«Στα ίδια μέρη θα ξαναβρεθούμε» με τον Γεράσιμο Ανδρεάτο. Και ξαναβρεθήκαμε!

Ένας απ' τους πιο δημοφιλείς τραγουδιστές του λαϊκού - έντεχνου τραγουδιών των τελευταίων τριάντα ετών, δίνει στο koutipandoras.gr μια τολμηρή συνέντευξη - αποτίμηση όλης της πορείας του μέχρι σήμερα. 

Αντώνης Μποσκοΐτης 13/01/2020 | 09:00

Ο Γεράσιμος Ανδρεάτος είναι γεννημένος το 1962, άρα βαδίζει για τα 58 του χρόνια. Δεν νομίζω να έδινε μια τέτοια συνέντευξη το 1995 ή το 2000, τότε που μεσουρανούσε με τραγούδια του Κορακάκη, του Παπαδημητρίου και άλλων συνθετών, οι οποίοι τον εμπιστεύθηκαν. Τότε, ακόμη, που απ' όλους του συναφιού του, θ' άκουγες «Ο Γεράσιμος είναι το καλύτερο παιδί», κάτι βέβαια που τον ακολουθεί μέχρι σήμερα. Αυτό το χαρακτηριολογικό του γνώρισμα, το «Καλό παιδί», ίσως φταίει που πέρασε ένα διάστημα κάμψης και που έπαψε να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Τα λέει καλύτερα ο ίδιος μεσ' στη συνέντευξη μας που θα διαβάσετε.

Μία συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε με αφορμή την έκδοση του ολοκαίνουργιου, ζωντανά ηχογραφημένου, δίσκου του, στον οποίο περιέχεται η φωνή του μαζί με τις φωνές και άλλων σημαντικών ομότεχνών του. Ο Γεράσιμος Ανδρεάτος είναι εδώ, είναι παρών - όπως δηλώνει - κι αυτή εδώ είναι μία από τις πιο τολμηρές δημόσιες εξομολογήσεις του. 

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Θυμάμαι κάτι εκδρομές με τον πατέρα μου που ακούγαμε στο αυτοκίνητο Ζαγοραίο, Καζαντζίδη και Πόλυ Πάνου. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με το λαϊκό τραγούδι χωρίς νά'μαι τραγουδιστής κιόλας. Είχατε εσείς παρεμφερή βιώματα;

Είχα, αλλά αρχικά με κεφαλλονίτικες καντάδες λόγω καταγωγής του πατέρα. Υπήρχε πάντα μια κιθάρα στο σπίτι. Έχω, μάλιστα, φωτογραφίες με μένα που του έσπασα την πρώτη του κιθάρα! Θά'μουν ενάμισι έτους και την τράβαγα από δω, την τράβαγα από κει, ήταν και πιο μεγάλη από μένα η κιθάρα τότε, καταλαβαίνετε...

Που συνέβη αυτό;

Στην Πλαταιών 160, στο Μεταξουργείο, εκεί που γεννήθηκα. Καθόμασταν στην αυλή και θυμάμαι τον πατέρα μου να τραγουδάει πολύ ωραία το «Τρελή, που θέλεις να με στεφανώσεις» του Τσιτσάνη. Είχε μπομπινόφωνο με μέσα πολλές ώρες ηχογραφήσεων, αφού η κάθε ταινία είχε πέντε κανάλια. Ώρες επί ωρών λαϊκών τραγουδιών, τα οποία τα χόρτασα: Τσιτσάνης, Βαμβακάρης, Καζαντζίδης, Πόλυ Πάνου, Καίτη Γκρέυ, Μπιθικώτσης, Ρεπάνης, Γαβαλάς...Έπαιζε πολύ το τραγούδι μεσ' στο σπίτι μας κυρίως απ' τον πατέρα. Η μητέρα μου, πάλι, ως Ικαριώτισσα που ήρθε από μικρή στην Αθήνα, απέκτησε εδώ σχέση με το λαϊκό τραγούδι. Τραγουδούσε της Καίτης Γκρέυ ένα τραγούδι, έτσι τη θυμάμαι. Φτωχοί άνθρωποι, όπως σχεδόν όλοι. Και αυτοδημιούργητοι. Έκαναν εμένα και τα άλλα δύο αδέρφια μου, τον Αντώνη μεγαλύτερο μου δύο χρόνια, και τη Χριστιάννα, δέκα χρόνια μικρότερη μου. Ενεργή σχέση με τη μουσική δεν έχουν, ο Αντώνης όμως παίζει ωραία κιθάρα και η Χριστιάννα τραγουδάει υπέροχα επίσης, έχει εξαιρετική φωνή. 

Μου περιγράφετε, λοιπόν, μία καλλιτεχνική οικογένεια.

Ναι, αλλά με μένα τον μόνο επαγγελματία. Στήναμε συνέχεια χορωδίες οικογενειακώς. Γι' αυτό λέω ότι τό'χω χορτάσει πολύ το τραγούδι κι ακόμα δεν το χορταίνω. Μάλιστα νοσταλγώ όλες αυτές τις βραδιές που κάναμε τότε και που σήμερα είναι πολύ δύσκολο να επαναληφθούν, λόγω των συνθηκών της ζωής: Ξέρετε, να μην ενοχληθεί ο από πάνω, ο δίπλα, ο παραπέρα κλπ. Μέναμε σε μονοκατοικία, αλλά αμέσως μετά, το '68, χτίσαμε το πρώτο δικό μας σπίτι στη Γλυφάδα, όπου εκεί έζησα, μέχρι και πριν 11 χρόνια που πήρα ένα διαμέρισμα στην Αγία Παρασκευή. Στη Γλυφάδα, πάντως, είχαμε ησυχία και μερικές φορές το παρακάναμε. Βγαίναμε στη βεράντα και τραγουδάγαμε ως τις 2 τη νύχτα και καμιά φορά ερχόταν κάνα περιπολικό από κάτω (γέλια).

Έχετε μία ιδιαιτερότητα εσείς: Δεν ξεκινήσατε ως τραγουδιστής, αλλά ως μπουζουξής.

Μαζί, παράλληλα. Τραγουδούσα ως ερασιτέχνης, αλλά όχι στη δισκογραφία. Ξεκίνησα, όντως, πρώτα με το μπουζούκι, θέλοντας να γίνω επαγγελματίας μουσικός, μπουζουξής. Στην αρχή είχα την κιθάρα, αλλά δεν καταλάβαινα ποιο είναι το όργανο που παίζει όλα αυτά τα λαϊκά τραγούδια. Στην πέμπτη δημοτικού πήγε και μου πήρε κιθάρα ο πατέρας μου, όταν όμως άρχισα να βλέπω ελληνικές ταινίες, κατάλαβα ποιο ήταν το όργανο που έκανε όλη αυτή τη «φασαρία».

Ταινίες εννοείτε τα μελό του '60;

Και αυτά, και Ξανθόπουλος, και Ζαμπέτας! Ήταν μία ταινία, θυμάμαι, με τον Φωτόπουλο ως λαϊκό συνθέτη και τον Σταυρίδη κλασικό μουσουργό!

Το «Μπετόβεν και μπουζούκι» λέτε του Ορέστη Λάσκου.

Αυτό, ναι! Εκεί μαγεύτηκα απ' τις πενιές του μπουζουκιού και συνδύασα τον ήχο με την εικόνα του οργάνου. «Αυτό το όργανο θέλω να μου πάρεις» είπα του πατέρα μου, του τό'δειξα, και μου το πήρε ο άνθρωπος! Το αγόρασε απ' την οδό Μενάνδρου από'ναν κατασκευαστή που τέλειωνε σε -ίδης το όνομα του. Σκεντερίδης νά'ταν; Μου διαφεύγει τώρα...Αυτός είχε μια μικρή βιοτεχνία με πολλούς που δούλευαν σε διάφορα πόστα, δηλαδή άλλος ήταν ο σκαφάς, άλλος έβαζε το μάνικο, άλλος την ταστιέρα. Πολλοί απ' αυτούς τους εργάτες μετά έκαναν δικά τους εργαστήρια και έγιναν μεγάλοι και τρανοί, όπως οι αδερφοί Καρανδρέα. 

Και ήσασταν αυτοδίδακτος, παίζατε μόνος σας στην αρχή;

Στην αρχή μόνος μου και μάλιστα μου το'χαν φέρει λάθος κουρδισμένο. Στην Κεφαλλονιά, αργότερα, πήγα σ' έναν δάσκαλο, τον Φούρα, θεός σχωρέστον - δεν ζει πια, που μάθαινε στα παιδιά μαντολίνα και διάφορα άλλα όργανα. Του πήγα το μπουζούκι και με δυο - τρία μαθήματα, αυτός ήταν που μου το κούρδισε σωστά. Μετά πήγα και βρήκα τον Γιάννη Παπαδόπουλο, συχωρεμένος κι αυτός, που εμφανιζόταν σε κάποιες ελληνικές ταινίες με κιθάρα ή μπουζούκι. Ένας κοντούλης φαλακρός ήτανε, θα τον έχετε πετύχει σίγουρα σε ταινία στην τηλεόραση. Είχε το σπίτι του στην Ηλιούπολη και μου έδειξε τα πρώτα ακόρντα, παρόλο που ήξερα ήδη να παίζω, δεν ήξερα όμως και τι παίζω.

Τι ηλικία είχατε τότε;

Όταν πήρα το μπουζούκι και άρχισα να παίζω μόνος μου, ήμουν στα 12. Αυτά που λέμε ήταν όταν είχα μπει στο Γυμνάσιο, στα 14 - 15. Την πρώτη μου δουλειά δεν την ήθελαν οι δικοί μου, γιατί παντρεύτηκα και πολύ νωρίς, στα 21 μου. Βλέπω τώρα τα παιδιά μου μεγάλα και μου φαίνεται κάπως. Δεν είμαστε μαζί μ' αυτή τη γυναίκα ακόμη, μου έκανε όμως μια κόρη, τη Νίκη, 33 ετών σήμερα, αφού την έκανα στα 23 μου. Δεν προχώρησε καλά ο πρώτος μου γάμος, γιατί άμα είσαι στα 21 σου, δεν ξέρεις ποιος είσαι εσύ, όχι ποιος ειν' ο άλλος. 

Εκ των υστέρων πιστεύετε ότι δεν έπρεπε να είχατε παντρευτεί;

Δεν ξέρω αν έκανα λάθος, γιατί το λάθος είναι μια λέξη βαριά που δεν περιγράφει πάντα με τον καλύτερο τρόπο κάτι που σου'χει συμβεί. Λάθος δεν ήτανε...Απλά δεν ξέραμε, δεν είχαμε πείρα. Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι όταν αγαπάς και θες και σ' ενδιαφέρει, πάντα βρίσκεις έναν τρόπο να είσαι μαζί με τον άνθρωπο σου. Πιστεύω ότι όλοι οι χωρισμοί οφείλονται σε λόγους εγωιστικούς και μυστήριων χαρακτήρων.

Είδε την επιτυχία σας η γυναίκα σας;

Ξαναπαντρεύτηκα και έκανα άλλα δύο κορίτσια, άρα σήμερα έχω τρεις κόρες. Όχι, η πρώτη μου γυναίκα δεν την είδε την επιτυχία, έζησε όμως το ανέβασμα μου στο πάλκο. Φοβόταν τόσο πολύ! Είχα διάφορους φίλους, μεταξύ των οποίων τους Κατσιμιχαίους, τον Χάρη και τον Πάνο. Ήμουν φαντάρος και είχα έρθει με άδεια στο Μπραχάμι. Παίξαμε σ' ένα μαγαζί εκεί με ένα φίλο, μπουζούκι-κιθάρα, στην ταβέρνα του Ρεμούτσικου - υπάρχει ακόμα! Οι Κατσιμιχαίοι είναι περίπου μια πενταετία μεγαλύτεροι μου και τότε μου μίλησαν με πολύ ζεστά λόγια. «Είσαι επαγγελματίας;» με ρώτησαν, «παίζεις και τραγουδάς πολύ ωραία, σαν επαγγελματίας». Ο φίλος μου ο Γιάννης, που τους ήξερε, μου είχε πει: «Αυτοί εδώ είναι Μπραχαμιώτες και γράφουν πολύ ωραία τραγούδια, είναι ''μούρες'' στα μέρη μας». 

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Θα είχαν έρθει απ' τη Γερμανία οι Κατσιμιχαίοι τότε.

Ακριβώς. Ήταν διανοούμενοι, έκαναν και μεταφράσεις, αλλά δισκογραφικά δεν είχαν κάνει ακόμα τίποτα, αμιγώς δικό τους τουλάχιστον. Μιλάμε για τις αρχές του '80. Την επόμενη χρονιά εγώ είχα απολυθεί και οι Κατσιμιχαίοι έπαιζαν σ' ένα άλλο μαγαζί. Ο Πάνος μόνο, ο Χάρης δεν ήταν ποτέ της μεγάλης έκθεσης στον κόσμο. Ο Πάνος ειν' ο πιο ανοιχτός που τραβάει μπροστά τη βάρκα. Έκαναν τότε μια κομπανία με Μπραχαμιώτες και έπαιζαν στην Τερψιθέα, στο «Ανώγειο». Μου λέει ο Γιάννης να πάμε να τους ακούσουμε ένα βράδυ. Ενθουσιάστηκα! Άκουσα ωραία τραγούδια, λαϊκά, έντεχνα κι ένα βράδυ που ξαναπήγα, μου λένε: «Που είσαι εσύ; Ο μπουζουξής μας είναι γεωπόνος και έπαθε βλάβη το χέρι του και θέλει να τα παρατήσει. Πήγαινε φέρε το μπουζούκι σου και ότι κάνουμε, κάνουμε»! Τρέχω και φέρνω με λαχτάρα το μπουζούκι μου απ' το σπίτι. Η πρώτη μου γυναίκα δεν μπορούσε να μου πει τίποτα πια. Ρίξαμε πενιές και τραγούδια κι έτσι ήρθε το αφεντικό, ο Βασίλης Ταβουλάρης - καλή του ώρα, γιατί έχουμε ακόμη σχέσεις - και μου λέει: «Μάκη, σε θέλουμε εδώ, να έρθεις». Πήρα το πρώτο μου μεροκάματο, κλείνοντας τριήμερα με δυόμισι χιλιάδες δραχμές.

Εμένα μου κάνει εντύπωση που οι Κατσιμιχαίοι, αν και έγραφαν ροκ μπαλάντες, ασχολούνταν με το λαϊκό τραγούδι.

Έγραφαν ροκ, αλλά ο Πάνος τό'χει πολύ με το λαϊκό τραγούδι. Παίζει πολύ ωραία λαϊκή κιθάρα, φυσαρμόνικα, ντέφια, τα πάντα! Το επόμενο καλοκαίρι, τα χρόνια εκείνα, πήγαμε μαζί περιοδεία στην Ολλανδία. Η γυναίκα του ενός απ' τους μουσικούς ήταν Ολλανδέζα και πήγαμε σε μια φίλη τους και μας φιλοξένησε. Παίξαμε ενάμισι μήνα, Ιούλιο - Αύγουστο, σ' ένα ελληνικό εστιατόριο, το «Συμπόσιο». Στο Κρόνινγκεν ήταν αυτό, στα βόρεια, αν και δώσαμε και μερικές συναυλίες στο Άμστερνταμ και σ' άλλες πόλεις. Το παράδοξο είναι που μου τα θύμισε πριν λίγο καιρό ένας Ολλανδός, ο Μισέλ. Με βρήκε στο messenger και μου είπε πως ήμουν ο δάσκαλος του στο μπουζούκι! Τι είχε γίνει; Αυτός είχε γνωρίσει τον Αντώνη με την Ολλανδέζα γυναίκα που την ακολούθησε μετά μόνιμα στην Ολλανδία. Έκαναν ένα γκρουπάκι, ένα τρίο που λεγόταν Ano Kato.

Αν σας πω ότι τους έχω δει live τους Ano Kato στις Βρυξέλλες;

Δεν μου κάνει εντύπωση. Οι Ano Kato είναι γνωστοί ως οι Ολλανδοί ρεμπέτες, αλλά κινητήρια δύναμη τους ήταν ο Αντώνης Μωραΐτης. Ο Μισέλ, λοιπόν, έπαιζε μπάσο σ' αυτούς και τρελάθηκε με την ελληνική μουσική και κουλτούρα. Θέλοντας να μάθει μπουζούκι, του είπε ο Αντώνης «Πάρε αυτή την κασέτα και άκου τι παίζει αυτό το παιδί», εγώ δηλαδή. Είχαμε γράψει σ' ένα μικρό στουντιάκι τότε και υπήρχαν οι ηχογραφήσεις. Ε, μετά ο Μισέλ, όπως μου είπε, πήρε τρίχορδο μπουζούκι, έμαθε κλαρίνο, εντρύφησε στα ηπειρώτικα κλπ. Μου έγραψε κι ένα ωραίο άρθρο σ' ένα ολλανδικό περιοδικό που έχει θέμα την Ελλάδα. «Λυχνάρι» λέγεται.

Δεν το πιστεύω! Στο «Λυχνάρι» έχω δημοσιεύσει κι εγώ ένα κείμενο μου με την ιστορία της λατέρνας!

Άκου να δεις τώρα! Στο «Λυχνάρι» μου έκανε ολόκληρο αφιέρωμα και μάλιστα μου έστειλε και το τεύχος! 

Φαντάζομαι ότι θα ήταν πολύ...ροκ οι μέρες στην Ολλανδία.

Πάρα πολύ! Είχα πάρει μαζί μου την πρώτη μου γυναίκα και πήγαμε όλοι παρέα με το Magic Bus. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες ταξίδι χωρίς καμία στάση. Κοιμόμασταν στα καθίσματα και κάναμε στάση μόνο για τουαλέτα και φαΐ. Δύο οδηγοί υπήρχαν, βέβαια. Μας σταματούσαν γιατί το Magic Bus θεωρούταν ύποπτο γενικά. Μας άνοιγαν όλα τα πράγματα για λαθρεμπόριο, ποτά, τσιγάρα, ναρκωτικά...Ο Πάνος ήταν μόνο μαζί μας, ο Χάρης είχε μείνει στην Ελλάδα γιατί τότε έκαναν τα «Ζεστά Ποτά» και μιλούσαν τηλεφωνικά κάθε τόσο. Άκουγα τον Χάρη να λέει του Πάνου: «Τηλεφώνησε ο Χατζιδάκις, θέλει να συνεργαστούμε σε μια μουσική σκηνή που ετοιμάζει» και μετά «Τηλεφώνησε ο Νταλάρας, μας θέλει στο ''Περοκέ''»! Όλοι τους τηλεφωνούσαν, τέτοια εντύπωση είχαν κάνει. Εκεί, στην Ολλανδία, είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου χασίσι. Δεν είχα ιδέα, εμείς δυο νέα άβγαλτα παιδιά ήμασταν με τη γυναίκα μου. Μάλιστα, πήγαμε ένα βράδυ στο Λιουβάρδεν, εκεί που βγαίνει το γάλα ΝΟΥΝΟΥ, κι ήταν ένας Έλληνας που'χε μαγαζί. Λεγόταν Nick the Greek κι ήταν επικηρυγμένος στην Ελλάδα.

Πολύ μου αρέσουν οι ιστορίες αυτές, ειλικρινά!

Ναι, ο Nick the Greek επειδή δε χώραγε να κάνουμε τη συναυλία στο μαγαζί του, μας πήγε και την κάναμε σε μια ντισκοτέκ. Την ώρα που παίζαμε, κάποιος πήγε με ένα τούβλο και κατέβασε τη τζαμαρία απ' το μαγαζί του. Ο Nick the Greek είχε για μπιστικό έναν Κρητικό, τον Παναγιώτη, όπως ακριβώς βλέπουμε στα έργα με τις μαφίες (γέλια). Έλεγε ο κυρ-Παναγιώτης με κρητική προφορά: «Αυτό να δεις που μας το κάνανε για λόγους εκδίκησης»...Σε μια στιγμή ανάβει αυτός μια τσιγαρούκλα και τη δίνει στην παρέα του, αποτελούμενη από Ολλανδούς. Γύρναγε το τσιγάρο, φτάνει σε μένα, το δίνω στον άλλο κατευθείαν. «Τι λέτε, μωρέ;» κάνει, «ο μπουζουξής δεν καπνίζει;» (γέλια) Σιγά - σιγά, στα μαγαζιά της Ολλανδίας έγινα ντουμανάκιας, άρχισα να σκάω στα γέλια χωρίς να καπνίζω εγώ! 

Έχετε επαφές σήμερα με τους Κατσιμιχαίους;

Όλα τα παιδιά, ο Ηρακλής Κοντός, ο Αντώνης Μωραΐτης και ο Πάνος Κατσιμίχας, μου φερθήκανε πολύ τρυφερά τότε. Σήμερα, όχι, δεν έχω πολλές επαφές με τους Κατσιμιχαίους, τους έχω χάσει. Είδα μάλιστα ότι ο Πάνος τώρα θα παίζει τα Σάββατα με τον Καζούλλη και σκέφτομαι να περάσω να τους δω. Και τον Βασίλη τον συμπαθώ, αλλά με τον Πάνο ζήσαμε πολλά μαζί. Μου έδωσε κι ένα ωραίο ζεϊμπέκικο, τον «Πυγμάχο» που είχε βγει με το περιοδικό «Μετρονόμος» του Συλιβού. 

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Πάντως, δεν συνεργαστήκατε, όταν οι Κατσιμιχαίοι ήταν πολύ δυνατοί δισκογραφικά στα 80s - 90s.

Όχι, δεν συνεργαστήκαμε, αν και πιστεύω πως θα το ήθελαν πολύ. Ο Χάρης, μάλιστα, ήθελε να κάνει την παραγωγή σε ένα τρίο, με μένα, τον Δημήτρη Λογαρά και τη Γιάννα Κατσαγιώργη. Δεν προέκυψε, όμως, γιατί εγώ είχα πάρει το λαϊκό δρόμο μου. Κακώς βέβαια, γιατί αν είχα τον Χάρη παραγωγό, θα κάναμε ωραία πράγματα. Εδώ να πω και να τονίσω ότι αυτά τα παιδιά, ο Πάνος και ο Χάρης, με επηρέασαν πάρα πολύ και θετικά. Με σημάδεψαν, μου άνοιξαν το μυαλό. Εγώ, ας πούμε, δεν είχα σχέση με την ξένη μουσική - όχι ότι έχω και σήμερα - αλλά τουλάχιστον μου έμαθαν τα ξένα, τον Bob Dylan, όπως και τον σεβασμό σε καθετί καλό!

Ήμουν στο Λυκαβηττό, το '93, όταν έπαιξαν support στη συναυλία του Bob Dylan.

Κι είχε τσαντιστεί εκεί ο Πάνος, το ξέρατε αυτό;

Εδώ είχαμε τσαντιστεί εμείς που ο Dylan τραγουδούσε όλη την ώρα στον ντράμερ του, με πλάτη γυρισμένη στο κοινό.

Οι Κατσιμιχαίοι τον είχαν είδωλο όλα τα χρόνια, με Bob Dylan ανάσαιναν. Τον αναφέρουν και σε τραγούδια τους! Πάνε εκεί με λαχτάρα που θα τον γνωρίσουν κι αυτός δεν τους μίλησε καν! 

Γι' αυτό κι εκείνοι είπαν το «Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια» και σηκώθηκαν όλοι οι μαλλιάδες και χόρευαν τσιφτετέλι. Δεν θα την ξεχάσω ποτέ αυτή τη σκηνή!

(γέλια) Φέρθηκε απαίσια ο Dylan και νομίζω πως κι ο ίδιος τραγούδησε με πολλά play back. Λογικό να σπάστηκαν οι Κατσιμιχαίοι με τη συμπεριφορά αυτή και τον αντιεπαγγελματισμό.

Απ' την άλλη, έχουν στο βιογραφικό τους πως άνοιξαν τη συναυλία του Dylan, μέγιστου καλλιτέχνη του 20ου αι. 

Εντάξει, εμείς που ξέρουμε όμως μπορούμε να λέμε πως και ο Dylan έχει το αβαντάζ να του έχουν ανοίξει συναυλία του ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας! Δεν πειράζει, ας μην το ξέρει, δικαιούται αυτός να μην ξέρει, εμείς όμως όχι. Όπως κι εγώ δεν δικαιούμαι ποτέ να ξεχάσω πως το πρώτο μου ανέβασμα σε λαϊκό πατάρι έγινε μαζί με τον Πάνο.

Από τότε μέχρι τη συμμετοχή σας στον Σείριο του Μάνου Χατζιδάκι, πόσα χρόνια μεσολάβησαν;

Μεσολάβησαν γύρω στα δύο χρόνια. Το '85 πήγαμε στην Ολλανδία και ζήσαμε από μακριά την επιτυχία του δίσκου «Ζεστά Ποτά» και δύο χρόνια μετά ήρθε ο Σείριος. Εγώ, στο μεταξύ, έκανα και διάφορες εμφανίσεις μαζί με τον Δημήτρη Λογαρά σε μαγαζιά από δω κι από κει. Λέγαμε λαϊκά, αλλά ψαγμένα και καλόγουστα. Με την ίδια αγάπη που τραγουδούσαμε τα «Κορίτσια της συγγνώμης» των Κατσιμιχαίων, λέγαμε και το «Κάποια μάνα αναστενάζει» του Τσιτσάνη. Για παράδειγμα, στην παλιά «Αρχιτεκτονική» βγάλαμε δύο σεζόν. Πήγαινε ο κόσμος που άκουγε Μικρούτσικο, Καββαδία και Κατσιμιχαίους για να ακούσει και τα δικά μας τα λαϊκά. Τραγουδούσαμε, θυμάμαι, του Νικολόπουλου, το «Αγάπη όλο ζήλια κι όλο κλάμα» που'χε βγάλει με τον Λεωνίδα Βελή. Όταν ήρθε η πρόταση για τον Σείριο, παίζαμε σε μια μεγάλη περιοδεία με τον Χάρη και τον Πάνο, τη Δήμητρα Γαλάνη και την Ελευθερία Αρβανιτάκη.

Κι αυτή τη συναυλία τη θυμάμαι σαν όνειρο. Το 1987 μεσ' στο δημοτικό σχολείο στο Κερατσίνι, που πήγαινα.

Εγώ ήμουν ο μπουζουξής εκεί τότε, έλεγα και δύο τραγούδια, ενώ έκανα και φωνητικά σε όλους.

Κι αυτό το σχήμα το πήρε ο Χατζιδάκις στον Σείριο;

Ο Χατζιδάκις έστηνε εικοσαήμερα με διαφορετικούς καλλιτέχνες. Είχε περάσει όλο το ελληνικό τραγούδι. Ήταν και η Γαλάνη και η Αρβανιτάκη και οι Κατσιμιχαίοι, αλλά δεν θυμάμαι αν είχαμε συμπέσει στο ίδιο πρόγραμμα. Ο Χάρης και ο Πάνος τότε κάνανε σεζόν και σε ένα άλλο μαγαζί στη Λεωφόρο μαζί με τον Αντώνη Βαρδή, τη Χριστίνα Μαραγκόζη και τον Κώστα Γανωτή, που έγραφε ωραία τραγούδια. Ήταν μεγάλο όνομα τότε ο Γανωτής! Στον Σείριο, λοιπόν, ξεκινούσαμε πρώτοι - πρώτοι με τους Κατσιμιχαίους για να πηγαίνουμε κατευθείαν μετά στο άλλο μαγαζί. Είχα ένα βάρτμπρουκ, ένα αυτοκίνητο Ανατολικής Γερμανίας, που πετούσε σύννεφα πίσω, και τους μετέφερα όλους εγώ. Είχα κι έναν αριστερό φίλο που μου'λεγε «Καλορίζικο το συντροφικό αυτοκίνητο, Γεράσιμε» (γέλια). Και για να τα λέμε με τη σειρά, παίζαμε με τους Κατσιμιχαίους στον Σείριο, φεύγαμε κατευθείαν, τους άφηνα στο μαγαζί και μετά εγώ συνέχιζα για το «Αέτωμα» στον Πειραιά, που έπαιζα μόνος μου. 

Τον Μάνο Χατζιδάκι είχατε την ευκαιρία να τον γνωρίσετε;

Φυσικά και τον γνώρισα εκείνες τις μέρες. Δεν κάναμε παρέα, αν και πολύ θα το ήθελα χωρίς να μου δοθεί η δυνατότητα. Ήταν εκεί, τριγύριζε στις πρόβες και στην πρόβα τζενεράλε, θυμάμαι, είχε καθίσει δίπλα στην κουίντα, σε μια γωνίτσα, κι άκουγε. Όποιος πέρναγε μετά για να κατέβει στα καμαρίνια, του έδινε το χέρι, μας τό'σφιγγε και μας έδινε συγχαρητήρια. Αυτό θυμάμαι απ' τον Χατζιδάκι και είναι αρκετό για την ψυχή μου.

Καμία σκέψη τότε, να υποθέσω, για τον «Γκρεμό» του, που επαναφέρατε στην επικαιρότητα.

Ούτε καν το ήξερα το τραγούδι, μετά το άκουσα από τον Κορακάκη. Όταν πήγα στο «Χάραμα» με τη Γαλάνη, σε επιμέλεια της Νικολακοπούλου, τους το πρότεινα, τους άρεσε και το βάλανε. Και δικαιωθήκαμε όλοι! Μεγάλο τραγούδι και παλιομοδίτικο, υπέρ αυτών που δεν τολμάνε, των λίγο συντηρητικών (σ.σ. απαγγέλλει τους στίχους του Λουκά Στρογγυλού) Εγώ ήμουν αυτό το τραγούδι! Κι όταν πολλές φορές μου πρότειναν μερικά τραγούδια για αμαρτίες και σχέσεις μυστήριες, έλεγα «Ρε παιδιά, δεν είμαι εγώ αυτό».

Αντιμετωπίζετε βιωματικά το τραγούδι θέλετε να πείτε.

Θέλω να βρίσκω βιώματα, είτε που έχω ζήσει, είτε που δυνητικά θα τα ζούσα. Αυτό ανοίγει τη γκάμα για να ζήσω και κάτι πιο «αμαρτωλό», αν έφτανα ποτέ στο σημείο αυτό. Επειδή πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούμε να φτάσουμε σε σημεία επικίνδυνα σαν τον Άκη Πάνου...Μπορεί κανείς να φανταστεί ότι ο Άκης Πάνου θα έφτανε σε τέτοιο σημείο; Όχι!

Ο Άκης Πάνου ήταν μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση καλλιτέχνη και ανθρώπου.

Έχετε δίκιο, αλλά ο ίδιος, αν τον ρωτούσαν, δεν θα έλεγε «Εγώ μπορώ ποτέ να σκοτώσω». Να, όμως, που το θεώρησε ύστατη ανάγκη για να σώσει την τιμή και την υπόληψη της οικογένειάς του. Έφτασε σε όρια, που αν δεν βρεθείς ποτέ, δεν ξέρεις και ότι υπάρχουνε.

Όρια, τα οποία εσείς θα αποφεύγετε.

Κοιτάξτε, δεν τα κυνηγάω, όπως κάτι ηθοποιοί, που κυνηγάνε ακραίες καταστάσεις για να φτάσουν στα όρια τους. 

Γιατί το περιορίζετε στους ηθοποιούς;

Οι ηθοποιοί κυρίως παίρνουν 100 κιλά για να κερδίσουν ένα ρόλο ή να χάσουν 50 κιλά, ξέρω γω, για τον ίδιο λόγο. Μπορούν και το κάνουν. Μπράβο τους, δεν λέω, αλλά εγώ δεν θα έφτανα σε τέτοια σημεία. Το πολύ - πολύ να έκανα κάποια νηστεία αν χρειαζόταν να τραγουδήσω εκκλησιαστικούς ύμνους.

Νηστεία έκαναν και οι ζωγράφοι της βυζαντινής περιόδου προτού ξεκινήσουν ένα έργο τους.

Έτσι! Για να ένιωθα κι εγώ αυτή την ατμόσφαιρα, το λέω, διότι δεν σας κρύβω ότι τό'χω αυτό μέσα μου, πιστεύω στον Θεό, αλλά χωρίς να'μαι θρησκόληπτος. 

Πιστεύετε στον Θεό με μία ασκητική διάθεση;

Όχι, καθόλου ασκητική. Τον κουβαλάω συνέχεια και συνομιλώ μαζί του νοερά και πιστεύω ότι είναι εδώ για όλους μας και για μένα, είναι εδώ και μ' αγαπάει! Το «μ' αγαπάει» σημαίνει ότι εγώ ανακαλύπτω κάποια πράγματα, τα ξεκλειδώνω και με πάνε μπροστά. Το λες και θεϊκή δράση αυτό! 

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Θέλω να πάμε τώρα στη δισκογραφία σας, η οποία ξεκίνησε με τον Πέτρο Ταμπούρη.

Βέβαια, με τον Πέτρο Ταμπούρη και τον Θοδωρή Γκόνη! Ο Ταμπούρης είναι ένας πανέξυπνος άνθρωπος, που έχει προσφέρει πάρα πολλά στη μουσική. Έχει κάνει ωραία αφιερώματα στο σμυρναίικο και το παραδοσιακό τραγούδι.

Και που έχει πολλά χρόνια ν' απασχολήσει τη δισκογραφία.

Ναι, τά'χει παρατήσει. Κάποια στιγμή τον πέτυχα που είχε γίνει εισαγωγέας ιατρικών μηχανημάτων για λαπαροσκοπικές εγχειρήσεις, τέτοια πράγματα. Διάνοια! Του χρωστάω ευγνωμοσύνη του Πέτρου.

Κι εδώ να πούμε ότι άλλος ένας συνδετικός κρίκος σας με τον Χατζιδάκι είναι κι ένας άγνωστος δίσκος που είχατε κάνει με τον συνθέτη Στάθη Άννινο. Μελοποίησε ποιήματα του Χατζιδάκι.

Πολύ χαίρομαι που ξέρετε αυτό το δίσκο! Δεν υπάρχει πια, εγώ έχω ένα και μοναδικό CD. Εκεί μέσα λέω κι εγώ ένα μελοποιημένο ποίημα του Χατζιδάκι από τη «Μυθολογία». Την εποχή εκείνη ο Άννινος και ο Βαρελόπουλος, που συνυπόγραψαν το δίσκο, ήταν νέα παιδιά. Τώρα έχουν προχωρήσει πάρα πολύ στη λόγια μουσική, άσχετα αν ο κόσμος δεν τους ξέρει. Υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν μεγάλα ονόματα τώρα. Τότε, όμως, ξαναλέω, ήταν μαθητές του Μουσικού Λυκείου και μου πρότειναν να μπω στη δουλειά τους. Πήγαμε, θυμάμαι, σ' ένα στούντιο στην Αχαρνών και γράψαμε. Εκείνοι με ζήτησαν, αλλά μην ξεχνάτε πως βρισκόμουν στην καλύτερη εποχή μου. Είχαν βγει το «Πάλι στη σκέψη της τρελής», τα «Πορφυρά καμπάγια» και όλοι έγραφαν διθυραμβικά σχόλια. Στις ανασκοπήσεις της χρονιάς λέγανε «Βγήκε ο Γεράσιμος Ανδρεάτος» και οι δύο καλύτεροι δίσκοι ήταν τα «Πορφυρά καμπάγια» και το «Λαύριο» με δύο διαφορετικές ερμηνείες μου. 

Κατάλαβα, ήταν δύο νέοι δημιουργοί που επέλεξαν έναν τραγουδιστή στα «πάνω» του.

Βέβαια, εγώ τώρα καταλαβαίνω τη δύναμη που είχα τότε και τι θα μπορούσα να κάνω. Τότε εγώ νόμιζα πως είμαι ένα νέο παιδί που απλά προσπαθεί, ενώ είχα περάσει κατά πολύ το φράγμα της επιτυχίας και της δημοσιότητας. Λόγω συγκυριών, πιστεύω ότι δεν αξιοποίησα πολύ τη φόρα που είχα εκείνη την εποχή.

Ίσως επειδή ήσασταν λίγο συντηρητικός, όπως δηλώσατε πριν.

Και αυτό, αλλά και θέλω να πατάω συνέχεια στο έδαφος. Με φοβίζει αν πάω να χάσω κάτι και δεν θέλω επίσης ν' αλλάξω χαρακτήρα. Πολλές φορές ένιωθα τον εαυτό μου να έχει μια μικρή έπαρση, που δεν την είχα στην πραγματικότητα και δεν τη γουστάριζα με τίποτα. Την έκοβα, αλλά αν ένιωθα μια έπαρση σε βαθμό 1, εγώ γύριζα πίσω σε βαθμό 5 για να γλιτώσω απ' αυτήν...Γινόμουν δηλαδή 5 φορές πιο μαζεμένος και ταπεινός.

Αναρωτιέμαι, λοιπόν: Τη χαρήκατε ή όχι την επιτυχία σας;

Δεν ξέρω αν τη χάρηκα...Ή τη χάρηκα, έχοντας μαζί άγχος και αγωνία, φόβους και πανικό.

Για να διατηρηθείτε μόνιμα στην πρωτιά;

Πρωτιά δεν ξέρω αν υπήρχε...Στην αρχή ήμουν πολύ χαρούμενος για ένα - δυο χρόνια που με θέλανε όλοι. Όπως άκουγα τον Χάρη να τηλεφωνεί του Πάνου και να του λέει για τον Χατζιδάκι, που τους ήθελε, έτσι με έπαιρναν και μένα όλοι για να συμμετάσχω στο δίσκο τους ή για να κάνουν μαζί μου δίσκο. Ας μην πω ονόματα, για να μη φανεί ότι άδειασα τον τάδε ή την τάδε, αλλά δεν είχα τέτοια πρόθεση. Απλώς εγώ προσπαθούσα να βρω το δικό μου στίγμα, το δρόμο μου, μέσα σ' όλη αυτή την κατάσταση. Κάποια πολύ μεγάλα ονόματα μού έκαναν προτάσεις, αλλά εγώ προσπαθούσα να βρω ποιος είναι ο άνθρωπος που θα αναστήσω μαζί του το λαϊκό τραγούδι. Αυτή η αγάπη για το λαϊκό τραγούδι, μου έχει στοιχίσει πάρα πολλά, αλλά μου έχει δώσει και πάρα πολλά! Αν είχε γίνει εκείνο το σχήμα που ήθελε ο Χάρης ο Κατσιμίχας, που θα βγαίναμε με άσπρες φορεσιές ο Λογαράς, η Κατσαγιώργη κι εγώ, ίσως κάναμε κάτι άλλο, πολύ σοβαρό, μπορώντας ταυτόχρονα να στηρίζω το λαϊκό τραγούδι, όπως έκανε ο Γιώργος Νταλάρας. Ο Νταλάρας το έκανε αυτό, ενώ εγώ ήθελα πιο πολύ να κάνω ότι έκανε ο Μητροπάνος, ο οποίος ναι μεν στήριζε κυρίως το λαϊκό, αλλά δεν έχανε την ευκαιρία να πει κι ένα «Κλείνω κι έρχομαι», πότε με Πορτοκάλογλου και πότε με Λάκη Παπαδόπουλο, παίρνοντας τελικά όλη τη φρεσκαδούρα! Εγώ, έτσι, πήγα βρήκα τον Κορακάκη και μετά έκανα Νικολόπουλο, ένα δίσκο που δεν μας έκατσε επιτυχία. Δεν ήταν αυτό που ονειρευόμουν και φανταζόμουν - εντάξει, συμβαίνουν κι αυτά. Τότε άρχισε το γκριζάρισμα κι η αγωνία που με ρωτήσατε, για να κρατηθώ όχι στην κορυφή, αλλά στην επικαιρότητα. Ίσαμε τότε τα τραγούδια μου παίζονταν κατά κόρον, θυμάμαι το «Πικρό φιλί» με τον Κορακάκη που παιζόταν ολόκληρο, όλα τα κομμάτια, σε πολλά ραδιόφωνα. 

Είχε μεγάλη άνθηση το ελληνικό ρεπερτόριο τότε.

Ισχύει. Υπήρχαν ο «Αιγαίο», ο «Ελλάδα», ο παντοδύναμος «Μελωδία», όλοι μας παίζανε. 

Τον καιρό εκείνο είχαν επίσης βγει ο Κότσιρας, ο Μακεδόνας, ο Μπάσης, ο Λιδάκης, μια ίδια σχεδόν γενιά όλοι. Νιώσατε κάπως μία...

(με διακόπτει) Ξέρω τι θα με ρωτήσετε, αν ένιωσα όχι απειλή, αλλά φόβο μη μείνω πίσω εγώ! Δεν το ένιωσα τόσο έντονα εκείνα τα χρόνια, γιατί όλοι παιζόμασταν συνέχεια και είχα μια κεκτημένη ταχύτητα και δύναμη, η οποία νόμιζα ότι θα ισχύει για πάντα. Δεν ίσχυσε τελικά, αλλά η αναγνώριση, η αγάπη του κόσμου και ένας σεβασμός που διατηρήθηκε όλα τα χρόνια, όταν πια δεν έκανα επιτυχίες, φανερώνει πως δεν έπεσα σε κανένα ηθικό παράπτωμα και πως δεν πούλησα ποτέ αυτά που αγαπάω. Σε βάθος χρόνου εκτιμήθηκε αυτό που σας λέω τώρα ακόμη κι από ανθρώπους, που μπορεί να μην πίστευαν ότι ήρθα για να κάνω κάτι σοβαρό. 

Ζηλέψατε τραγούδια συναδέλφων σας, ας πούμε, από εκείνη την εποχή;

Ζήλεψα τραγούδια, ναι! Τα «Ωραιότερα θα σου' χω αγορασμένα» του Μακεδόνα και του Ζήκα, που χάσαμε πρόσφατα. Αυτό ήταν πολύ μεγάλο τραγούδι! Το «Μόνο μια φορά» του Κραουνάκη έχω ζηλέψει, ένα του Κότσιρα που δεν είναι πολύ γνωστό, που λέει «Αλλού κοιμάται το κορμί κι αλλού ξυπνάει η ψυχή του». Είναι κάποια μεμονωμένα τραγούδια που έχω ζηλέψει.

Και φτάνουμε στο «Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια» σε μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου και στίχους Μιχάλη Γκανά, ένα τραγούδι - σήμα κατατεθέν σας.

Πράγματι, οι περισσότεροι με ξέρουν απ' αυτό και ίσως μαζί με το «Σκάκι» που είχαμε φροντίσει να παίζεται εναλλάξ με τους τίτλους τέλους του σήριαλ. Επρόκειτο για ένα δύσκολο κομμάτι, ως ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη, αλλά και ως μελοποίηση με συνεχόμενες αλλαγές στο τέμπο του. Είμαι πολύ περήφανος που κατάφερα να γίνουν επιτυχίες μέσω εμού δύο τέτοια δύσκολα τραγούδια, το «Σκάκι» και ο «Γκρεμός» του Χατζιδάκι. Ειδικά για το «Σκάκι», πιστεύω ότι είναι το σημαντικότερο τραγούδι που έχω τραγουδήσει! Μακράν! 

Μιλήστε μου για το πώς σας είχε προσεγγίσει ο Παπαδημητρίου.

Θα σας πω γιατί έχει πλάκα η ιστορία. Τραγουδάω στο «Χάραμα» με τη Γαλάνη. Ήταν η πρώτη μου μεγάλη επίσημη ευκαιρία για να με δει πάρα πολύς κόσμος. Βγαίνω και στο πρώτο τραπέζι είναι η Μαρινέλλα με την παρέα της, δέκα άτομα, στο άλλο ο Νταλάρας με άλλα δέκα άτομα και στ' άλλο ο Μητροπάνος! Που να έβγαινα εγώ να τραγουδήσω μπροστά σ' όλους αυτούς; Μου κοβόντουσαν τα πόδια! Εκεί απέκτησα μεγάλη εμπειρία. Εκεί ήρθε ο Παπαδημητρίου, όπως εκεί με άκουσε ο Άκης Πάνου.

Μια στάση τότε στον Άκη Πάνου να την κάνουμε στην κουβέντα μας.

Σκάει στο «Χάραμα» ο Άκης Πάνου με μια μικρή παρέα, αλλά τα τραπέζια όλα ήταν κλεισμένα ενάμισι μήνα πριν. Δεν υπήρχε πουθενά να κάτσουν. Η Γαλάνη παίρνει χαμπάρι αμέσως, κάνει νόημα στον μαιτρ και έρχεται απ' το πουθενά ένα τραπέζι. Το στήνουν μεσ' στη μέση και έκατσαν οι άνθρωποι. Τον γνώρισα τον Πάνου και όταν έκανε μετά τις εμφανίσεις του στα «9/8» και στο «Επειγόντως», πήγα και τον βρήκα. Με πήρε μέσα, έκλεισε την πόρτα, «θέλω να μιλήσω με τον φίλο μου»! Βγάλαμε και φωτογραφίες! Μ' αγαπούσε πολύ και πιστεύω πως αν ζούσε θα κάναμε πράγματα. Μάλιστα, το ότι έκανα ένα άλμπουμ - αφιέρωμα στον Άκη Πάνου, μου το πρότεινε ο εταιρειάρχης μου, αφού εκείνος θα αναλάμβανε το δίσκο του Άκη Πάνου με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Κι όταν ο Καζαντζίδης αρρώστησε, ο ίδιος είπε: «Δώστε να πει τα τραγούδια το νέο το παλικάρι, ο μικρός, που θα τα πει καλά». Με παρακολουθούσε ο Καζαντζίδης, μου είχε στείλει και δίσκους του με αφιερώσεις. Έλεγε ωραία πράγματα για μένα στις συνεντεύξεις του! 

Το γνωρίζω. Ας ξαναπάμε στην καλλιτεχνική συνάντηση σας με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου. 

Στο «Χάραμα» τον γνώρισα κι αυτόν. Είχε ήδη κάνει το «Μη φοβάσαι τη φωτιά» με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, αν τα λέω καλά. Θυμάμαι πως έκανα διακοπές το καλοκαίρι στα Κύθηρα και δεν είχαμε κινητά τηλέφωνα. Είχα αφήσει έναν τηλεφωνητή στο σπίτι που έμενα με το τηλέφωνο της πεθεράς μου στην Πάτρα. Είχα ήδη ξαναπαντρευτεί. Με ειδοποιεί η πεθερά μου: «Άφησε μήνυμα ένας Παπαδημητρίου και πάρ'τον σ' αυτό το τηλέφωνο». Πήρα, μου λέει «Γεράσιμε, γίνεται ένα σήριαλ και θα ήθελα να τραγουδήσεις»! «Πολύ ευχαρίστως, κύριε Παπαδημητρίου, όταν γυρίσω στην Αθήνα» του απάντησα. Έτσι έγινε. Το ηχογραφήσαμε άμεσα και μάλιστα με είχε βάλει να εμφανίζομαι και σ' ένα επεισόδιο. Πάρα πολύ με βοήθησε τότε ο Δημήτρης!

Ήταν και απίστευτη η δύναμη της τηλεόρασης εκείνα τα χρόνια.

Μα αυτό θα θέλαμε να γίνεται σήμερα, να αναδεικνύονται ωραία τραγούδια μέσα από ωραία σήριαλ! Τόσα πολλά ζητάμε;

Βλέπατε τηλεόραση εσείς τότε;

Όχι! Τηλεόραση γενικά δεν έβλεπα και δεν βλέπω εκτός από κάποια εξειδικευμένα πράγματα, κάνα εργάκι που το γουστάρω κλπ. 

Αναφέρατε τον Καζαντζίδη πριν. Αληθεύει ότι σας είχε χαρακτηρίσει διάδοχό του ή είναι αστικός μύθος; Όπως και νά'χει, βαριά κουβέντα...

Τη λέξη «διάδοχός» δεν ξέρω αν την έχει πει. Είχα ένα περιοδικό με συνέντευξη του μέσα, που μίλαγε για μένα. Υπάρχει και ραδιοφωνικό υλικό που λέει πάλι για μένα στον κολλητό του, τον Πάνο Γεραμάνη. Κοιτάξτε, αυτά που έλεγε δημόσια για μένα ο Καζαντζίδης ήταν βαριά κληρονομιά, αλλά μόνο σε σχέση με μένα. Δηλαδή, αν ρωτήσετε σήμερα μπορεί να μην ξέρουν ποιος είναι ο Καζαντζίδης ή αν ξέρουν, πολλοί λίγοι να τον εκτιμούν! Δείτε σήμερα τι παίζεται απ' τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις, δούλεψαν πολλοί γι' αυτό! 

Αναφέρεστε στους νεότερους, τους εικοσάρηδες;

Ναι, σ' αυτούς, αν και οι εικοσάρηδες μπορεί να μην ξέρουν ποιος είναι και ο Νταλάρας, ο Θεοδωράκης και ο Μικρούτσικος. Δυστυχώς, το λέω με πόνο. Χάσαμε τη συνέχεια μας, τον κρίκο μας και είναι τουλάχιστον τραγικό! Εμείς τότε τους είχαμε όλους εγγεγραμμένους μέσα μας, ξέραμε καλά ποια ήταν η Φαραντούρη. Βλέπαμε το τέρας, αλλά κάναμε τα στραβά μάτια, λέγαμε «Έλα, μωρέ, πλάκα έχει», δεν το καταλαβαίναμε...Σιγά σιγά, όμως, τα νέα παιδιά που δεν ήξεραν τη Φαραντούρη, μάθανε μόνο το τέρας! Αναφέρομαι στο σκυλοπόπ κυρίως με δεδομένο ότι και στο εξωτερικό τα ίδια τραβάνε. Και έξω δηλαδή δεν προβάλλονται τα καλά τους πράγματα. 

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Να σας πω εδώ μια μικρή ιστορία: Χθες ήμουν στο αμάξι ενός μεταφορέα μαζί και με τον 20χρονο γιο του. Με ρώτησε τα βασικά, τι κάνεις, με τι ασχολείσαι κλπ. Όταν του είπα πως θα σας κάνω συνέντευξη, σας ήξερε. Ο γιος του, πάλι, όχι. Ξέρετε τι μου είπε ο μικρός; «Δεν κάνεις καμιά συνέντευξη απ' τον Οικονομόπουλο και τον Βέρτη να δεις άσπρη μέρα;» Τ' ακούτε τι σας λέω, κύριε Ανδρεάτε; 

Μα αν λέγατε στον πιτσιρικά ότι θα είχατε και τον Νταλάρα συνέντευξη, πάλι μπορεί να μην τον ήξερε. Πρόπερσι ήμουν στη Μυτιλήνη και μας πήρε ένας εικοσάρης με το αυτοκίνητο να μας πάει στο ξενοδοχείο. Περάσαμε πρώτα απ' τα ηχητικά να πάρουμε κάτι απαραίτητο για τη συναυλία. Στον πίνακα ανακοινώσεων του καταστήματος υπήρχε ένας πίνακας γεμάτος με αφιερώσεις και πορτρέτα καλλιτεχνών: Του Νταλάρα, της Αλεξίου, του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, του Μακεδόνα...Κοιτούσε ο πιτσιρικάς και γυρνάει και μου κάνει: «Απ' όλους αυτούς εδώ, δεν ξέρω κανέναν»! Κόντεψα να πεθάνω! Αμάν, είπα, που πάει η Ελλάδα, από ποιους κατοικείται η Ελλάδα; Όταν οι νέοι άνθρωποι δεν έχουν μέσα τους αυτούς τους ανθρώπους, είναι σαν να μην έχουν την Ελλάδα την ίδια. Να μην έχουν ιδέα δηλαδή τι θα πει Δραπετσώνα...Η ζημιά έγινε και ήταν τεράστια, κυρίως με την επιβολή της ιδιωτικής τηλεόρασης. Τότε άρχισε το χοντρό ξεπούλημα...

Μήπως πάτε πολύ πίσω;

Πάω στα θεμέλια που μπήκαν μέχρι να έρθει η κρίση και να μας αποτελειώσει πολιτιστικά. Πάω στην ψεύτικη ευμάρεια, στα χοντρά δάνεια, στη φούσκα του χρηματιστηρίου, όταν όλοι άρχισαν να καπνίζουν πούρα και ν' αγοράζουν ακριβά αυτοκίνητα. Έχασαν την επαφή τους με την αληθινή ελληνική λαϊκή κουλτούρα κι επικράτησε το σκυλάδικο και ο νεοπλουτισμός: Τραγούδια του τύπου «Αγάπη μου, κέρδισα το λότο. Ετοίμασε βαλίτσες, εγώ πάω Μπαχάμες κι εσύ πας στη μάνα σου», δηλαδή η λογική του Ελληναρά που πάει με τις Ρωσίδες και αδιαφορεί για τα πάντα! Όλο αυτό χαρακτήρισε και το τραγούδι. Ζητάμε τώρα τα ρέστα και αναρωτιόμαστε τι έφταιξε. Εμείς οι ίδιοι φταίξαμε! Δεν μπορεί να μου θες σπίτι με πισίνα και τζιπάρα και ουισκιές, που μόλις χθες σταμάτησες να πίνεις κατσικίσιο γάλα απ' το χωριό, γνήσιο και ανόθευτο, το οποίο ποτέ δεν εκτίμησες! Άρα τι τραγούδι θα σε συντροφεύσει σ' όλη αυτή την υποτιθέμενη άνοδο σου; «Πάρ'το γεράνι μου, στη Δραπετσώνα δεν έχουμε ψυχή»; Όχι! «Θα ντυθώ γαμπρός» και «Τό'πε, τό'πε ο παπαγάλος», που τότε γελούσαμε, αλλά δεν ξέραμε πως θα εξέφραζαν το μέλλον της κοινωνίας μας. Και σήμερα, αυτά που γελάμε δείχνουν τον δείκτη της κοινωνίας μας! Αυτός ο Sin Boy, ας πούμε, δείχνει την καταστροφή της γλώσσας μας, πως τα ελληνικά δεν θα υπάρχουν μετά από λίγα χρόνια.

Το πιστεύετε αυτό για μια γλώσσα χιλιάδων χρόνων;

Εκεί πάει, ξεκάθαρα. Δεν το πιστεύω, το φοβάμαι πολύ όμως. Ποιος θα κρατήσει, ποιον νοιάζει το θέμα από τα νέα παιδιά; Και OK, εκφράζει κάποιους, είναι αρκετοί αυτοί οι κάποιοι;

Τον Sin Boy, πάντως, τον έκραξε ο μακαρίτης ο Μαχαιρίτσας και πέσανε να τον φάνε.

Ναι, γιατί ο Sin Boy επικρατεί σήμερα! Δηλαδή αν έλεγες στον μεταφορέα ότι θα'χες τον Sin Boy συνέντευξη, θα σου'λεγε «Νά'ρθω κι εγώ να κεράσω και τους καφέδες σας;» Τους έχουνε είδωλα! Για την αξία τους; Όχι βέβαια, απλά τα περισσότερα αμόρφωτα παιδιά νομίζουν πως τέτοιοι καλλιτέχνες τα έχουν όλα και είναι παραδείγματα προς μίμηση, συμφώνως με το δικό τους αξιακό σύστημα. Είναι σαν τα λαμόγια της πολιτικής που κάποτε θεοποιήθηκαν και έγιναν παραδείγματα προς μίμηση. Κοσκωτάδες, Τσοχατζόπουλοι, που λέγανε όλοι «Ρε συ, αυτός είναι μάγκας, καταφερτζής, κοίτα τι έκανε! Κι εσύ κάθεσαι, φουκαρά, με το σταυρό στο χέρι»! Ακόμα τ' ακούς αυτό! Εγώ θυμάμαι μια ζωή την εργατιά σε συνθήκες δύσκολες κι όμως μετά είχαν την καλή διάθεση να πίνουν ένα τσιπουράκι, να έχουν όρεξη να κάνουν έρωτα με τη γυναίκα τους, να δώσουν χρήματα για το μέλλον των παιδιών τους και να μην έχουν ανάγκη τα παραπάνω λεφτά, πόσο μάλλον αν ήταν και βρώμικα. Σήμερα, λοιπόν, δεν ισχύουν όλα αυτά. Η απόκτηση χρημάτων είναι το Νο 1 ζητούμενο.

Έτσι όπως τα λέτε, σας φαντάζεται κανείς σαν ένα λαϊκό τραγουδιστή άλλης εποχής μέσα σ' ένα κουτούκι με τα μπουζούκια και τις κιθάρες του. Ποια είναι η πραγματικότητα που σας εκφράζει, όμως;

Ακριβώς, καλή ερώτηση, γιατί δεν είναι αυτή η εικόνα μου, ούτε και θέλω να την έχω! Ούτε συμφωνώ, επίσης, μ' αυτούς που λένε όλη την ώρα «Κοίτα τι κάνανε οι παλιοί». Ναι, καλοί οι ρεμπέτες, κάνανε, αλλά κι εμείς θα κάνουμε. Τι είμαστε εμείς, άχρηστοι; Δεν κατάλαβα. Θα πάρουμε παράδειγμα τα καλά που έκαναν αυτοί, γιατί έκαναν και πολλές σαβούρες κι εκεί είναι η κόντρα μου με πολλούς ρεμπετολάγνους που θεωρούνται τόσο πιο εξπέρ, όσο πιο άγνωστα ρεμπέτικα ανακαλύπτουν! Μα τα άγνωστα τραγούδια μείνανε πίσω, γιατί ήτανε χάλια προφανώς.

Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει πως μέσα απ' το σύνολο του ρεμπέτικου, άντε ν' αξίζουν 100 τραγούδια.

Μαζί του είμαι! Κάποιοι ρεμπετολάγνοι χαρακτηρίζουν ακόμη και τους εαυτούς τους ρεμπέτες και δασκάλους. Τι ρεμπέτης, ρε, και δάσκαλος με τη ζωή που κάνεις; Που έχεις όλη την ώρα το κινητό στα χέρια, ενώ μου προτείνεις τραγούδια που η ζωή είναι 500 χρόνια πριν απ' τον Βαμβακάρη;

Ας είμαστε λίγο πιο επιεικείς με τους ερευνητές που έχουν το μικρόβιο της καταγραφής.

Εντάξει, δε λέω, καλή είναι η έρευνα, αλλά να βρίσκονται τραγούδια που να διαπραγματεύονται ένα θέμα στο πλαίσιο αφιερωμάτων. Μην ψάχνουμε, εννοώ, τους Sin Boy της κάθε εποχής, γιατί είναι και αδόκιμος ο όρος και ας μου συγχωρεθεί που τον χρησιμοποιώ τώρα. Το παιδί κάνει μια επιτυχία και οφείλουμε να τη σεβόμαστε την επιτυχία του καθενός. Κάτι θα κάνει καλά, αλλά εμένα αυτό που μ' ενοχλεί και που το είπα είναι ότι κακοποιεί την ελληνική γλώσσα. 

Να σας πω κι εγώ κάτι; Αν δεν είχε μιλήσει τότε ο Μαχαιρίτσας, εγώ θα αγνοούσα την ύπαρξη του. 

Εμένα μου τα λένε όλα οι κόρες μου, που τα παρακολουθούν. Ασχολούνται με τα social media, τα sites και τα βρίσκουν όλα μπροστά τους. Μου τα δείχνουν και μένα πληροφοριακά. Κι αν απλά ο κόσμος ενημερώνεται, σιγά - σιγά του περνάνε αυτά που θέλουνε. Δεν είσαι ο ίδιος μετά από ένα τέτοιο άκουσμα!

Υπερβολικός μου ακούγεστε.

Καθόλου, είναι σαν να έχεις δει μία ταινία. Εγώ είχα δει φαντάρος τον «Εξορκιστή» κι από τότε είμαι άλλος. Καταρχάς το ίδιο βράδυ πήγα στη σκοπιά 12 - 2 κι όλο έβλεπα δαίμονες μεσ' στα σκοτάδια. Με είχε κλονίσει ο «Εξορκιστής»! 

Αυτό δεν περίμενα να τ' ακούσω απ' τον Γεράσιμο Ανδρεάτο, το ομολογώ. Πείτε μου πως βλέπετε τη νέα γενιά του έντεχνου.

Η Μποφίλιου και η Ζουγανέλλη είναι δύο πολύ καλές τραγουδίστριες. Ο Μουζουράκης και ο Μαραβέγιας έχουν συνδυάσει την performance με την τραγουδοποιία με μεγάλη επιτυχία. Πιστεύω πως εν τη απουσία άλλου υλικού, αυτοί βασιλεύουν, χωρίς φυσικά να σημαίνει ότι δεν έχουν αξία. Πιστεύω τους έχει δοθεί μεγαλύτερη δημοσιότητα, απ' ότι το ρεπερτόριο τους θα δικαιολογούσε. Δηλαδή ενώ δεν έχουν αφήσει μεγάλα τραγούδια, η φήμη που απολαμβάνουν είναι ισάξια της Φαραντούρη και της Τσανακλίδου, της Γαλάνη και του Νταλάρα. Φοβάμαι πως τις τραγουδιστικές τους ικανότητες, δεν τις έχουν διοχετεύσει στο κατάλληλο υλικό. 

Απ' την άλλη, όμως, υπάρχει ο Θέμης Καραμουρατίδης που γράφει πια για τις μεγαλύτερες φωνές.

Ξέρετε κάτι; Καλός είναι ο Καραμουρατίδης. Απλώς καλός, όμως! Δεν είναι Μούτσης, δεν είναι Κατσιμίχας, δεν είναι Λαυρέντης!  

Δεν θα κάνατε δηλαδή ένα δίσκο μαζί του;

Μπορεί αν μου άρεσαν τα τραγούδια του, να έκανα. Δεν θα το επεδίωκα, όμως, δεν θα πήγαινα να τον βρω να του πω «Κάνε μου δίσκο, καίγομαι για σουξέ». Ξέρω ότι έχει δύναμη αυτή τη στιγμή, αλλά δεν πιστεύω ότι αρκεί μόνο η δική του δύναμη για να κάνω εγώ κάτι, όντας απ' έξω απ' όλους αυτούς. Δεν αναφέρομαι φυσικά στα παιδιά, μην παρεξηγηθώ, αλλά στο σύστημα. Ίσα - ίσα με τον Καραμουρατίδη συναντηθήκαμε τυχαία, χαιρετηθήκαμε εγκάρδια και μου'πε το παιδί ότι μ' εκτιμάει. Επίσης, ένα τραγούδι του Καραμουρατίδη που λέει ο Μάλαμας, το «Όσοι αγάπησαν δεν είναι τόσο αθώοι» με στέλνει κανονικά, είναι τραγουδάρα! Δυναμίτης, τό'χω πει κι εγώ.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Κι εσείς διανύσατε την ίδια περίοδο δημιουργικότητας με τον Μάλαμα, μια και αναφέρεται κι αυτός στη συζήτηση μας.

Τη διένυσα και με διέλυσε (γέλια). 

Εννοείτε ότι ο Μάλαμας ακούγεται ακόμα, ενώ εσείς όχι; Αν λέτε αυτό, που θα το αποδίδατε;

Μία από τις αιτίες ήταν ότι εκείνη την περίοδο με προσέγγισαν δύο πολύ μεγάλα ονόματα της show biz, που δεν θα σας πω ποιοι είναι. Επέμεναν και τότε αυτοί ήταν κράτος εν κράτει. Φοβόμουν, μου έλεγαν «Θα κάνεις ότι σου πούμε και θα γίνεις ο Νο 1, γιατί τώρα βγαίνουν άλλοι και θα σου πάρουν τη σειρά». Δεν συνεργάστηκα, γιατί δεν ήθελα να κάνω ότι μου λένε. Ε, αυτό το πλήρωσα ακριβά, αλλά δεν το μετανιώνω! Ο ένας απ' αυτούς ήταν τότε σε κραταιό ραδιοφωνικό σταθμό, έβαζε τραγούδια μου στη γιορτή μου και στα γενέθλια μου για να μου ευχηθεί χρόνια πολλά. Έλεγε χαρακτηριστικά «Με την υποδειγματική ερμηνεία του Γεράσιμου Ανδρεάτου», αλλά μόλις εγώ αρνήθηκα τη συνεργασία, πάει περίπατο η υποδειγματική ερμηνεία! Τον άκουσα με τα αυτιά μου σε εκπομπή - μουσική αποτίμηση της χρονιάς, να σχολιάζει κάποιος «Έβγαλε κι ο Ανδρεάτος το ''Στοίχημα''» κι αυτός να πετάγεται, του στυλ «Έλα, μωρέ, τώρα»... 

Στον αέρα αυτό;

Στον αέρα! Και μετά αυτός πήρε έναν άλλο τραγουδιστή της γενιάς μου και τον βοήθησε πάρα πολύ. Πολύ σημαντικό ήταν αυτό. Μετά ήρθε και η οπισθοχώρηση, να την πω, της δισκογραφίας που καταποντίστηκε. Εγώ είχα στήριγμα τότε μόνο τη δισκογραφική μου και όχι ανθρώπους σαν κι αυτούς, που ήρθαν και με βρήκανε. Όταν η εταιρεία πουλήθηκε στον Γιαννίκο, αδειάστηκα 100% και δεν είχα κανένα στήριγμα. Βρέθηκα εντελώς μόνος μου, εκεί που οι άλλοι είχαν κάνει τις συμμαχίες τους και συνέχισαν να υπάρχουν σαν να μην άλλαξε τίποτα.

Σας επηρέασε αυτό ψυχολογικά;

Ναι, με επηρέασε. Στενοχωρήθηκα και μου βγήκαν διάφορα ψυχοσωματικά προβλήματα. Έκανα γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση. Ξέρετε τι είναι να ξέρω ποιος είμαι και να μη μπορώ πια να το δείξω; Είχα φοβηθεί πάρα πολύ, ευτυχώς όμως τα τελευταία χρόνια είμαι καλύτερα από ποτέ. Πρέπει να πω ότι εμείς οι τραγουδιστές δεν είμαστε τίποτα άλλο από φτερά στον άνεμο. Αν βρεθεί ένας συνθέτης να μας δώσει ένα τραγούδι και μια εταιρεία να μας υποστηρίξει, ναι, διαφορετικά δεν υπάρχουμε! Στο μεταξύ, αμέσως μετά την εποχή με το σκάσιμο το καλό, που σας έλεγα, ήρθαν οι τραγουδοποιοί που έλεγαν μόνοι τους τα τραγούδια τους. Κι εμείς, οι καθαροί τραγουδιστές, δεν είχαμε υλικό να τραγουδήσουμε.

Το ίδιο μου'χε πει 20 χρόνια πριν ο Γιώργος Νταλάρας, ότι κανείς άλλος τραγουδοποιός, πλην των Κατσιμιχαίων και του Ορφέα Περίδη, δεν δικαιούται να λέει ο ίδιος τα τραγούδια του. 

Μα δεν είδατε που ο Νταλάρας μέχρι τον Μπρέγκοβιτς πήγε και βρήκε τότε για να έλεγε κάτι καλό καινούργιο; Συμφωνώ απόλυτα, λοιπόν, με τον Νταλάρα, γιατί έτσι ήταν. Υπάρχουν εξαιρετικοί τραγουδοποιοί που έκαναν και καριέρα τραγουδιστή. Πέρασε τόσο πολύ αυτό, που τους φώναζαν να λένε τραγούδια άλλων. 

Συγγνώμη που θα το πω, αλλά γιατί όταν είδατε ότι η κατάσταση είχε επιπτώσεις στην υγεία σας, καθόσασταν και στενοχωριόσασταν και δεν κάνατε ένα τηλέφωνο στους Κατσιμιχαίους, στη Γαλάνη, σε ανθρώπους που είχατε δουλέψει μαζί τους; Να τους λέγατε «Παιδιά, είμαι κι εγώ εδώ, υπάρχω ακόμα»...

Γιατί στην ουσία δεν είχα «φύγει», δεν είχα αποχωρήσει. Όλο αυτό το πέρασα μέσα από τη δουλειά. Είναι τα χρόνια που δούλευα στη μουσική σκηνή «Δίπλα στο Ποτάμι», κάνοντας εκπληκτικές συνεργασίες. Δεν ήμουν πολύ καλά, όμως, και γι' αυτό διάλεξα έναν πιο ταπεινό καλλιτεχνικό χώρο που να μην πρέπει ν' αποδείξω τι «τραγουδισταράς» είμαι. Δεν είχα σταματήσει καθόλου και ευτυχώς γιατί μπορεί να μην το ξανάβρισκα το νήμα. 

Πάντως, περάσατε κι οι τραγουδιστές την παντοδυναμία σας τις προηγούμενες δεκαετίες.

Αυτό πληρώσαμε κι ήρθαν οι τραγουδοποιοί μετά. Εγώ, αν και τραγουδιστής, εναντιωνόμουν σ' αυτό. Γιατί να κάνει δίσκο ένας τραγουδιστής με κομμάτια διαφόρων και να μην υπήρχε ένας συνθέτης, τον οποίο θα τραγουδούσαν όσες φωνές αυτός θα ήθελε; Όπως έκανε ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ας πούμε, που είναι τεράστιος συνθέτης και συνεργαστήκαμε κιόλας σε ένα δίσκο του, την «ΑναΓέννηση». Το σύστημα έχει γίνει πολύ αμείλικτο, πιστεύω εγώ! Δεν θέλω να φανώ γκρινιάρης, ωστόσο, για να σας πω την αλήθεια. 

Πως δικαιολογείτε την τάση του κοινού να ταυτίζεται με φωνές του παρελθόντος; Βελεσιώτου - Μπέλλου, Χαρούλης - Ξυλούρης, αλλά και Ανδρεάτος - Καζαντζίδης, όπως θα έλεγε κάποιος λίγο παλιότερα.

Δεν το έκανα ποτέ εγώ αυτό, φερόμενος έξυπνα. Όποιος πάει να συγκριθεί με οποιοδήποτε θρυλικό τραγουδιστή του παρελθόντος, θα τον καταπιεί το πηγάδι. Εμένα δεν με ταύτισε το κοινό με τον Καζαντζίδη, ασχέτως αν λέω λαϊκά τραγούδια ή αν ο ίδιος ο Καζαντζίδης μίλησε καλά για μένα. Άλλος μου'χει πει ότι η φωνή μου του θύμιζε τον Τζανετή και άλλος τον Γαβαλά. Με κανέναν δεν με έχει ταυτίσει ο κόσμος. Απλά ο κόσμος ψάχνεται για συγκεκριμένες συνδέσεις με το παρελθόν που αναδύουν Ελλάδα. Καλό είναι μέχρι ενός σημείου.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Κύριε Ανδρεάτε, βρισκόμαστε με αφορμή την έκδοση ενός διπλού live CD - comeback σας, θα λέγαμε. Γιατί δεν έχουμε πρωτότυπα καινούργια τραγούδια, αλλά μόνο επανεκτελέσεις και ντουέτα;

Ουσιαστικά ήταν ένα υλικό που τό'χα φυλαγμένο εδώ και τρία χρόνια, από τότε που έγινε η συναυλία στο Βεάκειο Θέατρο και που θεωρώ ότι με τίμησε ιδιαίτερα η σύμπραξη με τόσους συναδέλφους καλλιτέχνες. Όχι μόνο ήρθαν και τραγούδησαν μαζί μου, αλλά δέχτηκαν να μπουν και στο δίσκο μου. Βρήκα μια εταιρεία που πιστεύει σε μένα, που τα βρίσκουμε και που βάζουμε τις βάσεις για την καινούργια δουλειά που θα κυκλοφορήσει σε λίγο καιρό. Πιστέψαμε πως μ' αυτό το δίσκο θα βοηθιόμουν για να γίνει αισθητή ξανά η παρουσία μου στα ραδιόφωνα, στα μέσα, στο τραγούδι γενικότερα, στους ανθρώπους που με παρακολουθούν. Ήταν, επομένως, η κατάλληλη στιγμή για να έβγαινε αυτό το διπλό live CD τώρα. 

Πείτε μου τι προσδοκάτε απ' την έκδοση αυτή.

Να ξαναθυμηθεί ο κόσμος ότι είμαι εδώ, ότι είμαι παρών και ότι τραγουδάω λαϊκά και έντεχνα. Να θυμηθεί ακόμη ποια ήταν τα τραγούδια που είχα πει σε πρώτη εκτέλεση και με έχουν καταξιώσει όλα αυτά τα χρόνια. Τέλος, ποιοι είναι οι σημαντικοί άνθρωποι που σήμερα στηρίζουν την παρουσία μου. 

Πως μεταφράζεται το 2020 το να πουλήσει καλά ένας δίσκος;

Σίγουρα όχι με χρήματα πια. Αν δοθούν στο δίσκο κατάλληλες ευκαιρίες και σ' αυτό θα έχω κι εγώ την ευθύνη, πιστεύω ότι θα βγει κάτι σημαντικό. Αν αρχίσουν ν' ακούγονται τα ντουέτα μου με τη Βιτάλη, τον Θαλασσινό, τη Βελεσιώτου, τον Σκουλά και τον Κορακάκη, ίσως ξαναρχίσουν κι οι άνθρωποι του χώρου να σκέφτονται πράγματα από μένα και για μένα. 

Θέλω να μου αναφέρετε τα πιο κομβικά καλλιτεχνικά ονόματα στην πορεία σας.

Ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας, ο Βαγγέλης Κορακάκης, ο Παντελής Θαλασσινός, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου. 

Και ποιες ανδρικές φωνές θα ξεχωρίζατε, ανεξαρτήτως της καριέρας που έκαναν;

Όλοι οι τραγουδιστές της γενιάς μου είναι αξιόλογοι. Πολύ ωραίος τραγουδιστής είναι ο Μανώλης Λιδάκης. Ο Κότσιρας, ο Μπάσης, ας μην τους συγκρίνουμε μεταξύ τους. Ο Μιχάλης Δημητριάδης, επίσης, που βγήκε πριν από μένα. Ο Κώστας Μάντζιος, εξαιρετικός - αυτός κι αν έχει αδικηθεί απ' το σύστημα! Ο Καρακότας από τη Θεσσαλονίκη είναι καλός τραγουδιστής. Εξαιρετικός τραγουδιστής είναι και ο Παντελής Θεοχαρίδης και με σημαντική δισκογραφία, αλλά για να πάμε και πιο πίσω, λατρεύω τη φωνή του Γιώργου Μεράντζα και του Λάκη Χαλκιά. Ο Χαλκιάς έχει φωνή - ηφαίστειο!

Τελειώσαμε, κύριε Ανδρεάτε. Εύχομαι για το 2020 να κάνει επιτυχία ο καινούργιος σας δίσκος και ότι άλλο θα έρθει.

Εγώ εύχομαι το 2020 να είναι μια πάρα πολύ καλύτερη χρονιά για την Ελλάδα και για όλο τον κόσμο, για την κοινωνία μας και τον τρόπο ζωής μας. Τόσο καλή χρονιά νά'ναι που να αντικατοπτριστεί και μέσα από το τραγούδι. Πολύ σας ευχαριστώ! 

* Ο δίσκος του Γεράσιμου Ανδρεάτου «Ζωντανά στο Βεάκειο» (2 CD) κυκλοφορεί από τη RELOAD (GENERAL MUSIC) και συμμετέχουν η Ελένη Βιτάλη, η Πίτσα Παπαδοπούλου, ο Παντελής Θαλασσινός, ο Βαγγέλης Κορακάκης, η Φωτεινή Βελεσιώτου και ο Βασίλης Σκουλάς.