Ποιος θα το σηκώσει στο Κατάρ; Ποιος νοιάζεται;

Ο Νίκος Παπαδογιάννης επιστρέφει νοερά στα δύο Μουντιάλ που παρακολούθησε εκ του σύνεγγυς στις δύο πινέζες του χάρτη. Και νοσταλγεί τη χαμένη προσμονή άλλων εποχών.

Μήπως γνωρίζει κανείς πώς βρέθηκα διαπιστευμένος για λογαριασμό του Βήματος, όπου δεν έχω δουλέψει ποτέ, σε ολόκληρο Μουντιάλ; Ούτε κι εγώ. Γνωρίζω όμως ότι ήταν το δεύτερο της ζωής μου, ότι πήγα μόνο στην Ιαπωνία για την τελική φάση (και καθόλου στην Κορέα), ότι δεν έγραψα ποτέ ούτε μία αράδα για το Βήμα της Κυριακής, ότι στην αληθινή ζωή ήμουν απεσταλμένος του Σπορ FM και ότι είδα για δεύτερη φορά τη Βραζιλία να κατακτά τον παγκόσμιο τίτλο, τον καιρό που ο Νεϊμάρ ήταν παιδάκι στις φαβέλες του Σάο Πάουλο: το 1994 στο Λος Άντζελες και ξανά το 2002 στη Σαϊτάμα.

Δεν περνούσε φυσικά από το μυαλό μου ότι τέσσερα χρόνια αργότερα θα ζούσα στον ίδιο τόπο ένα μπασκετικό θαύμα. Αλλά βγήκα εκτός θέματος και μπορώ να μιλάω για ώρες για το Μουντομπάσκετ του 2006. Άλλο ξεκίνησα να σας λέω. Για τα Μουντιάλ της ζωής μου, που θα γίνονταν φέτος τρία, αν δεν έχανα την τελευταία στιγμή το αεροπλάνο για τη Ντόχα.

Ήμουν παρών στον τελευταίο αγώνα του Ντιέγκο Μαραντόνα με την Εθνική ομάδα, Αργεντινή-Νιγηρία στις 25 Ιουνίου του ’94 και του πήρα και δηλώσεις, εγώ στο πάτωμα και εκείνος σκαρφαλωμένος στους ώμους του Κανίχια, σε κατάσταση ένθεης μανίας. Άκουσα τον Σωτηρακόπουλο να ανακοινώνει από μικροφώνου σε συνάθροιση Ελλήνων μπρούκληδων ότι «πιάστηκε ντοπέ ποδοσφαιριστής του Ομίλου μας, ονόματα δεν λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε, αλλά είναι Αργεντινός και φοράει το νούμερο 10».

Έχω δει τη μακαρίτισσα Ουίτνεϊ Χιούστον να τραγουδάει μέσα στο καλιφορνέζικο λιοπύρι πριν από τελικό και την Νταϊάνα Ρος να αστοχεί σε πέναλτι από 5 μέτρα. Ήμουν αυτόπτης μάρτυς όταν η Βραζιλία νίκησε την Αγγλία με την τυχερή λόμπα του Ροναλντίνιο, σε μία πόλη της Ιαπωνίας ονόματι Σιζουόκα στη σκιά του, καλοκαιριάτικα χιονισμένου, όρους Φούτζι.

Παρακολούθησα την Τουρκία, τη Σουηδία και τη Βουλγαρία να παίζουν σε μουντιαλικούς ημιτελικούς και να μη πιστεύουν στην τύχη τους. Έζησα τον πυρετό χιλιάδων εμιγκρέδων της Νέας Υόρκης πριν από αναμέτρηση Ιταλίας-Ιρλανδίας. Θαμπώθηκα από την καράφλα του Λέτσκοφ. Μούντζωσα τον Ρομπέρτο Μπάτζο όταν έστειλε εκείνο το πέναλτι στον γαλάζιο ουρανό της Πασαντίνα.

Παρακολούθησα τον Βάιο Καραγιάννη να παίζει σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου. Στοιχημάτισα με άλλους Έλληνες συναδέλφους στις πόσες πάσες θα πετύχαιναν συμπαίκτη οι Έλληνες διεθνείς, στην τελευταία προπόνηση πριν το 0-4 από τη Βουλγαρία. Μοιράστηκα τη σκασίλα των Ελλήνων ομογενών της Βοστώνης για το 0-0-10 του Αλκέτα και τους υποσχέθηκα -ευτυχώς βάσιμα- ότι «έρχεται η Εθνική μπάσκετ να σας αποζημιώσει».

Ένιωσα τα τύμπανα των αυτιών μου να τρυπάνε από τις στριγγλιές μικρών παρθένων της Άπω Ανατολής για τον ωραίο Ντέιβιντ Μπέκαμ. Στριμώχτηκα σε τρένο σινκάνσεν μαζί με χιλιάδες Άγγλους που έκλαιγαν με μαύρο δάκρυ. Μύρισα τον τίμιο ιδρώτα των Τούρκων φιλάθλων από ποδοσφαιρικές φανέλες που συμπλήρωναν έναν μήνα μακριά από απορρυπαντικό.

Είδα Βραζιλιάνους δημοσιογράφους να μελαγχολούν παρά την κατάκτηση του τροπαίου, επειδή διαψεύστηκαν τα δυσοίωνα προγνωστικά τους και αποκαθηλώθηκαν τα ικριώματα που είχαν στηθεί για τον Φελιπάο Σκολάρι. Θαύμασα ωστόσο τη Βραζιλία των τεσσάρων R και πάνω απ’όλους τον πραγματικό Ρονάλντο. Σκιάχτηκα με το θωρηκτό που άκουγε στο όνομα Όλιβερ Καν.

Είδα Έλληνες δημοσιογράφους να κουτρουβαλιάζουν δέκα δέκα τα σκαλιά για να προφτάσουν ένα τσιγάρο στη ζούλα πριν την παράταση, αφού ήδη το 1994 απαγορευόταν το κάπνισμα στα γήπεδα των ΗΠΑ. Διάβασα θυμωμένος τη συνέντευξη-μαϊμού του Ρασίντ Γεκινί που δημοσιεύτηκε την επόμενη μέρα σε άλλη εφημερίδα, ενώ ο «ερυθρόλευκος» Νιγηριανός είχε μιλήσει μόνο σε μένα, δηλαδή στην Ελευθεροτυπία.

Ξέχασα ένα γιλέκο και τρεις γραβάτες σε ένα ξενοδοχείο στο Ντάλας, από τη φούρια μου να προλάβω το αεροπλάνο για το Χιούστον όπου έπαιζαν την ίδια μέρα Ρόκετς-Νικς. Ξέμεινα από βενζίνη 1,5 χιλιόμετρο πριν το αεροδρόμιο του Λος Άντζελες και έτρεχα με μπιτόνι στα χέρια, να βρω ανοιχτό πρατήριο.

Κλειδώθηκα μέσα σε μπαρ μαζί με 7-8 Γιαπωνέζους που δεν είχα ξανασυναντήσει στη ζωή μου, ωστόσο επέμεναν να με κεράσουν άλλη μία μπύρα ή δέκα-δώδεκα. Ικέτευσα, του κάκου, για μία από τις εκείνες τις υπέροχες μπλε φανέλες της Εθνικής Ιαπωνίας.

Καθεμία από τις παραπάνω αναφορές θα μπορούσε να γίνει ξεχωριστή ιστοριούλα. Μερικές έγιναν κιόλας, στο βιβλίο μου «O Nίκος Λείπει», που θα σας φανεί χρήσιμο για να περάσουν οι ώρες της ατέλειωτης πτήσης προς τις Φιλιππίνες, στο επόμενο Μουντιάλ του μπάσκετ. Το δεύτερο πνευματικό μου παιδί, «Τα Ματς Της Ζωής Μας», ελπίζει να αποκτήσει καινούριο κεφάλαιο, το ερχόμενο φθινόπωρο.

Το Μουντιάλ που αρχίζει σε μερικές ώρες στην χειμωνιάτικη αλλά καλοκαιρινή Ντόχα, το πρώτο Μουντιάλ της κελεμπίας, θα είναι το 13ο της ζωής μου, το 13ο από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου εννοώ. Οι πρώτες -τηλεοπτικές- ποδοσφαιρικές αναμνήσεις μου προέρχονται από τη διοργάνωση του 1974 στη Γερμανία.

Και …τι αναμνήσεις. Το γήπεδο-λίμνη που άδειαζε με αντλίες πριν τον ημιτελικό των γηπεδούχων με τους Πολωνούς στο Μόναχο, η πολύκροτη νίκη των Ανατολικογερμανών επί των άσπονδων Δυτικών γειτόνων στον πρώτο γύρο (με γκολ κάποιου Σπαρβάσερ, αν θυμάμαι σωστά), το πέναλτι που κέρδισαν οι Ολλανδοί στο 1ο λεπτό του τελικού πριν ακόμη αντίπαλος αγγίξει τη μπάλα. Όλα αυτά, σε εικόνα ασπρόμαυρη. Και με τη φωνή του Διακογιάννη στα αυτιά, να με δονεί ισόβια. Ας είναι καλά, ο κύριος Γιάννης. Νομίζω ότι έχει ακριβώς ίδια ηλικία με το Παγκόσμιο Κύπελλο!

Ακολούθησε η σκασίλα το ’78 για την άδοξη ήττα των ίδιων Ολλανδών από την Αργεντινή, η υπόκλιση στον Πάολο Ρόσι για το 3-2 των Ιταλών επί της Βραζιλίας το ‘82, το σοκ και το δέος για τις παραστάσεις του Μαραντόνα στο Μεξικό, το ατελείωτο χασμουρητό του Italia ’90.

Όταν βεβαίως κάποιος αξιωθεί να παρακολουθήσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο από κοντά, όπως αξιώθηκε η αφεντιά μου το 1994 και το 2002 στις δύο άκρες του παγκόσμιου χάρτη, η οπτική γωνία αλλάζει και οι προσλαμβάνουσες διαφοροποιούνται.

Δεν θυμάμαι τόσο τα γκολ και τις ντρίμπλες, όσο τα χρώματα, τα αρώματα, τις αφρικανικές κελεμπίες, τα βραζιλιάνικα τύμπανα, τα εγγλέζικα τραγούδια, τη γεύση του σάκε, τον ήλιο της Καλιφόρνια, το βρεγμένο χώμα της Σιζουόκα, τους καουμπόηδες του Τέξας, το ίδιο το ταξίδι.

Ομολογώ ότι έχω περισσότερες αναμνήσεις από το 1978, όταν ήμουν τρελαμένο με τη μπάλα παιδί 12 ετών, παρά από το 1998 ή από το 2012. Δυσκολεύομαι πολύ να θυμηθώ ποιον νίκησαν οι Γάλλοι στον τελικό της Μόσχας, πόσο μάλλον τους ηττημένους των δύο ημιτελικών, αλλά μπορώ να αραδιάσω από μνήμης χωρίς γκουγκλάρισμα ολόκληρη σχεδόν την ενδεκάδα της Εθνικής Περού, που εισέπραξε την πολυσυζητημένη εξάρα από τους Αργεντινούς στο Μουντιάλ του Βιδέλα.

Κιρόγα, Ντουάρτε, Τσούμπιτας, Βελάσκες, Κουέτο, Kεσάδα, Κουμπίγιας, Όμπλιτας, Σοτίλ, τους άλλους δύο τους ξεχνάω. Καλά τα πήγα, Αλέξη Σπυρόπουλε; Ορισμένων θυμάμαι ακόμα και τις φάτσες τους. Ο αρχηγός Έκτωρ Τσούμπιτας ήταν Ίνκα. Είδα κι έπαθα, τότε, να βρω τη θρυλική εμφάνισή τους (με την κόκκινη διαγώνια ρίγα σε άσπρο φόντο) στο Subbuteo…

Θα παρακολουθήσω φυσικά το Μουντιάλ, με έμφαση στους αγώνες όπου θα εμφανιστούν οι 11 εκπρόσωποι της Τότεναμ (ξορκίζοντας τους τραυματισμούς και την κόπωση), αλλά δεν θα με πειράξει να χάσω καμιά οξεία, ή περισπωμένη που λέγαμε το 1974. Μια χαρά θα περάσω και στο σινεμαδάκι. Πόσο μάλλον φέτος, που οι μεταδόσεις κλειδώθηκαν σε συνδρομητικό κουτί.

Η εξήγηση για το ξενέρωμα που με βασανίζει είναι απλή και δεν έχει να κάνει μόνο με το ποινικό μητρώο του οικοδεσπότη. Τον παλιό καιρό, το ανά διετία τηλεοπτικό ραντεβού με τους κορυφαίους μπαλαδόρους του Κόσμου ή της Ευρώπης ήταν σπάνια ευκαιρία για πολυήμερη ποδοσφαιρική φιέστα. Μάλιστα οι Κωτσόβολοι της εποχής έκαναν χρυσές δουλειές τα ζυγά καλοκαίρια, ιδίως την εποχή της μετάβασης από την ασπρόμαυρη στην έγχρωμη τηλεόραση.

Εν έτει 2022, όμως, τώρα που μεταδίδονται απ’ευθείας ακόμα και ασήμαντα φιλικά, ο κόσμος έχει μπουχτίσει από ποδόσφαιρο. Τι να καθίσω να δω, τον Κέιν και τον Εμ ‘Μπαπέ που τους παρακολουθώ δις εβδομαδιαίως; Τον Μέσι και τον Κριστιάνο, που τους βαρέθηκε η ψυχή μου; Και τι διάβολο Μουντιάλ είναι αυτό χωρίς τη «Σκουάντρα Ατζούρα»;

Ο εξωτισμός που φέρνουν μαζί τους οι ομάδες από την Αφρική, την Ασία και τη Νότια Αμερική είναι ένα κάποιο δέλεαρ, αλλά και αυτών ακόμη οι πρωταγωνιστές είναι γνώριμες από τα ευρωπαϊκά γήπεδα -συχνά ξεζουμισμένες- φιγούρες. Μόνο καμιά ξένοιαστη Κόστα Ρίκα μπορεί να σώσει την παρτίδα.

Κακά τα ψέματα, η προσμονή αλλοτινών καιρών έχει εξανεμιστεί. Το αίμα που πλημμύρισε τα γήπεδα του Κατάρ την τελευταία οκταετία είναι ένας απείρως σοβαρότερος αποτρεπτικός παράγοντας. Οι ατελείωτες τηλεοπτικές ρεκλάμες του τζόγου, ένας ακόμη. Ελπίζω να μην εμφανιστεί και ο Πολ το χταπόδι που τάχα προβλέπει τους νικητές, γιατί θα τον ρίξω σούμπιτο στα κάρβουνα.

Πήγη: gazzeta.gr