Αναμνήσεις «ανεπίδεκτων αναμορφώσεως» αγωνιστριών

Γυναίκες αγωνίστριες στους τόπους εξορίας και κολασμού.

Κατερίνα Μαυροκεφαλίδου 10/03/2022 | 14:44

Αναμνήσεις «ανεπίδεκτων αναμορφώσεως» αγωνιστριών από τους τόπους εξορίας και βασανισμών.

Πριν από περίπου 70 χρόνια, τότε που τα ξερονήσια (οι «τόποι διχασµού», κατά τον Κυριάκο Μητσοτάκη) ήταν γεµάτα εξόριστους/ες άντρες και γυναίκες, περίπου 500 γυναίκες «ανεπίδεκτες αναµορφώσεως» µεταφέρθηκαν από τη Χίο στο Τρίκερι και από εκεί στη Μακρόνησο και πάλι στο Τρίκερι. Εννέα από αυτές αποφάσισαν να γράψουν όλα όσα έζησαν στα στρατόπεδα «πειθαρχηµένης διαβιώσεως» προτού αυτά ξεχαστούν. Μοίρασαν την εργασία κατά χρονικές περιόδους στα διάφορα νησιά και άρχισαν να γράφουν µες στις σκηνές τους µε δυσεύρετο µελάνι και χαρτί και µε τον φόβο του χωροφύλακα. Φύλαγαν τα χειρόγραφά τους πότε στη γη, πότε στο στρώµα τους ή και κατάσαρκα στο στήθος για να τα σώσουν από τυχόν αιφνιδιαστικές έρευνες. Μαζεύονταν µυστικά σε ένα απόµερο µέρος και διάβαζαν µεταξύ τους τα γραφτά τους για να ελέγξουν την αντικειµενικότητα των γεγονότων, αλλά και για να παίρνουν κουράγιο η µια από την άλλη. Αργότερα, άλλες έφυγαν για τον Αη Στράτη, άλλες για τα σπίτια τους· σκορπίστηκαν σε όλη τη χώρα. Τα τετράδια ξεχάστηκαν κάπου κρυµµένα στο Τρίκερι.

Στα αντίσκηνα στο Τρίκερι

Πολλά χρόνια αργότερα, σε µια εκδροµή-προσκύνηµα στο Τρίκερι, µια οµάδα πρώην εξορίστων βρήκε αυτά τα τετράδια εκεί όπου τα είχαν κρύψει πριν από χρόνια: στην κουφαλιασµένη ελιά στον Αη Γιώργη. Μια από τις γυναίκες που τα έγραψαν, η ποιήτρια Βικτωρία Θεοδώρου, διάβασε τα γραφτά των άλλων γυναικών και αποφάσισε το 1976 να τα εκδώσει µην αλλάζοντας τίποτε στα κείµενα. Οι γυναίκες που έγραψαν τότε αυτά τα κείµενα δεν ήταν λογοτέχνιδες αλλά απλές γυναίκες: µια φαρµακοποιός, µια οδοντογιατρός, µια φοιτήτρια από το Κιλκίς.

Μέσα από τις 400 σελίδες του βιβλίου διαλέξαµε µερικά χαρακτηριστικά αποσπάσµατα: δύσκολη η επιλογή, πάρα πολλά ήταν σηµαντικά και σπουδαία από τις αφηγήσεις των γυναικών. Και το πιο δύσκολο, να µένεις ψύχραιµη στη φρίκη που διαβάζεις και να απορείς πώς είναι δυνατό να υπήρξε τέτοια βαρβαρότητα. Και πώς µπορούσαν οι γυναίκες να αντέχουν τα φοβερά βασανιστήρια για να µην υπογράψουν τη δήλωση µετανοίας;

«Κάθε γωνιά σου τρυφερά/ όµορφη Χίο έχε γεια»

Το πρώτο νησί που δέχτηκε εξόριστες γυναίκες ήταν η Χίος. «Δυο φορές την εβδομάδα το καράβι ξεφόρτωνε γυναίκες και μικρά παιδιά για το στρατόπεδο. Γυναίκες από όλα τα μέρη της χώρας, από όλα τα επαγγέλματα και όλες τις ηλικίες. Ολόκληρες αγροτικές οικογένειες, μάνα, κόρες, νύφες, μικρά παιδιά που οι Μάυδες διώχνανε από τα χωριά τους, αφού πρώτα σκότωναν τους άντρες τους και καίγανε τα σπίτια τους. Νοικοκυρές από τα αστικά κέντρα, εργάτριες, υπάλληλοι, φοιτήτριες, επιστήμονες, διανοούμενες. Γερόντισσες που μόλις έσερναν τα πόδια τους, μαθητριούλες που τις άρπαξαν από τα θρανία, μωρομάνες με ένα ή δυο μωρά στην αγκαλιά, γυναίκες που άφησαν πίσω τους ολόκληρη οικογένεια να παραδέρνει και να σκορπίζεται. Ενας ολόκληρος κόσμος, που η μανία του φασισμού ξερίζωσε αλύπητα από τον τόπο τους μονάχα γιατί υπήρχε η υποψία πως είναι τάχα επικίνδυνες στη δημόσια τάξη. Καμιά άλλη κατηγορία δεν τις  βάραινε» γράφει η Ευαγγελία Φωτάκη από το Ηράκλειο της Κρήτης.

Χειρόγραφο της Στάσας Κεφαλίδου

Στο στρατόπεδο της Χίου 120 μικρά παιδιά κινδύνευαν να χάσουν ανεπανόρθωτα την υγεία τους. «Τα κακότυχα μικρά φυλακισμένα ζούνε κι αυτά στερημένα από όλα. Παχουλά, ροδαλά σαν ήρθαν, όπως όλα τα παιδιά της εξοχής, μαράζωσαν γρήγορα και κατάντησαν ασθενικά, χλωμά, αδύνατα. Δεν ζούσαν καμιά από τις χαρές της μικρής τους ηλικίας. Αντίθετα το περιβάλλον επιδρούσε άσχημα επάνω τους. Τα μεγαλύτερα, που δεν ήταν πάνω από οχτώ χρονών, παρουσίαζαν μια πρόωρη ωριμότητα. Συμμερίζονταν τις πίκρες των μανάδων τους και επηρεάζονταν από το αφύσικο περιβάλλον. Η πίκρα και η μελαγχολία φώλιαζαν στην παιδική ψυχή τους, διώχνοντας την ξενοιασιά της ηλικίας τους. Ο φόβος του χωροφύλακα κατάντησε σωστός μπαμπούλας, γιατί ένα παιδάκι δοκίμασε τον βούρδουλά του. Τρομαγμένα τρέχουν κοντά στις μανάδες τους σαν αντικρίζουν τους σκοπούς. Πότε πότε, αν βρεθεί κανένας βολικός σκοπός και θελήσει να τα βγάλει στην αυλή τις ώρες που απαγορεύεται, αρνούνται και δε θέλουν να ξεμυτίσουν χωρίς τη μάνα τους» γράφει η Στάσα Κεφαλίδου από τη Θεσσαλονίκη για το στρατόπεδο γυναικών Χίου.

Και συνεχίζει: «Σαν έσβηναν τα βράδια τα φώτα κι άρχιζε το σιωπητήριο, συνεχιζόταν η ζωή στα σκοτεινά, κρυφά, υπόγεια, μπροστά στα άγρυπνα μάτια τους, μα χωρίς να παίρνουν είδηση. Εβγαιναν τσίλιες, που σκαρφαλωμένες στα παράθυρα, παρακολουθούσαν μήπως ερχόταν κανένας. Στη μέση του θαλάμου άρχιζαν τότε τα κορίτσια ν’ αποστηθίζουν την “τσιμπίδα”, ένα είδος σάτιρας με θέμα σκηνές της καθημερινότητάς μας, τις δυσκολίες και πώς αντιδρούσε η καθεμιά μας. Ολες οι άλλες γελούσαμε πνιχτά, βουλώνοντας το στόμα μας με τα σεντόνια ή τις κουβέρτες, για να μη μας ακούσουν. Απαγγέλαμε και ποιήματα, ό,τι ήξερε η καθεμιά και άλλα που μαθαίναμε εδώ, γραμμένα από τις ίδιες τις συνεξόριστές μας και εμπνευσμένα από τις τραγικές συνθήκες της ζωής μας. Επακολουθούσαν έξυπνα ανέκδοτα και κλείναμε αραδιάζοντας τις πεθυμιές μας και τις κοιμισμένες μας λαχτάρες μ’ έναν ευτράπελο τρόπο. Αυτό ήταν το όνειρο της περασμένης λεύτερης ζωής που τώρα φαινόταν τόσο μακρινή».

Τον Απρίλιο του 1949, αποφασίστηκε η εκκένωση του στρατοπέδου στη Χίο – οι στρατώνες θα γίνονταν ναυτική βάση και οι εξόριστες θα µεταφέρονταν σε άλλο νησί, το Τρίκερι. Ηρθε η κορβέτα και τα αυτοκίνητα φόρτωναν τις γυναίκες και τα πράγµατά τους.

«Μια βδοµάδα πριν από στόµα σε στόµα παιχνίδιζε ένα τραγούδι αποχαιρετιστήριο για το νησί της Χίου. Γράφτηκαν τα φέιγ βολάν που θα πετούσαµε για να αποχαιρετήσουµε τους κατοίκους. ∆εκάδες δεκάδες, µε µια επικεφαλής για να διευκολύνουµε το φόρτωµα, ξεκινάµε µε τ’ αυτοκίνητα. Ενα τραγούδι αντηχεί σ’ όλη τη διαδροµή. “Σ’ άλλη εξορία πάµε/ και σ’ αποχαιρετάµε/ µ’ ευχές κι αγάπη./ Κι εµάς δε µας αφήσανε να δούµε τη θωριά σου/ όµως δεν εµποδίσανε τους χτύπους της καρδιάς σου/ να µας µιλούνε τρυφερά/ όµορφη Χίο έχε γεια”. Οι χωροφύλακες βρίζουν, απειλούν, µα τίποτε δεν µπορεί να σταµατήσει τις γυναίκες τούτη την ώρα. Ενώθηκαν οι καρδιές µας µε την καρδιά του δηµοκρατικού λαού της Χίου που έστω και από µακριά παρακολουθούσε το δράµα µας. Σαν αστραπή περνάνε τώρα τα αυτοκίνητα µέσα από την πόλη, για να πνιγεί η ηχώ του τραγουδιού. Μπαλκόνια, πόρτες, παράθυρα και δρόµοι γεµάτοι κόσµο που φοβισµένος και συγκινηµένος µε µια κίνηση του κεφαλιού ή του χεριού µας αποχαιρετά. Μαντίλια ανεµίζουνε µέσα από τα παράθυρα και τα φέιγ βολάν µε το τραγούδι µας πετιούνται σε όλη τη διαδροµή. Ολα φευγαλέα τ’ αρπάζουν τα µάτια µας από τ’ ανοιχτά φορτηγά και σαν φτάνουµε στο καράβι τα διηγείται η µια στην άλλη. Ο καιρός είναι καλός κι όταν περνάνε και τα τελευταία φορτηγά, ο κόσµος ξεχύνεται στην αποβάθρα και πέφτει πάνω στον κλοιό που έχουν κάνει για να τον εµποδίσουν να πλησιάσει. Σαν έβαλε όµως µπρος το πλοίο για το ξεκίνηµα, σπάζει ο κλοιός και πλησιάζουν όλοι. Μεµιάς ακούγεται πάλι το συγκινητικό τραγούδι, έξαλλος ο Πανάγος από την αποβάθρα ωρύεται και χειρονοµεί. “Θα σας δείξω εγώ παλιοπ…, παλιοβρόµες, παλιοβουλγάρες”. Περιφρονητικά τον βλέπουν οι Χιώτες και εµείς συνεχίζουµε το τραγούδι µας και κουνάµε τα µαντίλια και τις σάρπες: “Να µην ξεχάσεις/ πως σ’ εξορία ζήσαµε µια και µισή χιλιάδα/ γυναίκες π’ αγαπήσαµε/ µε θέρµη την Ελλάδα./ Κάθε γωνιά σου τρυφερά/ όµορφη Χίο έχε γεια».

Πείνα, δίψα και «πειθαρχηµένη διαβίωση»

Χίλιες διακόσιες γυναίκες και παιδιά µεταφέρονται στο Τρίκερι, όπου καταυλίζονται στα αντίσκηνα που είχαν µείνει από το παλιό στρατόπεδο των αντρών. Εκεί, στους περιορισµούς της «πειθαρχηµένης διαβιώσεως», στην πείνα, τη δίψα, την αποµόνωση προστέθηκαν και οι ατέλειωτες αγγαρείες για το ξεφόρτωµα του καϊκιού, οι µακρινές αποστάσεις σε ανηφοριές και βράχια.

«Ο κρότος της µηχανής του καϊκιού ακουγόταν από µακριά προτού µπει στο λιµανάκι. Ερχόταν κι άραζε τις ώρες που ο ήλιος έκαιγε, το µεσηµέρι. Μες στη λαύρα κατέβαιναν οι γυναίκες από τους λόχους µαντιλοδεµένες ή µε χορτάρινες ψάθες στα κεφάλια, δρόσιζαν τα µπράτσα στη θάλασσα και κάθονταν λίγο στον ίσκιο από τις αραιές ελιές, έτοιµες για τη βαριά δουλειά. Κάθε µέρα κατεβαίναµε καµιά ογδονταριά γυναίκες µε τη σειρά. Ετσι κάθε δέκα µέρες η σειρά ξαναρχόταν για το ξεφόρτωµα του καϊκιού. Οι χωροφύλακες στην άκρη µε φωνές και σφυρίχτρες καλούσαν τις καθυστερηµένες. Σε λίγο είχαν δέσει το παλαµάρι στον βράχο κι η τραβέρσα ακουµπούσε στα πλευρά του καϊκιού και στο µουράγιο. Κάµποσες γερές κοπέλες µπαίνανε στ’ αµπάρι και βγάζανε τσουβάλια, βαρέλια, κόφες, κασόνια, σιδερικά, οικοδοµικά υλικά, το ψωµί και τα άλλα τρόφιµα. Τα κυλούσαν µε αγωνία από τη στενή σανίδα κι άλλες τ’ αρπάζανε και τα ρίχνανε στην άµµο. Από κει, άλλα συνεργεία τα φορτώνονταν και τ’ ανέβαζαν στην αποθήκη, ένα µεγάλο αντίσκηνο στη µέση µιας απότοµης ανηφοριάς, ως εκατό µέτρα από την ακροθαλασσιά. Ηταν µόχθος θανάσιµος να ανεβάζουν τσουβάλια µε ογδόντα οκάδες όσπρια και βαρέλια µε εκατό οκάδες λάδι. Σε εκείνο τον ανήφορο ανεβάζαµε τρόφιµα για τέσσερις και πέντε χιλιάδες ανθρώπους. Τα βαρέλια, καθώς ήταν ασήκωτα, τα σπρώχναµε προς τα πάνω και προσπαθούσαµε να τα συγκρατήσουµε για να µην κατρακυλήσουν στη θάλασσα. Οταν τελειώναµε, φεύγαµε πια ιδρωµένες και λερές για τις σκηνές µας. ∆ε µας άφηναν όµως να πλυθούµε στη δροσερή θάλασσα. Κάθε βδοµάδα ερχόταν το φορτίο µε τα ξύλα µε καΐκια από τα δάση του Πηλίου ή της Εύβοιας. Η αγγαρεία για τα ξύλα ήταν πιο βαριά από την αγγαρεία για τα τρόφιµα. Ολα αυτά τα ξύλα, χιλιάδες οκάδες, στοιβαγµένα µες στο καράβι, έπρεπε να τα βγάλουµε φορτώνοντάς τα σε βάρκες και να τα ξεφορτώσουµε στην ακροθαλασσιά. Εκεί τα ζυγίζαµε και ύστερα τα κουβαλούσαµε ως το µαγειρειό. ∆ουλεύαµε όλες µε απίστευτη βιασύνη γιατί θέλαµε γρήγορα να τελειώσει το µαρτύριό µας. Οι άνθρωποι του καραβιού που δεν μπορούσαν να μας βοηθήσουν γιατί απαγορευόταν μας κοιτούσαν λυπημένοι, αμήχανοι. Συχνά τα ξύλα ήταν µαύρα από την καπνιά και καρβουνιασµένα από τις φωτιές που ανάβανε στα δάση. Ο φούµος κολλούσε πάνω στα ιδρωµένα µας πρόσωπα, τα χέρια, τα πόδια και τα ρούχα· τα µάτια µας ξεχώριζαν µόνο άγρια. Είχαµε την όψη αληθινών καταδίκων, µε µαλλιά µακριά, µε φουστάνια, ξυπόλητες για να βουτάµε στο νερό ως τα γόνατα και τα µεριά. Τα χέρια µας µάτωναν από τα γδαρσίµατα και τα φουστάνια µας ήταν λερά κουρέλια κολληµένα στο κάποτε καθαρό και φροντισµένο κορµί µας. Σηκώναµε από την άµµο κούτσουρα µεγάλα, ασήκωτα, τα ζυγίζαµε και τα ανεβάζαµε στον ανήφορο, 30 οκάδες, 50 οκάδες…» γράφει η Βικτωρία Θεοδώρου.

Εξόριστες στη Μακρόνησο το 1950 (φωτογραφικό αρχείο Νίκου Μάργαρη/ΑΣΚΙ)

Στον «νέο Παρθενώνα» της δεξιάς παράταξης

Και µετά το Τρίκερι οδηγήθηκαν στη Μακρόνησο, όπου δόθηκε τρεις µέρες προθεσµία στις νεοφερµένες για να κάνουν δήλωση. Ωσπου τη ∆ευτέρα το πρωί, στις 30 Ιανουαρίου 1950, όρµησαν οι αλφαµίτες στις γυναίκες µε τα κλοµπ ουρλιάζοντας.

«Πάνω από τις ανυπεράσπιστες γυναίκες φτερούγισε ο κίνδυνος του θανάτου. ∆ε φοβόµασταν τον ίδιο τον θάνατο. Αν µας έλεγαν πως θα µας σκότωναν κείνη την ώρα, σ’ ένα λεφτό, θα ανασαίναµε µε ανακούφιση. Σαν αστραπή µια σκέψη παρήγορη κυριάρχησε στον νου µας: είναι ευτύχηµα ότι είµαστε εξαντληµένες από τις αγγαρείες και δε θα υποφέρουµε πολλή ώρα. Θα τελειώσουµε γρήγορα, πάνω στο πρώτο ξυλοκόπηµα… Φέρνουµε το βλέµµα ολόγυρα πάνω από τη συµπαγή µάζα που φτιάχνουν τα κορµιά µας. Σφιγγόµαστε κοντά κοντά. Κρατιόµαστε από τα χέρια. Ο εαυτός µας χάθηκε µες στη µάζα. Είµαστε όλες ένα. Ενα µε τους σακατεµένους ήρωες της χαράδρας. Ενα µε όλους τους µάρτυρες του λαού. Κρατάµε την ανάσα. Ολη µας η δύναµη, όλη η σκέψη συγκεντρώνεται σε έναν πόθο: ν’ αντέξουµε! Να µην προδώσουµε!

– Πέντε λεπτά σας µένουν ακόµη, ουρλιάζει ο Παπαγιαννόπουλος.

Αυτό το δελεαστικό άνοιγµα του δρόµου για τη ζωή, αυτού του δρόµου που θα κλείσει οριστικά ύστερα από πέντε λεπτά, δηµιουργεί καινούργια ηθική πάλη.

– ∆εν µπορώ άλλο, φωνάζει ξαφνικά µια µεσόκοπη γυναίκα. Σηκώθηκε και έφυγε.

Κάποια δειλά σαλέµατα φαίνονται εδώ κι εκεί. […] Οι αλφαµίτες σκορπίστηκαν ανάµεσά µας. Μας τραβούν από τα µαλλιά, προσπαθούν να µας σηκώσουν σέρνοντάς µας από τα χέρια, µας κλοτσούν. Το θανάσιµο άγνωστο που θα συµβεί σε λίγο µας κρατά σε ψυχική αγωνία ασύλληπτη. Παλεύουµε να πείσουµε τον εαυτό µας ότι θ’ αντέξουµε. Αν ξέραµε τι ακριβώς θα γίνει, θα ήταν λιγότερο σκληρή αυτή η πάλη. Μα αυτό το άγνωστο… Αυτό το µυστήριο…

»Νιώθαµε ανυπεράσπιστες στα χέρια τούτων των δηµίων. Ξαφνικά είδαµε ένα βασανιστή ν’ αρπάζει µια κοπέλα και να τη σέρνει προς τη θάλασσα. Είναι η Αννα ∆αγκλή. Ο βασανιστής τη δέρνει µε το βούνευρο. Η Αννα φωνάζει, προσπαθεί να προφυλαχτεί φέρνοντας τα χέρια της στο πρόσωπο. Ο αλφαµίτης χτυπά. Αλλος βασανιστής ρίχνει χάµω µια κοπέλα και την πατά µε τα άρβυλα στην κοιλιά και στο στήθος. […] Επαιρνε πια να σκοτεινιάζει. Το βράδυ εκείνο έπεσε πάνω στη ζωή µας πιο βαρύ, πιο εφιαλτικό από όλα τα άλλα. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Ετσι όπως είµαστε µαζεµένες πάνω στη γη, νιώθαµε το κορµί µας να πονάει. ∆εν µπορούσαµε πια να στριµωχτούµε κοντά κοντά. Τα πληγιασµένα µέλη µας πονούσαν στο παραµικρό άγγιγµα. Κι η γη ήταν παγωµένη και πολύ σκληρή. Τα κεφάλια βούιζαν. Τα βλέφαρά µας έπεφταν βαριά. Οι αλφαµίτες µας είχαν διατάξει να µην ξαπλώσουµε. Μέναµε καθιστές. Το σκοτάδι µας τρόµαζε. Οι αλφαµίτες ορµούσαν µε αναµµένους φακούς. Αυτό το φως µας τρόµαζε πιο πολύ και από το σκοτάδι. Ρίχνανε τη φωτεινή δέσµη των ακτίνων πάνω στα πρόσωπά µας και φώτιζαν τη χλωµάδα µας. Και µετά άρχιζε το µαστίγωµα. Ο ένας βούρδουλας σηκωνόταν κι ο άλλος έπεφτε. Γροθιές, κλοτσιές, µαστιγώµατα έρχονταν απανωτά. Κείνο που µας τρόµαζε περισσότερο ήταν που µας παίρνανε έξω στο σκοτάδι. ∆εν ξέραµε τι σκοπό είχαν εκείνες οι νυχτερινές απαγωγές και τρέµαµε. Από τα βράχια της θάλασσας φθάνανε φωνές απελπισίας. ∆εν ξέραµε τι γινότανε εκεί κάτω. Ξέραµε µόνο πως διαλέγανε νέες κοπέλες κι ένας φόβος ακαθόριστος για κάτι πολύ τροµερό µας κράταγε σε αγωνία» γράφει η Αφροδίτη Μαυροειδή (Παντελέσκου).

Νίτσα Κατσίβα, Γ. Κτενά. Μεταφορά νερού στη Μακρόνησο το 1950 (φωτογραφικό αρχείο Νίκου Μάργαρη/ΑΣΚΙ)

Στο εικοσιτετράωρο της 30ής Ιανουαρίου βασανίστηκαν περίπου 200 γυναίκες, ενώ αρκετές εκατοντάδες ξυλοκοπήθηκαν µε βούρδουλα ή ρόπαλα. Γυναίκες έµειναν παράλυτες, ανάπηρες, µε εγκεφαλικές κακώσεις, αιµατώµατα στον εγκέφαλο και στα κάτω άκρα, πολλές έπαθαν µητρικά, δεν µπορούσαν να κάνουν παιδιά. Αυτές οι γυναίκες στις εξορίες και στα ξερονήσια κατέγραψαν τα βάσανά τους, έκαναν την κατάθεσή τους για µας και για τους άλλους που θα έρθουν ύστερα από µας. Και οι µαρτυρίες τους αυτές ας είναι µια κραυγή ενάντια σε όλους εκείνους που προσπαθούν να παραχαράξουν την Ιστορία, αγνοώντας εσκεµµένα τα στρατοδικεία και τις εκτελέσεις, τους χιλιάδες εξόριστους και τη Μακρόνησο.

Η Κατερίνα Μαυροκεφαλίδου είναι φωτογράφος και συγγραφέας. Το πρόσφατο λεύκωμα με φωτογραφίες της «Άνθρωποι και τοπία» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αγγελάκη.