Άχ Ευρώπη!

Εσύ μας μάρανες έλεγε στο ομώνυμο τραγούδι του ο Τζίμης Πανούσης και είχε δίκιο. Ενώπιον μίας Ευρώπης η οποία απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τις ιδρυτικές της αξίες, το μόνο που μας έλειπε ήταν να επικαλούμαστε τις αξίες και τα ιδανικά που οδήγησαν στην σύστασή της.

Νικόλας Σιδερής 27/01/2021 | 08:02

Και αναπόφευκτα, όσο η νέα κρίση βαδίζει βαδίζει ολοταχώς προς εμάς, τόσο θα αυξάνονται τα υπαρξιακά για την ένωση ερωτήματα. Θα αντέξει αυτό το πρότυπο οικοδόμημα τις διαρκείς διεθνείς οικονομικές πιέσεις; Θα επιτύχει να επιβάλλει πραγματικούς όρους δικαίου στο εσωτερικό της; Θα δείξει εν τέλει ένα ενωτικό και ανθρωπιστικό πρόσωπο;

Πράγματι, η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δη της Ευρωζώνης, αποτελεί ένα μοναδικό και μεγαλόπνοο εγχείρημα το οποίο κατ’αρχήν είχε ως βάση του την οικονομική ανεξαρτησία των χωρών-μελών από τις μεγάλες δυνάμεις όπως οι Η.Π.Α. και η Ρωσία. Με την πάροδο του χρόνου, προστέθηκαν στην Ένωση στοιχεία κοινωνικά όπως η ελεύθερη μετακίνηση Ευρωπαίων υπηκόων και η πολιτική τους αντιπροσώπευση μέσω του Ευρωκοινοβουλίου. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι ελπίδες για μία Ευρώπη ενωμένη η οποία δίνει ευκαιρίες στους πολίτες της να εργαστούν, να προοδεύσουν και να ευημερήσουν.

Η εικοσαετής εμπειρία εντός της Ε.Ε αφήνει ανάμεικτα συναισθήματα. Από την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και τις πολιτικές λιτότητας, ως την σημερινή της στάση στα ζητήματα των εμβολίων καθώς και στα ελληνοτουρκικά, ο ρόλος της κρίνεται προβληματικός.

Αν ξεκινήσουμε από την αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης, κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει την στάση των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων απέναντι σε αυτή. Ορισμένοι τεχνοκράτες, μη αιρετοί και απόλυτα δοσμένοι στις πολιτικές που χάραξαν Θάτσερ και Ρήγκαν στη δεκαετία του ΄80, επιδίδονταν σε ατελείωτα παιχνίδια με αριθμούς. Δεν αντιμετώπιζαν μόνο τους Έλληνες ως απλά μηδενικά σε προσθαφαιρέσεις, αλλά αγνοούσαν επιδεικτικά την ύπαρξη της ολιγαρχίας του τόπου και την ανάγκη για φορολόγησή της. Οι Έλληνες παρουσιάζονταν ως οι τεμπελχανάδες που χαίρονται τα χρήματα των Ευρωπαίων, χρήματα τα οποία πολλοί από αυτούς που τα πλήρωσαν δεν τα είχαν δει ποτέ. Για να είμαστε ειλικρινείς, ευθύνη για την καταστροφή είχαμε όλοι. Από τα πιο μικρά στα πιο μεγάλα, όλοι βάλαμε ένα λιθαράκι. Δυστυχώς όμως , εκείνοι οι οποίοι έφεραν την μεγαλύτερη ευθύνη έμειναν για ακόμη μια φορά στο απυρόβλητο.

Η παρασιτική ολιγαρχία του τόπου μας, η οποία έκανε όνομα και περιουσία με αέρα κοπανιστό και θαλασσοδάνεια, ως δια μαγείας απαλλάχθηκε από τα χρέη σε αδυναμία εξόφλησής των. Την νύφη πλήρωσε ο μισθωτός και ο συνταξιούχος, η μόνη σταθερή πηγή εσόδων για το κράτος. Βεβαίως, τίποτε από όλα αυτά δεν θα μπορούσε να έχει επιτευχθεί χωρίς την ανοχή και την προώθηση της Ένωσης. Πάντοτε βρισκόταν ένας καλοθελητής τύπου Μπαρόζο είτε να εισάγει την Ελλάδα στην Ο.Ν.Ε. με πλαστά στοιχεία, είτε να βοηθήσει την κυβέρνηση Καραμανλή στην απόκρυψη της πραγματικότητας. Και μαζί με αυτούς βρισκόταν και ένας μαινόμενος Σόιμπλε να απαιτεί την εδώ και τώρα αποπληρωμή του χρέους. Σήμερα όμως πού βρίσκεται ο κύριος Σόιμπλε, όταν η Ευρώπη θεσμοθετεί την ποσοτική χαλάρωση και ανοίγει τον δρόμο για την αμοιβαιοποίηση του χρέους; Έχει και σήμερα την ίδια θέρμη στην αποπληρωμή των χρεών εν όψει μίας κρίσης απειλητικής και για την Γερμανία;

Ερχόμενοι στο σήμερα, στην δύσκολη περίοδο της πανδημίας, παρατηρούμε την ίδια κατάσταση. Καθώς τα εμβόλια αποτελούν κατά γενική ομολογία το κλειδί για την απόδραση από τα δεσμά του κορονοϊού, και παρά το γεγονός ότι η Ε.Ε. -καλώς- επέλεξε να ακολουθήσει κοινή πολιτική για όλα τα κράτη όσον αφορά την προμήθεια δόσεων, διαπιστώνουμε πως για την Γερμανία ισχύουν μάλλον δύο μέτρα και σταθμά καθότι διαπραγματεύεται κατα μόνας την αγορά επιπλέον δόσεων εμβολίων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι εταιρίες, αρχής γενομένης εκ της Pfizer, διαμηνύουν με θράσος ότι παρά τα συμφωνηθέντα, οι παραδόσεις τους ίσως να φτάσουν και 60% κάτω. Κάτι που οδήγησε την Ιταλία να κινηθεί νομικά εναντίον τους.

Ταυτόχρονα, και δεδομένης της κινητικότητας που παρατηρείται τον τελευταίο καιρό στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η στάση της Ε.Ε. και σε αυτό το ζήτημα δεν είναι παρά ανεπαρκής.

Διαχρονικά τηρεί στάση Πόντιου Πιλάτου. Φυσικά ο γράφων δεν ζητά κάτι παράλογο. Υπάρχει η αίσθηση πως η θέση της Ευρώπης είναι δύσκολη υπό το πρίσμα μίας μελλοντικής εισόδου της Τουρκίας σε αυτή. Παρά ταύτα, όταν υπάρχουν παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μία Ένωση που θέλει να λέει ότι βασίζεται σε αξίες και ιδανικά οφείλει να επιβάλλει κυρώσεις σκληρότερες της τετριμμένης “σκληρής γλώσσας”. Πρέπει επιτέλους, και στο φόντο των νέων διερευνητικών επαφών, η Ευρώπη να αποφασίσει εάν θα βρεθεί ξεκάθαρα στο πλευρό της Ελλάδας, ή εάν πάλι ξεκάθαρα κρίνει πως η διαφορά αφορά μονάχα τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Οι ενδείξεις πάντως δεν είναι οι καλύτερες αν κρίνουμε από την επιλεκτική(;) κώφωση του Χάικο Μάας στην πρόσφατή του επίσκεψη στην Άγκυρα, ή από τις μπίζνες του κατά τα άλλα αφοσιωμένου μας συμμάχου Μακρόν ο οποίος πουλάει Ραφάλ και στους Έλληνες αλλά και στους Τούρκους.

Απέναντι σε όλα τα παραπάνω, εάν θέλουμε να διατηρήσουμε ζωντανό το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, οφείλουμε να περάσουμε στην διατύπωση ρεαλιστικών και εφαρμοσιμων προτάσεων, ώστε η Ευρώπη να βγει από τον κύκλο της αμφισβήτησης. Αρχικά, όσον αφορά τα οικονομικά, επιτακτική είναι η ανάγκη της επανεκτίμησης του τρόπου με τον οποίον μοιράζονται τα χρήματα, αλλά και επιστρέφουν πίσω. Το κοινό νόμισμα έχει αναμφίβολα δημιουργήσει μία δυναμική αυτονόμησης από το δολάριο, έχει δημιουργήσει όμως νέα σειρά ανισοτήτων, καθώς το ίδιο νόμισμα κυκλοφορεί σε διαφορετικές οικονομίες.

Η διατίμηση του ευρώ είναι κοινή για όλους, τα οικονομικά μεγέθη όμως, ο πληθωρισμός, οι ανάγκες κάθε χώρας ποικίλλουν. Έτσι, άλλες χώρες είναι περισσότερο ευνοημένες από την χρήση του και άλλες λιγότερο. Παράλληλα, οι αποφάσεις για το μέλλον των χωρών πρέπει να λαμβάνονται από αιρετούς Ευρωπαίους εκπροσώπους τους στο Ευρωκοινοβούλιο.

Τέρμα οι κλειστές πόρτες και οι διορισμένοι τεχνοκράτες που έκαναν κουμάντο στο ίδιο το μέλλον της νέας μας γενιάς. Επιπλέον, όσον αφορά το χρέος, και με βάση τις τελευταίες εκτιμήσεις για το μέγεθός του, σε 205% του Α.Ε.Π. για το 2020, είναι καιρός να συζητηθεί σοβαρά το κούρεμα. Το κούρεμα ενός χρέους έτσι κι αλλιώς μη βιώσιμου και προβληματικού, σε συνάρτηση με υποχρεώσεις εταίρων μας (π.χ. γερμανικές
αποζημιώσεις).

Αναφορικά με την πολιτική για τα εμβόλια τα πράγματα είναι απλά. Η Ευρωπαϊκή επιτροπή όχι μόνο ενθάρρυνε, αλλά και χρηματοδότησε γενναία τις έρευνες για την ανακάλυψη του εμβολίου κατά του κορονοϊού. Ως εκ τούτου, οι ευρωπαϊκοί λαοί δικαιούνται ισότιμη πρόσβαση σε αυτά, όπως και το σύνολο της ανθρωπότητας σε καιρό φονικής πανδημίας. Το άνοιγμα της πατέντας επομένως είναι μονόδρομος, ώστε τα κράτη να παράγουν ταχύτερα και καλύτερα για τον εαυτό τους ώστε να σώζουν ζωές. Όπως μονόδρομος είναι και η πίεση που πρέπει να ασκηθεί στις εταιρίες έγκαιρα για τήρηση των συμφωνηθέντων.

Καθώς μιλάμε για ανθρώπινες ζωές, οι ενέργειες επιβάλλεται να είναι ταχύτατες. Τέλος, όσον αφορά τις διαφορές της Ελλάδας με την Τουρκία πρέπει να αποσαφηνίσουμε κάτι. Εδώ και χρόνια οι κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης της παρούσας, και το σύνολο της πολιτικής αντιπροσωπείας, έχουν καλλιεργήσει την αίσθηση στους πολίτες ότι η Ελλάδα έχει σε όλα δίκιο. Αυτό μπορεί να αποβεί ολέθριο. Διότι οι διαπραγματεύσεις βασίζονται στις αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και καθώς η Ευρώπη απ’ότι φαίνεται θα κοιτά από το μπαλκόνι τις διαπραγματεύσεις, η χώρα μας προκειμένου να επιτύχει συμφωνία θα χρειαστεί να κάνει παραχωρήσεις. Το ερώτημα είναι πόσες και τι είδους. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όποιος και αν κληθεί να διαπραγματευτεί οφείλει να το κάνει με σοβαρότητα, ρεαλισμό και κυρίως χωρίς να φοβάται το πολιτικό κόστος μπροστά σε λαϊκίστικες φωνές, αν υπάρξει σύγκλιση πραγματικά συμφέρουσα για την Ελλάδα.

Φτάνοντας στο τέλος, συμπεραίνουμε πως παρά τα κακώς κείμενα, οι ιδρυτικές αξίες της Ευρώπης και η οικονομική αυτονομία αποτελούν κινητήριο δύναμη για την ύπαρξη της. Στην περασμένη δεκαετία το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δοκιμάστηκε για τα καλά, σε πείσμα όμως ορισμένων ιδεοληπτικών, επιβίωσε ακέραιο. Το παρελθόν όμως δυστυχώς είναι ακόμη εδώ και κάνει συχνά την εμφάνισή του. Είθε αυτό το ζοφερό παρελθόν να αποτελέσει έναυσμα για την έναρξη από νέες δυνάμεις της ριζικής μεταμόρφωσης της ένωσης η οποία ως βάση θα έχει την δικαιοσύνη, την ισονομία και την αξιοκρατία.

*Ο Νικόλας-Παναγιώτης Σιδερής είναι φοιτητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.