Οι περίεργες αγάπες του Μεγάρου Μαξίμου

Αν στην περίπτωση του Μεγάρου Μαξίμου ίσχυε η παροιμία «δείξε το φίλο μου να σου πω ποιος είσαι», τα πράγματα θα ήταν άσχημα: η κοινή γνώμη αναστατώθηκε πρόσφατα με 2 ανθρώπους που ευνοήθηκαν από την κυβέρνηση και το περιβάλλον Μητσοτάκη, για να καταλήξουν στη φυλακή με βαριές κατηγορίες.

Στέλιος Κούλογλου 01/05/2021 | 13:33

Οι περιπτώσεις έχουν μια βασική ομοιότητητα: τέτοια πράγματα τα κάνεις μόνο για φίλους σου. Ο Λιγνάδης διορίστηκε διευθυντής του Εθνικού, αφού η κυβέρνηση ακύρωσε τον σχετικό διαγωνισμό. Ο Φουρθιώτης βρέθηκε με φρουρά ανάλογη προέδρου της Δημοκρατίας, κατά παράβαση κάθε έννοιας κανονισμού. Ο πρωθυπουργός άρχισε να τρέχει στις παραστάσεις του πρώτου, ακόμη και στην «ιερή» γενική πρόβα. Ο δεύτερος μπουκάριζε ανενόχλητος στο υπουργείο Εργασίας, χωρίς να ιδρώσει το αυτί καθενός. Στις εκπομπές του επικαλείτο συνεχώς τον πρωθυπουργό και  η κυβέρνηση ήθελε να τον χρηματοδοτήσει με τη λίστα Πέτσα, αν και δεν δικαιούτο ούτε 1 ευρώ.
 
Οι δύο  υποθέσεις ήρθαν στο φως όχι από αστυνομική έρευνα αλλά μετά από καταγγελίες τρίτων, αν και ήταν γνωστό και στις δύο περιπτώσεις ότι συνέβαινε κάτι αντικανονικό. Καταγγελίες κατά του Λιγνάδη υπήρχαν πολλές, πριν ξεσπάσει το σκάνδαλο. Ο Φουρθιώτης εκβίαζε ζωντανά στον αέρα κυβερνητικά στελέχη, γιατί δεν του έκαναν τις χάρες. Αλλά η πολυπληθής φρουρά και η ομερτά για τις πράξεις του συνεχίστηκαν. Όλες οι κυβερνήσεις μπορεί να κάνουν λάθος επιλογές, όπως του Λιγνάδη, ή να παρασυρθούν από ανθρώπους που προσκολλώνται στην κάθε εξουσία. Αλλά η  πρώτη αντίδραση της κυβέρνησης όταν τα πράγματα ήρθαν στο φως ήταν ενοχική. Στην περίπτωση Λιγνάδη η προσπάθεια συγκάλυψης κράτησε περίπου 20 μέρες, με την αρμόδια υπουργό να διαψεύδει μετά βδελυγμίας «το σενάριο που στήθηκε περί παραίτησης του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού», να κάνει εκκλήσεις τύπου «μη δημιουργούμε πλαίσιο ανθρωποφαγίας που δε στέκει σε κράτος δικαίου» και να επιμένει ότι «για τον κο Λιγνάδη μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επώνυμη καταγγελία.
 
Στην περίπτωση Φουρθιώτη την ίδια τακτική συγκάλυψης υιοθετεί ο αρμόδιος υπουργός κ. Χρυσοχοϊδης. Υπερασπίζει με σθένος τις σχετικές αποφάσεις καταγγέλλοντας μάλιστα την αντιπολίτευση για υπερβολές και ρίξιμο «λάσπης στον ανεμιστήρα». Η Μενδώνη ανακαλύπτει την υποκριτική πλευρά του Λιγνάδη σε μια καταστροφική συνέντευξη τύπου. Ο Χρυσοχοϊδης αφαιρεί τη φρουρά μόνο μετά την κατακραυγή. Η μόνη διαφορά είναι ότι αποφεύγει ευφυώς τη συνέντευξη τύπου, στην οποία θα έπρεπε να δώσει εξηγήσεις και να την πατήσει όπως η συνάδελφος του. Πριν αποδεχθεί ότι κάτι υπάρχει πρόβλημα και μάλιστα σοβαρό, η γραμμή στα φιλικά ΜΜΕ είναι να αποσιωπηθούν οι 2 περιπτώσεις όσο είναι δυνατόν.  Ο Λιγνάδης κατηγορείται, μεταδίδουν, «για το τίποτα», στην περίπτωση Φουρθιώτη τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ απορούν επί μέρες πώς η αντιπολίτευση ασχολείται με μια υπόθεση τόσο αμελητέα όσο ενός παρουσιαστή.
 
Οταν η συγκάλυψη αποτυγχάνει, η  Μενδώνη αφήνει να εννοηθεί ότι η επιλογή δεν ήταν δική της, ο Χρυσοχοϊδης ότι για τη φρουρά αποφάσισε ο υφυπουργός του. Εντάξει για τον Λιγνάδη το Μέγαρο Μαξίμου μπορεί να επικαλεστεί την αγάπη του πρωθυπουργού για το θέατρο. Αλλά με ποιανού εντολή ο υφυπουργός του κ. Χρυσοχοϊδη, είχε αποφασίσει τέτοια φρουρά στον Φουρθιώτη;
 

 Στο τέλος οι δύο προστατευόμενοι συλλαμβάνονται, αλλά ούτε τότε υπάρχει ανάληψη πολιτικής ευθύνης από τους υπουργούς. Προφανώς το Μέγαρο Μαξίμου αδιαφορεί αν το δημόσιο χρήμα, των φορολογούμενων δηλαδή, χρησιμοποιείται για τη μισθοδοσία ενός κατηγορούμενου για βιασμούς ανηλίκων ή για τη φύλαξη ενός άλλου που κατηγορείται για σύσταση συμμορίας. Και η αφωνία των ΜΜΕ μειώνει το κόστος για το Μέγαρο Μαξίμου. Απλώς είναι δυσάρεστο να βλέπεις φίλους σου με χειροπέδες, να οδηγούνται στη φυλακή.

Πηγή: Tvxs