Η Φραν, ο Μάρτιν και η Νέα Υόρκη...

Ένα ντοκιμαντέρ του Netflix με πρωταγωνιστές τη Φραν Λίμποβιτς και τον Μάρτιν Σκορσέζε στην πολύβουη πόλη της Νέας Υόρκης μέσα στο οποίο θα 'θελες να «χαθείς» και «χωθείς» και εσύ.
 

Ματριόσκα η Κόκκινη 21/01/2021 | 14:55

Από το πρώτο επεισόδιο, επιθυμείς, να μπορούσες να βρισκόσουν και εσύ εκεί δίπλα τους με ένα ποτήρι κρασί, να τους ακούς για ώρες και εφόσον δεν μπορείς, τουλάχιστον, να μην τελείωνε ποτέ αυτό το ντοκιμαντέρ. 

Η Φραν Λίμποβιτς είναι αμερικανίδα ευθυμογράφος εβραϊκής καταγωγής η οποία βρέθηκε στα 18 της χρόνια στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’70. Από τότε ζει και γράφει για αυτή τη μαγευτική βρώμικη πόλη που όλοι θέλουν να πάνε εκεί.

Η Νέα Υόρκη του ‘70 έβραζε από τους καλλιτέχνες, ‘’τους τυχοδιώχτες’’ εντός και εκτός εισαγωγικών, τους ομοφυλόφιλους και τα φεμινιστικά κινήματα που ζητούσαν να υπάρξουν μέσα σε μια συντηρητική αμερικανική κοινωνία που δεν είχε καταλάβει ακόμα πως το «παλιό» πέθανε και το «νέο» τριγυρνούσε έξαλλο στους μεγάλους δρόμους της Νέας Υόρκης.

Το  ‘’παλιό’’ και το ‘’νέο’’  και οι αντιθέσεις τους διατρέχουν όλο το ντοκιμαντέρ. Η Φραν και ο Μάρτιν είναι η νεολαία  του ’60 και ’70, η οποία  παροπλίζεται σιγά - σιγά. Η νεολαία εκείνη που έφερε επανάσταση στις Τέχνες, στην πολιτική, στην κοινωνία. 

Μια  άγρια γενιά η οποία μίλησε ανοιχτά για τη σεξουαλικότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα έχει καβατζώσει πια τα 70 ή τα 80 έτη τους και έρχονται αντιμέτωπες με το αναπόφευκτο φυσικό τους τέλος... Η γενιά που πίστευε πως θα ζούσε αιώνια σε κατάσταση μέθεξης τριγυρνά με αργά βήματα σε μια πόλη που συνεχώς αλλάζει, ιδιαίτερα η Time Square, η ξακουστή πλατεία της Νέας Υόρκης.

«Είναι παντού διάσπαρτα στην πλατεία και στην πόλη καρέκλες κήπου, γλάστρες με φυτά, κακόγουστες κατασκευές, πιατάκια... Σαν να βρίσκομαι στο διαμέρισμα της γιαγιάς μου. Αυτά κοστίζουν χιλιάδες άσκοπα χρήματα στον φορολογούμενο. Τα ΄χω πληρώσει και πληρώσει όλοι μας.»

Λέει η Φραν στον Μάρτιν καθώς τη ρωτά για τη δημαρχία της Νέας Υόρκης και τις αποφάσεις της για καλλωπισμό της πόλης. Εκείνη με ένα χασκόγελο απαντά όλα τα παραπάνω και συνειρμικά σκεφτόμαστε σαν θεατές και κάτι δικά μας εδώ στο κέντρο της Αθήνας ψευτο-high-λικια ακαλαίσθητης αισθητικής.

Μιλούν για μια Νέα Υόρκη του ’70 γεμάτη glamorous με νέους ανθρώπους να προσπαθούν να πετύχουν τα όνειρα τους φέρνοντας μαζί τους κάτι νέο που δεν μπορούσε να γεννηθεί σε καμία άλλη αμερικανική πόλη, πολλώ μάλλον  στην επαρχία. Η Νέα Υόρκη ήταν ένα χωνευτήρι ιδεών, ανθρώπων, ονείρων και το ανακάτεμα τους έδωσε ένα μείγμα απαράμιλλο που όμοιο του θα μπορούσε να ήταν μόνο ότι είχε συμβεί στο Παρίσι στις αρχές του 19ου αιώνα.

Η γενιά της  έφερε επανάσταση στις Τέχνες  δίνοντας στις επόμενες γενιές πραγματικά αριστουργήματα, μα όλη της την ορμή την εξάντλησε στη «δημιουργία» και όχι στη «θεμελίωση» των ιδεών της. Η ίδια γενιά με το πέρας της δεκαετίας του ’70 συντηρικοποιείται και σκύβει το κεφάλι στις πολιτικές του νέο-φιλελευθερισμού του Ρέιγκαν, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Ας γυρίσουμε, στο τραπέζι της Φραν και του Μάρτιν.

Μια ατελείωτη συζήτηση όπου οι λεγόμενοι αυθεντικοί boomers συνομιλούν για τη Νέα Υόρκη της εποχής τους και για τη Νέα Υόρκη του σήμερα. Πόσο έχει αλλάξει η πόλη από τότε, πόσο έχουν αλλάξει οι άνθρωποι της, πόσο έχουν αλλάξει οι κοινωνικοί δεσμοί που τους ενώνουν; 

Πάντα με χιούμορ, πάντα με μια υπογράμμιση μελαγχολίας για πρόσωπα και πράγματα που έχουν χαθεί στις χαραμάδες του χρόνου, μαζί με τα νιάτα τους, την ομορφιά τους, τη ζωντάνια τους και την όρεξη του  να αλλάξουν αυτό το μάταιο κόσμο που πλέον τους προσπερνά.

Δε συζητούν μόνο για την πόλη αλλά με αφορμή την αυτήν βλέπεις να ξεδιπλώνουν μπροστά σου την ιστορία της αμερικανικής οικογένειας και της κοινωνικής της κουλτούρας το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, χωρίς επιστημονικό και φιλοσοφικό λεξιλόγιο. Είναι απλά δυο φίλοι που συζητούν για το ‘’τότε’’ που δεν υπάρχει πια και για το ‘’τώρα’’ στο οποίο ζουν αλλά είναι τόσο διαφορετικό, ώστε να νιώθουν σαν δυο απολιθωμένα μαμούθ που προσπαθούν να εξηγήσουν την εποχή μετά τους Παγετώνες και πως στο διάολο καταφέρνουν να επιβιώνουν μέσα σε αυτήν. 

Μιλούν για τα πάντα: Το κίνημα #metoo, τη θέση της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία, την υστερία γύρω από την προσωπική άθληση και το μάρκετινγκ της καταναγκαστικής ευεξίας, για τα βιβλία, τη μουσική, τις εικαστικές Τέχνες, τα αεροπορικά ταξίδια και τις διακοπές, τη μαριχουάνα, την πάλη για την επιβίωση μέσα σε μια πόλη 8 εκατομμυρίων και για την κακοδιαχείριση των κονδυλίων του Δήμου σε ψηφιδωτά σκυλιών μέσα σε βρώμικους σταθμούς του Μετρό...

Γι ό,τι συζητάμε δηλαδή εγώ και εσύ και κάθε πολίτης, κάθε χώρας... Παρακολουθώντας αυτό το ντοκιμαντέρ δε βλέπεις απλά μια πόλη, παρότι η πρωταρχική ιδέα ήταν η Νέα Υόρκη και η αμερικανική κοινωνία, βλέπεις συμπυκνωμένα μπροστά σου όλα αυτά για τα οποία και ο ίδιος αναρωτιέσαι μέσα στη δική σου πόλη αλλά δεν μπορείς να τα εκφράσεις με τον χιούμορ της Φραν και τα δεις μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Μάρτιν.

Θα πει κάποιος, γράφεις Φραν και Μάρτιν λες και τους γνωρίζεις... Μάλλον θα εκνευρίζονταν και οι ίδιοι με αυτή την εγγύτητα καθότι άνθρωποι εσωστρεφείς σε μεγάλο βαθμό, όμως, όποιος δει αυτό το ντοκιμαντέρ δεν μπορεί να μην τους αισθανθεί ‘’δικούς του’’ ανθρώπους.

Η σκηνοθεσία του Σκορσέζε, ειδικά στο μπαρ, είναι τέτοια ώστε να ΄χεις την αίσθηση της συμμετοχής στη συζήτηση. Ξεκινά τη λήψη πολύ πριν καν το πει στην ίδια τη Φραν ώστε να νιώσεις και ο ίδιος την ατμόσφαιρα πριν εκείνη ανοίξει την κάνουλα με τα αστεία της και αφεθείς να σε παρασύρει σαν το τρεχούμενο νερό μέσα στα σιφόνια αυτής της πολυπληθούς και βρώμικης μυθικής πόλης.

Παρακολουθούμε ταυτόχρονα αποσπάσματα από την πρώτη τους συνάντηση πριν 10 χρόνια, εκεί είναι σαν να είμαστε ακριβώς πάνω στη σκηνή, δίπλα στον Μάρτιν όπως γίνεται η λήψη της Φραν ενώ στα τηλεοπτικά αποσπάσματα μπορούμε να μας φανταστούμε κάλλιστα, βαριεστημένους, χωμένους στους καναπέδες μας.
Τι είναι αυτό που σε ‘’κολλά’’ να ακούσεις τις απόψεις τη Φραν, που μεταξύ μας, η πλειονότητα του ελληνικού κοινού, θα τη γνωρίσει μόνο μέσα από αυτό το ντοκιμαντέρ; Η ειλικρίνεια της. Μια ειλικρίνεια που καλύπτεται κάτω από το χιούμορ για να μπορέσει να πει τα πιο ανείπωτα πράγματα και να βγάλει τη γλώσσα σε όλα τα κακώς κείμενα του χθες και του σήμερα. Πάντα αυτό δεν έκανε άλλωστε το χιούμορ; 

Το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ βλέπεται μονοκοπανιά.  Φροντίστε ένα απόγευμα να μη σας ενοχλήσει κανείς, ούτε καν η συνείδηση σας. Καθίστε αναπαυτικά και ανοίξτε την τηλεόραση σας, τον υπολογιστή σας ή ότι έχει ο καθένας σας και βυθιστείτε μέσα στην πόλη της Νέας Υόρκης παρέα με τη Φραν και τον Μάρτιν. Αφήστε τους να σας πάρουν από το χέρι και ακούστε τους τι θα σας πουν για το παρελθόν και το παρόν αυτής της πόλης. Στο τέλος της διαδρομής και του ντοκιμαντέρ, θα νιώσετε πως κάνατε ένα ταξίδι, νοερό έστω μα τόσο σημαντικό, αισθανόμενοι πληρότητα και πως κάτι έχετε σκεφτεί αλλιώς μετά από όλα αυτά. Ένα χρονοταξίδι, θα μπορούσαμε να το πούμε

* Προσωπική συμβουλή αμέσως μετά βάλτε Charles Mingus, καλό φίλος τη Φραν μέχρι το θάνατο του, και προσπαθήστε να κρατήσετε λίγο ακόμα από τη μαγεία που θα σας κάνει να αισθανθείτε αυτός ο περίπατος στη Νέα Υόρκη.

* Το ντοκιμαντέρ λέγεται ‘’Pretend it’s a city’’ και είναι αφιερωμένο στην μνήμη της Τόνι Μόρρισον Αφροαμερικανίδας συγγραφέα βραβευμένης με Πούλιτζερ το 1988  και Νόμπελ το 1993 για το αριστούργημα της ‘’Beloved’’.