Ο αρχιερέας του μίσους

«Δεν με ενδιαφέρει να κατανοήσω, με νοιάζει μόνο να τιμωρήσω»

Νίκος Παπαδογιάννης 03/11/2020 | 18:32

Oι εθισμένοι στο Netflix που ασφαλώς παρακολούθησαν τη σειρά When They See Us γνωρίζουν με ακρίβεια, πότε ακριβώς πρωτοέδωσε το πολιτικό του στίγμα ο Ντόναλντ Τραμπ. Όταν τέσσερις αφροαμερικανοί και ένας λατινοαμερικανός μαθητές στοχοποιήθηκαν -άδικα όπως αποδείχθηκε- από την αστυνομία της Νέας Υόρκης για τον άγριο βιασμό μίας γυναίκας στο Σέντραλ Παρκ, ο απρόσκλητος Τραμπ έγινε η φωνή και το πορτοφόλι των νοικοκυραίων.

«Ο επιδειξιομανής δισεκατομμυριούχος», όπως τον περιέγραφαν τότε τα αμερικανικά κανάλια, ξόδεψε 85.000 δολάρια από την απύθμενη τσέπη του για να αγοράσει μία ολοσέλιδη καταχώρηση στις μεγάλες εφημερίδες της πόλης και να απαιτήσει επαναφορά της θανατικής ποινής και ενίσχυση της αστυνόμευσης.

«Bring back the death penalty – Bring back our police», κραύγαζε ο πηχυαίος τίτλος. Δεν υπήρχε και Twitter τότε.

Αυτά συνέβησαν το 1989, όταν οι πέντε τινέιτζερς κλείστηκαν στη φυλακή με χαλκευμένες κατηγορίες, τις οποίες οι ίδιοι ομολόγησαν κατόπιν ασφυκτικής πίεσης και βασανιστηρίων, χωρίς να υπάρχει το παραμικρό πειστήριο ενοχής. Μερικά χρόνια αργότερα, οι κατάδικοι αθωώθηκαν και απελευθερώθηκαν, αφού ο πραγματικός βιαστής παραδέχθηκε το έγκλημά του.

Μολονότι η πραγματικότητα τον φτύνει κατάμουτρα, ο Τραμπ αρνείται πεισματικά να παραδεχθεί την αστοχία του. «Οι γνώμες διχάζονται», σχολίασε το 2019, όταν ρωτήθηκε αν η τότε κίνησή του ήταν λανθασμένη. Ακριβώς το ίδιο ανοσιούργημα ξεστόμισε και δύο χρόνια νωρίτερα, σε σχέση με τα αιματηρά επεισόδια της Σάρλοτσβιλ: «Ευθύνη φέρουν και οι δύο πλευρές».

Εάν για κάποιον λόγο ο πρόεδρος των ΗΠΑ το 1989 Tζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος υιοθετούσε τη σκληρή γραμμή Τραμπ, εάν ο ίδιος ο Τραμπ ήταν τότε πρόεδρος, μπορεί οι πέντε αθώοι να οδηγούνταν στην ηλεκτρική καρέκλα.

«Θα μισώ παντοτινά αυτούς τους δολοφόνους», έγραψε στην ολοσέλιδη εμπρηστική καταχώρησή του ο μετέπειτα πλανητάρχης το 1989. «Δεν πρόκειται να τους υποβάλω σε ψυχανάλυση ούτε θα προσπαθήσω να κατανοήσω τη συμπεριφορά τους. Με ενδιαφέρει μόνο να τους τιμωρήσω».

Ο Τραμπ δεν είχε ακόμη εμπλακεί στην πολιτική. Ήταν απλώς ένας λεφτάς του Μανχάταν, που γεννούσαν και τα κοκόρια του στην κτηματομεσιτική αγορά.

Ο δήμος της Νέας Υόρκης πλήρωσε 41 εκατομμύρια δολάρια στους πέντε νέους που πέρασαν μερικά από τα τρυφερότερα χρόνια της ζωής τους στα μπουντρούμια. Μόλις ανακοινώθηκε η απαλλαγή των πέντε, οι εισαγγελείς που τους έστειλαν στη φυλακή παραιτήθηκαν και εξοστρακίστηκαν από τον δημόσιο βίο.

Απτόητος ο Tραμπ, στην προεκλογική του εκστρατεία καθ’ οδόν προς τον Λευκό Οίκο το 2016, χαρακτήρισε τον εξωδικαστικό συμβιβασμό «ντροπή για την πόλη» και επέμεινε ότι οι πέντε νέοι «είναι ένοχοι και κακώς αθωώθηκαν». Ο προκάτοχός του στο χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων, Τζον ΜακΚέιν, αρνήθηκε να υποστηρίξει τον Τραμπ μετά από αυτά τα σχόλια.

Ο πρόεδρος Τραμπ αποδείχθηκε αντάξιος της δυσώδους φήμης που απέκτησε μετά το σήριαλ των Central Park Five. Στα τέσσερα χρόνια της φριχτής θητείας του, νομιμοποιήθηκαν όλα όσα συγκροτούν την alt-right κοσμοθεωρία που παραμερίστηκε προσωρινά επί Ομπάμα: η μισαλλοδοξία, ο μεσαιωνισμός, η θρησκοληψία, ο ρατσισμός, η αστυνομική βία, η νόθευση της δικαιοσύνης, η αυτοδικία, η ατιμωρησία, η λευκή υπεροχή, η διαφθορά, η διαπλοκή, η ξενοφοβία, ο σκοταδισμός, τα fake news, ο νεποτισμός, η αγραμματοσύνη, ο πολιτικός αναλφαβητισμός.

Εδώ και μία τετραετία, ο αψίκορος Τραμπ χτυπάει το ντέφι και οι κατά τόπους Τραμπίσκοι λάιτ, σαν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ή λιγότερο λάιτ, όπως ο Βραζιλιάνος Μπολσονάρο, χορεύουν συρτάκι ή σάμπα. Ο πλανήτης βυθίζεται σε μία θάλασσα μίσους και αμορφωσιάς.

Προσοχή, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι κάποιος δικτάτορας που κατσικώθηκε στον σβέρκο του πλανήτη με τανκς, αλλά δημοκρατικός πρόεδρος εκλεγμένος με 62.984.828 ψήφους: λιγότερους από τη Χίλαρι Κλίντον (65,8 εκ.), αλλά αρκετούς για να τον στείλουν πλησίστιο στον Λευκό Οίκο. Είτε ηττηθεί από τον Τζο Μπάιντεν είτε ο μη γένοιτο κερδίσει, θα λάβει και αυτή τη φορά περισσότερα από 50 εκατομμύρια «yes».

Το πρόβλημα δεν είναι ο ίδιος ο Τραμπ, αλλά οι ψηφοφόροι του, οπλισμένοι με κουμπούρια, σκεπασμένοι με καπελάκια που γράφουν «M.A.G.A.» (Make America Great Again) και έτοιμοι να ξεκινήσουν αντίσταση ενάντια στους …κομμουνιστές. Πολλοί από δαύτους είναι Ελληνάρες της διασποράς και του δόγματος «πατρίς θρησκεία οικογένεια», αλλά αυτή είναι μία άλλη θλιβερή συζήτηση.

Περισσότερο και από το απευκταίο σενάριο της επανεκλογής του Τραμπ, με τρομάζει η πιθανότητα πραξικοπήματος από τον ίδιο και τους φανατικούς υποστηρικτές του. Όσο και αν πιέστηκε από τους αντιπάλους του και από τον Τύπο, ο Τραμπ αρνείται να δεσμευτεί ότι θα παραδώσει ομαλά την εξουσία σε περίπτωση ήττας.

Όταν ένας άνθρωπος ελέγχει τον ισχυρότερο στρατό του κόσμου, τη Δικαιοσύνη που πλέον φοράει πορτοκαλί περούκες, την ηλεκτρονική διακυβέρνηση που μοιάζει ικανή να καταλύσει τον πλανήτη, καθώς και ένα τυφλωμένο τσούρμο 50 εκατομμυρίων οπλαρχηγών, το μοναδικό συναίσθημα που αρμόζει είναι ο φόβος.

Μοναχά όταν δω τον εκλεγμένο διάδοχό του απερίγραπτου Τραμπ στρογγυλοκαθισμένο στο Οβάλ Γραφείο θα αναπνεύσω με ανακούφιση. Μία ψήφος χιονοστιβάδα υπέρ των Δημοκρατικών, μάλλον ενάντια στον Τραμπ παρά υπέρ του Τζο Μπάιντεν, θα είναι ένα χρήσιμο εμβόλιο ενάντια στην πανδημία του μίσους.