Για πόσο ακόμα θα σε «σώζει» το έργο σου;

Πόσα «τοτέμ» αντέχουμε ακόμα;

Αντρέας Βάγιας 02/04/2019 | 16:17

Η χθεσινή συνέντευξη του Λευτέρη Παπαδόπουλου στο Πρώτο Θέμα και τον Δημήτρη Δανίκα και κυρίως οι χαρακτηρισμοί του δημόσιου λόγου του δημιούργησε από γέλιο σε αυτούς που εκτιμούν το πόσο «αυθόρμητα» και «έξω απ’ τα δόντια μιλούσε πάντα» - αλλά και πάρα πολύ έντονη δυσφορία σε όσες και όσους εντόπισαν σεξισμό και ματσίλα στο ύφος του.

Τελικά όμως, η συνέντευξη έρχεται να λειτουργήσει ως ένα ακόμα παράδειγμα μιας συζήτησης που φαίνεται ότι ανοίγει όλο και πιο πολύ τον τελευταίο καιρό και έχει να κάνει με τον δημιουργό και το έργο του αλλά και τον δημόσιο λόγο που εκφέρει.

Εδώ και χρόνια είναι συχνότερα τα παραδείγματα δημιουργών που προκαλούν την αίσθηση σε μεγάλη μερίδα της κοινωνίας ότι ο λόγος τους και οι θέσεις τους σχεδόν ακυρώνουν την καλλιτεχνική στάση και θέση που πολύς κόσμος θεωρούσε ότι θα είχαν.

Χωρίς να έχουν σημασία απαραίτητα τα ονόματα και τα πρόσωπα ως τέτοιες περιπτώσεις έχουν λειτουργήσει για παράδειγμα ο Μίκης Θεοδωράκης και η Αφροδίτη Μάνου με την παρουσία και το λόγο τους στα εθνικιστικά συλλαλητήρια για το Μακεδονικό, ο Διονύσης Σαββόπουλος και οι ύμνοι του στις μαζώξεις του ΣΚΑΪ που δήθεν «όλοι μαζί μπορούμε» και σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο με τη πτυχή του σεξισμού αυτή τη φορά, η συνέντευξη του Λευτέρη Παπαδόπουλου.

Ποια η θέση όμως του αποδέκτη του καλλιτεχνικού έργου, όταν το έχει  αγαπήσει αλλά νιώθει ότι ο δημιουργός τον προδίδει και κλωτσάει ακόμα και το ίδιο του το έργο μέσα από αυτές τις δημόσιες παρουσίες όπου η αισθητική και ο πολιτικός πολιτισμός που απορρέει δεν συνάδουν σε καμία περίπτωση με ό,τι για χρόνια ήταν συνδεδεμένος;

Φυσικά η δυσκολία έγκειται, όταν δεν υπάρχει αποκλειστικά η μονοσήμαντη και ειλικρινής – για κάποιους – απάντηση, ότι απορρίπτω και τα δύο – τον δημιουργό και το έργο – ταυτόχρονα. Κι αυτό γιατί πολύ συχνά η τέχνη καταφέρει να σε καθορίσει, να φτιάξει προσωπικές αναφορές, να διαμορφώσει το αξιακό σου πλαίσιο και την αισθητική σου, να σου δημιουργήσει ερωτήματα και να σου απαντήσεις για την ίδια τη ζωή σου.

Καμιά φορά χρησιμοποιώ ένα χαρακτηριστικό προσωπικό παράδειγμα για να περιγράψω ακόμα και στον ίδιο μου τον εαυτό το παραπάνω σχήμα.

2000. Στις αίθουσες, τα «Φτηνά Τσιγάρα» του Ρένου Χαραλαμπίδη. Με την τότε παρέα δεν καταφέραμε να συγχρονιστούμε. Έφυγα συγκλονισμένος κι ακόμα ξέρω την ταινία απ’ έξω, διαλόγους και σκηνές.

Από τότε μέχρι και σήμερα, για τους προσωπικούς αισθητικούς μου λόγους, η ταινία αυτή είναι για μένα αυτή η αναφορά, το μοίρασμα που λειτουργεί προσωπικά και λειτουργικά ταυτόχρονα.

Την ίδια ώρα φυσικά που ανοίγει την τεράστια παγίδα να θεωρηθεί ο δημιουργός ως συνέχεια του έργου του. Για χρόνια, πιο πιτσιρικάς, προσπαθούσα να καταλάβω πώς γίνεται ο δημιουργός του συγκεκριμένου φιλμ, οι επιλογές και η δημόσια παρουσία του να είναι τόσο ασύμβατη με τον πρωταγωνιστή όπου και ο ίδιος ενσάρκωνε μάλιστα. Ποτέ δεν κατάλαβα πώς μπορείς να κάνεις παρέα με τον Αντώνη Σαμαρά!

Και τελικά σε αυτό το σημείο ήταν που συνειδητοποίησα, όχι για να χαρίσω κανένα απολύτως άλλοθι, αλλά γιατί κάπως έτσι θεωρώ ότι δουλεύει η σχέση μεταξύ έργου και δημιουργού…ότι δηλαδή αυτά τα δύο είναι όντως άσχετα μεταξύ τους. Ότι κυρίως το έργο δεν ανήκει στο δημιουργό όταν φεύγει από αυτόν.

Αν εξαιρέσεις τις περιπτώσεις της στρατευμένης τέχνης όπου εκεί το δημιούργημα αποτελεί όντως συνέχεια της στάσης του δημιουργού, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις καλλιτεχνικής δημιουργίας, ο καλλιτέχνης παρατηρεί, σκάβει, κόβει, πετάει και τελικά παρουσιάζει τον αφρό, την καλύτερη στιγμή της δημιουργίας του. Όχι όμως και της ύπαρξής του.

Γιατί μόλις φύγει από εκείνον, δεν του ανήκει.

Δεν υπάρχει απαραίτητα αυτή η ενοποίηση που θεωρούμε ότι σαν ευθύγραμμο τμήμα ξεκινάει από το δημιουργό και φτάνει στο έργο του.

Οι καλλιτέχνες λειτουργούν εμπνευσμένα και έχοντας «πάρει» από το γύρω τους, από τις καταβολές και ό,τι τους εμπνέει, ανασυνθέτουν, βάζουν τα φίλτρα και την αισθητική τους και ξανα-γεννάνε, δίνοντας πίσω κάτι που μέσα από μια σπειροειδή εξέλιξη είναι πλέον καινούριο.

Το πρόβλημα δεν έχει να κάνει απαραίτητα λοιπόν με το γιατί ο τάδε καλλιτέχνης μας κάνει εντύπωση ότι εκφράζει μια ακραία συντηρητική άποψη που «δεν του το ΄χαμε» κιόλας, αλλά ότι η ίδια η κοινωνία του έχει φορέσει το μανδύα του αλάθητου τοτέμ που μάλιστα υπερασπίζεται μετά από την κάθε χυδαιότητα που  εκφέρει από καθωσπρεπισμό και σεβασμό.

Όταν αποφασίζεις να μιλήσεις δημόσια, για ζητήματα που άπτονται του δημόσιου λόγου και επιλέγεις να μιλήσεις σεξιστικά, φασιστικά και ρατσιστικά, δε θα σε σώσει το έργο σου.

Θα κριθείς γι’ αυτά ακριβώς που είπες, γιατί απευθύνεσαι σ’ ένα σύνολο που βράζει γι’ αυτά που τον καίνε, όπως ο λανθάνων σεξισμός που διαχέεται παντού, ο ρατσισμός των μικρών και μεγάλων στιγμών της καθημερινότητας ή ότι άλλο θεωρεί ότι του θίγεις.

Κι αυτό γιατί απευθύνεσαι σε αυτούς, που χωρίς αυτούς δε θα υπήρχες. Μια συνέντευξη σε ΜΜΕ ή η παρουσία σε δημόσιο χώρο δεν είναι παρουσίαση σε εκλεκτούς φίλους ή κολλητούς μουσικολόγους και κινηματογραφικούς κριτικούς οι οποίοι είτε σε αποδέχονται και σε κάνουν παρέα ή θεωρούν ότι έτσι θα κερδίσουν κάτι κολακεύοντάς σε, αλλά είναι μια παρουσίαση του τί πιστεύεις στ’ αλήθεια.

Κι όσο μια κοινωνία έχει ανάγκη και μπορεί να προχωρήσει από στιγμές της τέχνης, καθόλου, μα καθόλου δεν έχει ανάγκη από τα τοτέμ της.

Κι όσο δεν υπάρχει αυτή η κριτική, για το ότι ο τάδε ή η δείνα καλλιτέχνες λειτουργούν – ασχέτως απ’ το έργο τους – με τρόπο που επιτίθεται στις ανάγκες της κοινωνίας, τόσο οι σκοτεινές και συντηρητικές απόψεις θα κερδίζουν χώρο.

Και δεν είναι καν το «γήρας» που μπορεί να έρθει σαν άλλοθι, για να πεις ότι ο τάδε ή η δείνα ξαφνικά έχουν χάσει τη διασύνδεση με την κοινωνία ή η ηλικία τους συντηρητικοποίησε ή θόλωσε τη ματιά τους.

Κάπου εκεί λες που υπάρχει αυτή η διαχωριστική γραμμή που χωρίζει το έργο από το δημιουργό. Αλλού είναι η «Παράγκα» κι αλλού ο Διονύσης Σαββόπουλος, αλλού τα τραγούδια της Αφροδίτης Μάνου κι αλλού η σημερινή πολιτική της συγκρότηση.

Αλλά κανέναν μα κανέναν δημιουργό και καλλιτέχνη δεν θα σώσει η δικαιολογία ότι είναι αυτοί που είναι, το έργο που κουβαλάνε ή τα μεγάλα τοτέμ που δικαιούνται να εκφράζουν αυτό που πιστεύουν και από δήθεν σεβασμό, αυτό να μένει αναπάντητο.

Γιατί οι κοινωνίες προχωρούσαν πάντα μπροστά, με αναίδεια, θράσος και παιδικότητα. Όχι με δήθεν σεβασμό σε αυτά που δεν θα έπρεπε να «πειράξουν» ή να θίξουν.

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.