RSF: «Ο Γ. Οικονόμου δεσμεύτηκε να καταστεί παράνομη η χρήση spyware στην Ελλάδα»

Σοβαρή δέσμευση από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο στη συνάντησή του με τον εκπρόσωπο των RSF

5591316

Νομοσχέδιο με βάση το οποίο θα καταστεί παράνομη η χρήση κακόβουλου λογισμικού παρακολούθησης στην Ελλάδα, φέρεται να υποσχέθηκε στους Ρεπορτερ Χωρίς Σύνορα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου, κατά τη διάρκεια συνάντησης που είχε τη Δευτέρα, με τον υπεύθυνο της οργάνωσης για τις χώρες της ΕΕ και των Βαλκανίων, Πάβολ Σζλάι.

Στην αναφορά για τη συνάντηση, οι RSF τονίζουν ότι «απαντώντας στο αίτημα του Pavol Szalai να νομοθετήσει για τα spyware, ο Ιωάννης Οικονόμου υποσχέθηκε στη συνάντηση ότι η κυβέρνηση «θα προτείνει σύντομα νόμο για να καταστήσει παράνομη τη χρήση spyware, ενώ επανέλαβε ότι οι ελληνικές αρχές δεν προμήθευσαν ούτε χρησιμοποίησαν το Predator».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Pavol Szlai από RSF: Το Documento βοηθάει στον πλουραλισμό του Τύπου στην Ελλάδα (video)

Παράλληλα, οι RSF σημειώνουν ότι στη συνάντηση ο Σζλάι απαίτησε από τον Υπουργό να συζητήσει με τη δημοσιογραφική κοινότητα τις λεπτομερείς συστάσεις της RSF με στόχο την αντιμετώπιση της έλλειψης δικαστικής εποπτείας σε περιπτώσεις παρακολούθησης για λόγους εθνικής ασφάλειας, την έλλειψη εγγυήσεων κατά της κατάχρησης της παρακολούθησης, ειδικά κατά της υποκλοπής δημοσιογράφων και την έλλειψη σαφούς ορισμού της “εθνικής ασφάλειας”».

«Το χάσμα δυσπιστίας μεταξύ των Ελλήνων δημοσιογράφων και των αρχών έχει διευρυνθεί περαιτέρω από τις πρόσφατες αποκαλύψεις παρακολούθησης δημοσιογράφων από την υπηρεσία πληροφοριών και με τη χρήση κακόβουλου λογισμικού spyware. Εάν οι αρχές δε θέλουν η ελληνική δημοκρατία να πλησιάσει ακόμη πιο κοντά στην άβυσσο, οι υπεύθυνοι για τις αυθαίρετες υποκλοπές δημοσιογράφων πρέπει να οδηγηθούν ενώπιον της δικαιοσύνης, ενώ το νέο νομικό πλαίσιο που δεσμεύτηκε η κυβέρνηση πρέπει να είναι ταυτόχρονα φιλόδοξο και να λαμβάνεται υπόψη η διαβούλευση με τα κύρια ενδιαφερόμενα μέρη: τους δημοσιογράφους», δηλώνει από την πλευρά του μετά τη συνάντηση με τον κ. Οικονόμου, ο Πάβολ Σζλάι.

Παράλληλα στην αναφορά τονίζεται ότι ο εκπρόσωπος της οργάνωσης συναντήθηκε και με τον διοικητή της ΑΔΑΕ Χρήστο Ράμμο, ο οποίος τόνισε ότι η τροπολογία της κυβέρνησης Μητσοτάκη που εμποδίζει τους παρακολουθούμενους να μαθαίνουν από την ΑΔΑΕ ότι έχουν παρακολουθηθεί μετά το πέρας της διαδικασίας από την ΕΥΠ, «είναι αντίθετη με τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων»

Ολόκληρη η αναφορά των RSF για τις δύο σημαντικές συναντήσεις του Πάβολ Σζλάι με τον Γιάννη Οικονόμου και τον Χρήστο Ράμμο έχει ως εξής:

Εάν οι ελληνικές αρχές θέλουν να κερδίσουν ξανά την εμπιστοσύνη των δημοσιογράφων, πρέπει να τους προστατεύσουν αποτελεσματικά από την αυθαίρετη παρακολούθηση και να αποδώσουν δικαιοσύνη για τη δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ το 2021. Σε συνάντηση με τον αναπληρωτή υπουργό επί πρωθυπουργίας στην Αθήνα, οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF) έκαναν συγκεκριμένες συστάσεις για τη νομική μεταρρύθμιση και για τη διερεύνηση της δολοφονίας.

«Το χάσμα δυσπιστίας μεταξύ των Ελλήνων δημοσιογράφων και των αρχών έχει διευρυνθεί περαιτέρω από τις πρόσφατες αποκαλύψεις παρακολούθησης δημοσιογράφων από την υπηρεσία πληροφοριών και με τη χρήση κακόβουλου λογισμικού spyware. Εάν οι αρχές δεν θέλουν η ελληνική δημοκρατία να πλησιάσει ακόμη πιο κοντά στην άβυσσο, Οι υπεύθυνοι για τις αυθαίρετες υποκλοπές δημοσιογράφων πρέπει να οδηγηθούν ενώπιον της δικαιοσύνης, ενώ το νέο νομικό πλαίσιο που δεσμεύτηκε η κυβέρνηση πρέπει να είναι ταυτόχρονα φιλόδοξο και να λαμβάνεται υπόψη η διαβούλευση με τα κύρια ενδιαφερόμενα μέρη: τους δημοσιογράφους» δηλώνει ο Pavol Szalai, Επικεφαλής του γραφείου της RSF για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα Βαλκάνια

Ο εκπρόσωπος της RSF ζήτησε από τον Υφυπουργό στον Πρωθυπουργό και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, Ιωάννη Οικονόμου, στη συνάντησή τους στις 10 Οκτωβρίου να ανοίξουν διάλογο για συνολική μεταρρύθμιση των νομικών διασφαλίσεων κατά της αυθαίρετης παρακολούθησης δημοσιογράφων. Απαίτησε από τον Υπουργό να συζητήσει με τη δημοσιογραφική κοινότητα τις λεπτομερείς συστάσεις της RSF με στόχο την αντιμετώπιση της έλλειψης δικαστικής εποπτείας σε περιπτώσεις παρακολούθησης για λόγους εθνικής ασφάλειας, την έλλειψη εγγυήσεων κατά της κατάχρησης της παρακολούθησης, ειδικά κατά της υποκλοπής δημοσιογράφων και την έλλειψη σαφούς ορισμού της «εθνικής ασφάλειας».

Η αυθαίρετη κατασκοπεία του Θανάση Κουκάκη που κάλυπτε οικονομικές υποθέσεις, και του Σταύρου Μαλιχούδη που ασχολείται με θέματα μετανάστευσης, από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) κατέστη δυνατή με το ισχύον νομικό πλαίσιο. Οι ανεπάρκειές του επιδεινώνονται περαιτέρω από την απουσία ειδικών διασφαλίσεων κατά της παράνομης χρήσης λογισμικού κατασκοπείας.

Απαντώντας στο αίτημα του Pavol Szalai να νομοθετήσει για τα spyware, ο Ιωάννης Οικονόμου υποσχέθηκε στη συνάντηση ότι η κυβέρνηση «θα προτείνει σύντομα νόμο για να καταστήσει παράνομη τη χρήση spyware», ενώ επανέλαβε ότι οι ελληνικές αρχές δεν προμήθευσαν ούτε χρησιμοποίησαν το Predator. Το spyware μόλυνε το τηλέφωνο και παραβίασε παράνομα το απόρρητο του Θανάση Κουκάκη πέρα ​​από την παρακολούθηση του από την ΕΥΠ. Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις των ελληνικών ΜΜΕ, εταιρεία ιδιοκτησίας του Γενικού Γραμματέα του Πρωθυπουργού -ο οποίος έχει παραιτηθεί έκτοτε- είχε συναλλαγές με την εταιρεία πώλησης Predator. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη ποινική έρευνα και η κοινοβουλευτική έρευνα για την παρακολούθηση δεν έχουν μέχρι στιγμής ρίξει περισσότερο φως στην απόπειρα για την ελευθερία του Τύπου.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεσμεύτηκε στο RSF ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει τις «συνεχείς πρωτοβουλίες» της για τη διεξαγωγή πρόσθετων ελέγχων στη λειτουργία των μυστικών υπηρεσιών. Η RSF πιστεύει ότι το πιο σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η κατάργηση -με αναδρομική ισχύ- της τροπολογίας που εμποδίζει τα άτομα να ενημερώνονται υπό ορισμένες προϋποθέσεις για την προηγούμενη επιτήρησή τους. Μια τέτοια αλλαγή στη νομοθεσία θα επιτρέψει στους δημοσιογράφους να ασκήσουν το δικαίωμά τους για αποτελεσματική ένδικη προστασία.

Η τροπολογία με αναδρομική ισχύ, που καταργεί τα αιτήματα των RSF, ψηφίστηκε τον Μάρτιο του 2021, απαγόρευε στην Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) να ενημερώσει τον Θανάση Κουκάκη εάν βρισκόταν υπό παρακολούθηση από το κράτος. Αν και η κυβέρνηση αρνείται ότι ο ισχυρισμός του δημοσιογράφου στην ΑΔΑΕ ήταν ο λόγος για την τροπολογία, αυτή ψηφίστηκε λίγο μετά το αίτημα του Κουκάκη στην Αρχή. Αργότερα διέρρευσαν στον Τύπο αξιόπιστες πληροφορίες για τις υποκλοπές και των δύο δημοσιογράφων.

Στην αποστολή του στην Ελλάδα, ο Pavol Szalai συζήτησε επίσης τις συστάσεις της RSF με τον Πρόεδρο της ΑΔΑΕ και πρώην δικαστή του Συμβουλίου της Επικρατείας, Χρήστο Ράμμο. «Όπως έχω ήδη γράψει μαζί με τους συναδέλφους μου σε άρθρο, η τροπολογία – σύμφωνα με την οποία η ΑΔΑΕ απαγορεύεται ρητά να γνωστοποιεί στους στοχευόμενους τη νόμιμη υποκλοπή των επικοινωνιών τους για λόγους εθνικής ασφάλειας στο παρελθόν – είναι αντίθετη με την σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», δήλωσε ο Πρόεδρος της Αρχής στη συνάντηση με την RSF στις 11 Οκτωβρίου. Πρόσθεσε ότι «είναι υπέρ της βελτίωσης του νομικού πλαισίου που ρυθμίζει τη νόμιμη υποκλοπή στην Ελλάδα, προκειμένου να διασφαλιστούν καλύτεροι έλεγχοι και ισορροπίες στην όλη διαδικασία και να επιτευχθεί αποτελεσματικότερη προστασία του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή των πολιτών που κατοχυρώνεται στο το σύνταγμα”.

Το χάσμα μεταξύ της συνταγματικής εγγύησης και της αντίληψης της αποτελεσματικότητάς της από τους δημοσιογράφους στην Ελλάδα δύσκολα μπορεί να είναι μεγαλύτερο σε μια δημοκρατία. Ο φόβος των δημοσιογράφων για μαζική παρακολούθηση και η δυσπιστία προς τις αρχές που είναι αρμόδιες για την προστασία τους έχει καταδειχθεί από μια ανοιχτή επιστολή του Σεπτεμβρίου που ζητούσε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να ελέγξει τα τηλέφωνά τους για spyware.

Σκάνδαλο στην Καρδίτσα: Έδωσαν επιδόματα σε πάνω από 2.000 άτομα και είπαν πως έχασαν τα δικαιολογητικά στον «Ιανό»

χρήματα Ιανος

Σκάνδαλο στην Καρδίτσα: Έδωσαν επιδόματα σε πάνω από 2.000 άτομα και είπαν πως έχασαν τα δικαιολογητικά στον «Ιανό»

Το ελληνικό δημόσιο συνολικά ζημιώθηκε με 3.6 εκατομμύρια ευρώ, ενώ συνελήφθησαν τρεις υπάλληλοι