NewsRoom
05/05/2016, 09:15

Panama Papers: κρυμμένες υπεραξίες, ή αλλιώς, χαμένη ευημερία των λαϊκών τάξεων

Οι πρόσφατες δημοσιεύσεις στοιχείων που αποδεικνύουν «ποσοτικά» την ύπαρξη κολοσσιαίων «φορολογικών παραδείσων» στην περιοχή του Παναμά, και ευρύτερα της Καραϊβικής, αυτές δηλαδή που έγιναν ευρύτερα γνωστές ως «Panama Papers», αποτελούν ακόμη μία σημαντική στιγμή σ' αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε συνδυασμό της (Big) Data Journalism και του Art of Leaking.

NewsRoom 05/05/2016 | 09:15

του Μιχάλη Σκομβούλη

Οι κρυμμένες υπεραξίες και ο καπιταλισμός της financialization

Οι πρόσφατες δημοσιεύσεις στοιχείων που αποδεικνύουν «ποσοτικά» την ύπαρξη κολοσσιαίων «φορολογικών παραδείσων» στην περιοχή του Παναμά, και ευρύτερα της Καραϊβικής, αυτές δηλαδή που έγιναν ευρύτερα γνωστές ως «Panama Papers», αποτελούν ακόμη μία σημαντική στιγμή σ’ αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε συνδυασμό της (Big) Data Journalism και του Art of Leaking [1]. Πρόκειται για το συνδυασμό που είχε ήδη γνωρίσει μία σημαντική, και ακόμη διαρκούσα στιγμή, στην περίπτωση των WikiLeaks.

Οι περιπτώσεις αυτές επιβεβαιώνουν το διαλεκτικά αυτονόητο: οι δυνατότητες διάχυσης του διαδικτύου δίνουν και τη δυνατότητα μίας πραγματικά κριτικής και «αποκαλυπτικής» δημοσιογραφίας πέραν των ορίων της θεσμικά κριτικής δημοσιογραφίας που μπορεί να γίνει εντός εκδοτικών οργανισμών και (δημόσιων, κατά κανόνα) συχνοτήτων.

Η διαλεκτική επιβεβαιώνει την ταυτόχρονη συνύπαρξη της επικράτησης, αφενός, ολοένα μεγαλύτερων μηντιακών συγκεντρώσεων, που δημιουργούν, επιβεβαιώνουν και αναπαράγουν τις σημασίες του κεφαλαίου και, αφετέρου, των πολύμορφων και απροσδιόριστων δυνατότητων leaking που αυτονομούνται από τις προθέσεις των αρχικών πηγών τους (ελεύθερο λογισμικό, ελεύθερες πηγές γνώσης, «αποκαλύψεις» σχετικά με πολιτικούς και καπιταλιστές κλπ.), και που σε τελική ανάλυση επισημαίνουν τη μεγαλύτερη αναγκαιότητα δημόσιου-κοινωνικού ελέγχου των διάφορων πηγών εξουσίας.

Η πολιτική σημασία αυτών των «αποκαλύψεων», όμως, θεωρούμενων στην ουδετερότητά τους, σταματάνε εδώ: κάποιος μπορεί να τις εγκολπωθεί και από μία σκοπιά «κλασικού» φιλελευθερισμού, η οποία αποφαίνεται εν γένει υπέρ της «διαφάνειας» στη δημόσια σφαίρα κλπ. Σε μία τέτοια ουδέτερη ερμηνεία των «δεδομένων», η επικέντρωση του ενδιαφέροντος καταλήγει και πάλι (όπως και στην περίπτωση των WikiLeaks) στη στόχευση των «διάσημων και ισχυρών»[2] (αρχηγών κρατών, διασκεδαστών των μαζών στο ποδόσφαιρο ή το σινεμά και τη μουσική κλπ. ). Οι στόχοι-πρωταγωνιστές των δεδομένων, έτσι, καταλήγουν να εξαντλούνται σε μία σειρά εμφάνισης ανθρώπινων υποκειμένων.

Τι θα έβλεπε, στον αντίποδα, μια περισσότερο «υλιστική» και πολιτικά δεσμευμένη ερμηνεία των δεδομένων που μας φέρνει η Data Journalism των Panama Papers; Θα έβλεπε τις δαιδαλώδεις, καλά διαμεσολαβημένες μορφές της τεράστιας συσσώρευσης υπεραξιών, που ενώ βρίσκεται σε γνώση όλων, κανείς δεν μπορεί να την επιβεβαιώσει εμπειρικά μέχρι να υπάρξει μία απροσδόκητη «διαρροή».

Αυτή είναι, καταρχάς, μία βασική αξία των στοιχείων που προκύπτουν από τα Panama Papers: ότι πρόκειται για την εμπειρική κατάδειξη ενός φαινομένου που διαφορετικές αναλύσεις των κοινωνικών επιστήμων τα τελευταία χρόνια τεκμηριώνουν σε ένα περισσότερο αφηρημένο επίπεδο [3]: ότι υπάρχει εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες μία εντεινόμενη και εντυπωσιακή αύξηση των ανισοτήτων, η οποία καταλήγει σε μία εξίσου εντυπωσιακή συσσώρευση υπεραξιών.

Αυτή η τελευταία συνάπτεται με νόμιμες, λίγο ως πολύ, διαδικασίες μεταφοράς της χρηματικής μορφής που έχουν λάβει αυτές οι υπεραξίες σε χώρους «άριστης αξιοποίησης», ωθώντας μία δυναμική όπου οι (έστω αποδυναμωμένες) διαδικασίες δημόσιου ελέγχου-φορολόγησης θεωρούνται πλέον «εμπόδια» που πρέπει να παρακαμφθούν, μπροστά στην αβίαστη αξιοποίηση του κεφαλαίου. Τα Panama Papers δεν είναι παρά το δάχτυλο που δείχνει τον ελέφαντα στο δωμάτιο.

Πρόκειται, ασφαλώς, για μία διαδικασία που ως φυσικά υποκείμενά της μπορεί να έχει τους κατόχους λογαριασμών, όπως αυτοί φιγουράρουν στα Panama Papers και όχι μόνο εκεί: ας μην ξεχνάμε τους ευρωπαϊκούς «παραδείσους» τύπου Λουξεμβούργου ή Λιχτενστάιν. Θα ήταν λάθος, όμως, πίσω απ’ αυτά τα πρόσωπα να δούμε πολλές μικρές ιστορίες «απληστίας».

Η ορθολογικότητα του καπιταλισμού, όπως γνωρίζουμε, αντιπαθεί τον αποθησαυρισμό, ακόμη και εάν κάποιοι φορείς του αρέσκονται σ’ αυτόν. Γιατί, επομένως, ο σύγχρονος καπιταλισμός της «χρηματιστικοποίησης» [financialization] δημιουργεί και αξιοποιεί με τέτοια ισχύ και συστηματικότητα χώρους «παγωμένης-καθαρής συσσωρευμένης ρευστότητας», ή κατά το κοινώς λεγόμενο, «φορολογικούς παραδείσους»; Πρόκειται άραγε, όπως λέει ένα κεϋνσιανό επιχείρημα, για μία κατάδειξη της «ανορθολογικότητας» και της «μη-παραγωγικότητας» αυτού του καπιταλισμού; Μάλλον αυτό που θα πρέπει να σημειωθεί είναι ακριβώς το αντίθετο: ότι πρόκειται, δηλαδή, για την ιδιαιτέρως ορθολογική αποτελεσματικότητα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού να επιβάλλει την άριστη αξιοποίηση του κεφαλαίου και την ταξική επιβολή του στις λαϊκές μάζες.

Έχουμε να κάνουμε έτσι περισσότερο με μία πρόοδο και μία πολυπλοκοποίηση των δυνατοτήτων κυριαρχίας του κεφαλαίου. Ο καπιταλισμός μπορεί, μέσω της αποστείρωσης αυτών των υπεραξιών, να διατηρεί τις αξίες του κεφαλαίου σε ικανοποιητικά επίπεδα, αποφεύγοντας τις ανεξέλεγκτες απαξιώσεις, σε μία περίοδο που η οικονομία της παραγωγής δεν έχει βγει ακόμη από τον υφεσιακό κύκλο που εγκαινίασε η κρίση του 2007-08.

Είναι δε άξιο λόγου να παρατηρήσει κανείς (με βάση τα γραφήματα που δημοσιεύουν οι διαχειριστές των δεδομένων) ότι είναι κατά «αυθόρμητο» αλλά αρμονικό τρόπο η περίοδος 2005-2008, δηλαδή λίγο πριν και λίγο μετά το ξέσπασμα της κρίσης, όπου εντατικοποιείται η δημιουργία offshore εταιρειών και άρα και η διαδικασία απόσυρσης και «αποστείρωσης» ρευστότητας. Από το 2010 έχουμε σταδιακή αποκλιμάκωση, αφού όμως πρώτα το τείχος προστασίας (firewall) ενάντια στις ανεξέλεγκτες απαξιώσεις του κεφαλαίου, αλλά και ενάντια στην επιδραστικότητα που μπορεί να έχουν οι αντιδράσεις των λαϊκών τάξεων, έχει ήδη κτισθεί (να σημειώσουμε, εν παρόδω, ότι θα άξιζε η συστηματοποίηση αντίστοιχων δραστηριοτήτων για την περίοδο της «μεγάλης φυγής» της ρευστότητας από την ελληνική οικονομία, ας πούμε κατά την περίοδο 2009-2012).

Οι διαδικασίες συγκρότησης δεξαμενών «αποστειρωμένης» ρευστότητας δεν είναι όμως μόνο ένα όπλο άμυνας αλλά και επίθεσης. Πρόκειται για την προϋπόθεση της πραγματικής επιδραστικότητας που μπορεί να έχουν οι παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές, και άρα για την πειθαρχική λειτουργία τους όσον αφορά τον έλεγχο της εργασίας.

Οι δεξαμενές ρευστότητας παρέχουν την ασφάλεια και τη δυνατότητα στις τράπεζες και τους λοιπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς για τη δημιουργία ενός χώρου συνεχούς παρατήρησης, αποτύπωσης, και κυρίως, προεξόφλησης αξιών που πρόκειται να παραχθούν.

Η ύπαρξή τους δίνει έτσι την ευχέρεια της επιβολής λιτότητας και της ελεγχόμενης καταστροφής αξιών, συνοδευόμενων από την εντατικοποίηση της προεξοφλητικής επιτήρησης στην εργατική τάξη, άρα και του περιορισμού της έκτασης και της έντασης των δυνατοτήτων δράσης της τελευταίας. Και εδώ ερχόμαστε στη χαμένη λαϊκή ευημερία.

Περιορισμένη ανάπτυξη και χαμένη λαϊκή ευημερία

Οι αποκαλύψεις από τα Panama Papers δεν είναι μόνο η εμπειρική επιβεβαίωση της έντασης των ανισοτήτων, αλλά και η καταφανής εμπειρική διάψευση της αναγκαιότητας της επιβαλλόμενης λιτότητας, και κυρίως, της συστηματικής συμπίεσης μισθών και λοιπών αμοιβών της εργασίας, συμπίεση η οποία τείνει να εξελιχθεί περίπου σε επίσημη ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού.

Καταδεικνύεται, με άλλα λόγια, ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός εμπεριέχει συσσωρευμένο σε ρευστότητα ένα τεράστιο αναπτυξιακό και ταυτόχρονα αναδιανεμητικό δυναμικό, το οποίο με την προϋπόθεση μίας άλλης ιδεολογικο-πολιτικής ηγεμονίας θα μπορούσε να αναδειχθεί σε πηγή λαϊκής ευημερίας και ευρύτερης κοινωνικής-αναπτυξιακής προόδου.

Για να το διατυπώσουμε με σαφήνεια: οι τεράστιες δεξαμενές ρευστότητας, όπως αυτές αποτυπώνονται στα στοιχεία των Panama Papers, είναι ταυτόχρονα και χαμένες δημόσιες επενδύσεις, χαμένες επενδύσεις στα συστήματα δημόσιας εκπαίδευσης και υγείας, χαμένοι πόροι κοινωνικής ασφάλισης, χαμένα κοινωνικά επιδόματα, χαμένες θέσεις εργασίας, χαμένες μισθολογικές αυξήσεις. Είναι, με δύο λόγια χαμένη λαϊκή ευημερία…

Είναι, επιπλέον, η ζωντανή απόδειξη ότι η επίκληση της λιτότητας δεν αφορά μόνο μία ιδεολογία σκληρής ταξικής κυριαρχίας, αλλά και μία ιδεολογία σε τελική ανάλυση κοινωνικά αντιδραστική. Πρόκειται για μία χαμένη ευημερία, την οποία οι λαϊκές τάξεις οφείλουν και πρέπει να μπορούν να διεκδικήσουν.

Αυτό όμως προϋποθέτει και πολιτικές δυνάμεις που θα στήριζαν αποφασιστικά έναν τέτοιο μετασχηματισμό της κυρίαρχης ηγεμονίας· δυνάμεις που θα μπορούσαν να πάνε πέραν από τις μαζικές ιδεολογικές αλήθειες ενός μεγάλου μέρους της σημερινής Αριστεράς του ρομαντισμού της «αποανάπτυξης». Μίας Αριστεράς περατής και περατωμένης, που αντιλαμβάνεται ως καινούργια ιδεολογία της το κλείσιμο στην αυτό-λατρεία της δικής της ήττας και περιθωριοποίησης.

Πηγή: rednotebook.gr

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.