλάδα, μα δυστυχώς κι έξω, σε Ευρώπη κι Αμερική ειδικά, δεν είναι πολύ καλύτερα τα πράγματα...