Γερμανόφιλοι και Ιταλόφιλοι στα μετόπισθεν

Ιταλοί και Αλβανοί πράκτορες ανιχνεύουν προθέσεις και βρίσκουν ευήκοα ώτα στις ανώτερες βαθμίδες της μεταξικής δικτατορίας και της στρατιωτικής ιεραρχίας

Αρτέμης Ψαρομήλιγκος 28/10/2019 | 15:34

«Είμαι εθνικοσοσιαλιστής […]. Αν έχω να διαλέξω ανάμεσα σε μια αγγλοκρατούμενη και σε μια ιταλοκρατούμενη Ελλάδα είναι αυτονόητο τι διαλέγω […]. Αν η Ελλάδα γίνει πεδίο μάχης για να συντριβεί η Αγγλία, μου φαίνεται εύλογο ότι κάθε πραγματικός Eλληνας οφείλει να συμβάλει σ' αυτό...»

Ευάγγελος Κυριάκης

Η νίκη των Ελλήνων επί των Ιταλών μετά την 28η Οκτωβρίου 1940 εξέπληξε ευχάριστα τη δημοκρατική ανθρωπότητα. Αυτό που εκπλήσσει σήμερα είναι το πώς επιτεύχθηκε αυτή η νίκη κόντρα σε τόσους απρόθυμους να πολεμήσουν, σε τόσους «εν αναμονή» συνεργάτες του Αξονα, σε μια τόσο μεθοδική διάβρωση που είχε γίνει και ακουμπούσε τα ανώτατα κλιμάκια της ελληνικής κρατικής ιεραρχίας.

Η δράση «πέμπτης φάλαγγας» στην προπολεμική Ελλάδα είναι σήμερα ιστορικά αδιαμφισβήτητη, όπως ήταν και τότε γνωστή στις συμμαχικές και τις ελληνικές υπηρεσίες ασφαλείας. Και όπως με τρόπο εμφατικό επιβεβαιώθηκε από τη μεταπήδηση στελεχών του μεταξικού καθεστώτος στην υπηρεσία των αρχών Κατοχής.

Η σύνθεσή της ήταν ετερόκλητη. Στις τάξεις της συνωθούνταν οικονομικοί παράγοντες με ισχυρά συμφέροντα, κυρίως με τη Γερμανία, γραφικοί αλλά επικίνδυνοι φασίστες και εθνικοσοσιαλιστές εγχώριας κοπής, στρατιωτικοί απρόθυμοι να πολεμήσουν σε μια αναμέτρηση που θεωρούσαν εκ προοιμίου χαμένη, πολιτικοί και πολιτευτές του αστικού κόσμου –Λαϊκοί και Φιλελεύθεροι– που δεν συμμερίζονταν τον αγγλόφιλο προσανατολισμό του Μεταξά.

Ιταλική διείσδυση μέσω πολιτισμού

Η ιταλική διείσδυση καταγράφεται αρχικά με το φιλοφασιστικό κόμμα του Γεώργιου Μερκούρη στην Αθήνα και από το 1928 στη Θεσσαλονίκη με την ίδρυση των «Κάζα ντέλι Ιταλιάνι» και «Φάτσιο Ιταλιάνο ντι Σαλόνικα». Στους ιταλόφιλους κατατάσσονται ο Ιωάννης Κουρούνης, υπεύθυνος της ελληνόφωνης εκπομπής του ραδιοσταθμού του Μπάρι που διέδιδε τη φασιστική προπαγάνδα στην Ελλάδα, ο ανταποκριτής του Μάριος Βαϊάνας, ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ρώμης Γεώργιος Ζώρας. Κουρούνης και Ζώρας εξέδωσαν το 1938 το περιοδικό «Ράδιο-Επιθεώρηση», η κυκλοφορία του οποίου επετράπη έως την κήρυξη του πολέμου.

Μάλιστα, ο Κουρούνης συμμετείχε κατά την Κατοχή και στη σύνταξη της προπαγανδιστικής καθημερινής εφημερίδας «Κουαδρίβιο», ελληνική έκδοση της ιταλικής ημερησίας «Τίβερης». Η «Κουαδρίβιο» αν και αυτοχαρακτηριζόταν «εφημερίς της Νέας Τάξεως» ασκούσε έντεχνα την προπαγάνδα της προτάσσοντας κυρίως πολιτιστικά θέματα και στις σελίδες της συγκέντρωσε ονόματα της ελληνικής διανόησης όπως οι Φώτος Γιοφύλλης, Γρ. Ξενόπουλος, Κλ. Παράσχος, Κ. Καιροφύλλας, Φ. Κόντογλου, Α.Μ. Λιδωρίκης, Μιχ. Τόμπρος κ.ά.

Ομως στην ιταλόφιλη παράταξη δεσπόζουσα θέση κατέχει ο Σωτήριος Γκοτζαμάνης (υπουργός Υγιεινής και Προνοίας το 1932-33 επί κυβερνήσεως Παν. Τσαλδάρη), ο οποίος αναδείχτηκε σε μόνιμο υπουργό των δύο πρώτων κατοχικών κυβερνήσεων, εκπροσωπώντας σταθερά τα συμφέροντα της Ρώμης.

Από τις αρχές του 1940 οι Ιταλοί θέτουν εντατικά σε εφαρμογή σχέδιο για να προλειάνουν με πολιτικά μέσα το έδαφος για τη στρατιωτική επίθεση στην Ελλάδα. Ο γαμπρός του Μουσολίνι και υπουργός Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο είναι πεπεισμένος πως οι Ελληνες στρατηγοί είναι έτοιμοι να «ρευστοποιήσουν» τον Μεταξά, ενώ στηρίζεται και στη βοήθεια μιας αλβανικής «πέμπτης φάλαγγας».

Αναθέτει στον διάσημο λογοτέχνη και δημοσιογράφο Κούρτσιο Μαλαπάρτε, έναν από τους «πνευματικούς πράκτορες» του καθεστώτος, την «πιο φιλόδοξη αποστολή» του. Συναντιούνται στις 20 Μαρτίου 1940 στη Νάπολη. Του αναθέτει να πάει στην Αθήνα για να δει μερικούς αξιωματούχους του Γενικού Επιτελείου και της κυβέρνησης. Μάλιστα του προκατέβαλε και τις δαπάνες του ταξιδιού.

Το πρόσχημα είναι η ιδιότητα του απεσταλμένου της «Corriere della Serra» και σκοπός η εξοικείωση του ιταλικού κοινού με την επικείμενη επίθεση «λόγω της αντιιταλικής ίντριγκας της κυβέρνησης των Αθηνών». Οι οδηγίες για την «ημιεπίσημη αποστολή» είναι σαφείς: «Στο μεταξύ μπορείς να δημοσιεύσεις άρθρα ποικίλης ύλης που θα δικαιώνουν τη φιλειρηνική παρουσία μου». Ο Μαλαπάρτε αναχωρεί αεροπορικά με εντολές του Τσιάνο εναντίον και του «παλιομοδίτη» και «ντεφετιστή» πρεσβευτή: «Ο Γκράτσι μπορεί να γράφει ό,τι θέλει, αλλά τον πόλεμο με την Ελλάδα θα τον κάνω μόνος μου».

Ο «ανταποκριτής» ζητεί αλλά αποτυγχάνει να έχει συνάντηση με τον Μεταξά με τον οποίο όμως μοιράζονται τον θαυμασμό για τη δικτατορία. Συχνάζει σε ρεστοράν και μιλά με όλους τραβώντας την προσοχή των βρετανικών –και ίσως των γερμανικών– υπηρεσιών αντικατασκοπείας. «Είχε όμως την ανάθεση να διαφθείρει Ελληνες στρατηγούς; Τέτοια κατηγορία δεν αποδείχτηκε».

Στον πρώτο κύκλο των ανταποκρίσεων εκθειάζει τα φολκλορικά στοιχεία της Ελλάδας και των Ελλήνων αλλά στον δεύτερο κύκλο γίνεται δηλητηριώδης, όσο πλησιάζει η ώρα της επίθεσης. Η Ελλάδα είναι «μια χώρα σάπια». Θυμάται πως ο Μεταξάς –ο μοναδικός αυθεντικός θαυμαστής του Μουσολίνι– «είναι ένας σατράπης, πρόθυμος διεκπεραιωτής των βρετανικών εντολών που μόνο κίνητρο έχει το μίσος κατά της Ιταλίας».

Ο Γκράτσι είναι πιο συγκρατημένος και προειδοποιεί τον Τσιάνο πως «ο πόλεμος δεν είναι παιδικό παιχνίδι – η Ελλάδα ήταν απολύτως ετοιμοπόλεμη και αποφασισμένη να υπερασπιστεί τα σύνορά της». Στις 27 Οκτωβρίου 1940 ένα ιταλικό λυρικό συγκρότημα θα παρουσιάσει στην Αθήνα την όπερα «Μαντάμα Μπατερφλάι», παρουσία του βασιλιά, του Μεταξά και του Γκράτσι σε κλίμα χαμόγελων και φιλοφρονήσεων. Σε λίγες ώρες, ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου (επέτειο της φασιστικής πορείας προς τη Ρώμη του 1922), ο Ιταλός πρεσβευτής θα χτυπήσει την πόρτα του Ελληνα δικτάτορα και θα λάβει στα γαλλικά τη γνωστή απάντηση «Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμος!».

Μαλαπάρτε: Ενας γοητευτικός χαμαιλέοντας

Ο Μαλαπάρτε (ψευδώνυμο του Κουρτ Σούκερτ) είναι αναμφίβολα ένας γοητευτικός χαμαιλέοντας. Εκκεντρική, πολυσχιδής και αντιφατική προσωπικότητα. Φασίστας από το 1922, απομακρύνεται το 1930. Μετά την Ελλάδα θα ξαναχρησιμοποιηθεί από το ιταλικό επιτελείο και κατά την επίθεση εναντίον της Γαλλίας τον Ιούνιο του 1941. Προσκολλημένος στο 5ο Σύνταγμα Αλπινιστών από την εφημερίδα «Τέμπο» γράφει από το γαλλικό μέτωπο για τη «θαυμαστή εποποιία, την τέλεια τεχνική, την ηρεμία, το κουράγιο, την ύψιστη περιφρόνηση του θανάτου» από τους Ιταλούς. Βρίσκεται εθελοντικά απεσταλμένος ιταλικών εφημερίδων στο μέτωπο της Ουκρανίας κατά την έναρξη της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα» τον Ιούλιο. Στις ανταποκρίσεις του όμως διαφαίνεται ένας υπόρρητος θαυμασμός για τη δυναμική του σοβιετικού καθεστώτος και του Κόκκινου Στρατού. Προειδοποιεί με τα γραπτά του πως η νίκη δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε εξασφαλισμένη.

Ο Γκέμπελς θεωρεί τα ρεπορτάζ του ηττοπαθή και διατάσσει την ανάκλησή του. Ο Μαλαπάρτε θα «μετακομίσει» και θα καταγράψει την πολιορκία του Λένινγκραντ από τη μεριά των Φινλανδών. Προϊόν της εμπειρίας του θα αποτελέσει το αριστουργηματικό έργο «Οι πηγές του Βόλγα». Μετά τον πόλεμο μεταστρέφεται πλήρως –όπως άλλωστε πολλοί Ιταλοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες– προς τα αριστερά. Συναντάται με τον κομμουνιστή ηγέτη Τολιάτι και προσχωρεί στο ιταλικό ΚΚ. Χτίζει σε δικά του σχέδια την περίφημη βίλα του στο Κάπρι. Εναν χρόνο πριν από τον θάνατό του, το 1957, επιστρέφει στη χριστιανοδημοκρατία.

Δεν γνωρίζουμε τα αποτελέσματα της επίσκεψης Μαλαπάρτε. Ομως στις 29 Ιουνίου 1940 ο υπαρχηγός ναυτικού, ναύαρχος Αλέξανδρος Σακελλαρίου, δίνει την πληροφορία στον Ιταλό πρεσβευτή Γκράτσι ότι τρία αγγλικά αντιτορπιλικά στάθμευαν στη Μονεμβασιά. Ηταν μια πληροφορία που ισοδυναμούσε με το επιθυμητό για τους Ιταλούς casus belli. Ο Σακελλαρίου δεν πέρασε τελικά με τον Αξονα, αλλά δεν ανέκτησε την εμπιστοσύνη των Συμμάχων, οι οποίοι τον παρόπλισαν στη διάρκεια του πολέμου στέλνοντάς τον διπλωματικό απεσταλμένο στην Ουάσινγκτον, ακριβώς για να μη βρίσκεται στο Κάιρο. Ο ίδιος δεν θα διστάσει να αντεπιτεθεί στον πρωθυπουργό Τσουδερό: «Ενας υπόπτου προελεύσεως άνθρωπος προεχρίσθη ως πρωθυπουργός και κατέστη δικτάτωρ. Με απαξίωσε και τηλεγραφικώς μου ανήγγειλε: “Αποδεχόμενοι την παραίτηση του Ναυάρχου Σακελλαρίου, αποστέλλομε αυτόν εις Ηνωμένας Πολιτείας”».

Η σοβαρότερη κίνηση εκδηλώθηκε τον Ιούλιο του 1940 από τον υπαρχηγό του ΓΕΣ Κωνσταντίνο Πλατή. Ο στρατηγός Πλατής, ο οποίος είχε διατελέσει υφυπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Δεμερτζή, επικαλούμενος γερμανική δυσαρέσκεια προς τον Παπάγο ζήτησε την αντικατάσταση του άμεσου προϊσταμένου του. Ο Πλατής θα συλληφθεί. Το επιβεβαιώνει ο στρατιωτικός ακόλουθος της ιταλικής πρεσβείας Λουίτζι Μοντίνι που αναφέρει: «Είχε διατυπώσει τη γνώμη πως η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι στο πλευρό του Αξονα. Συνελήφθη αλλά τα νερά γρήγορα ηρέμησαν». Στις 5 Ιουλίου ο Μεταξάς σημειώνει: «Προς το παρόν ησυχία. Υποψίαι διά μερικούς αξιωματούχους –ένα Υπουργόν, ένα Ναύαρχον και ασφαλώς ένα Στρατηγόν και ίσως και άλλους– θέλοντας να εκμεταλλευθούν ιδιοτελώς την όψιμον γερμανοφιλίαν των».

Στις 24 Αυγούστου 1940 ο Ιταλός διοικητής της Αλβανίας Φραντσέσκο Τζιακομόνι απαντά στον κόμη Τσιάνο: «Είναι εντύπωση πολλών πως οι ελληνικές αρχές σκέφτονται να εγκαταλείψουν την Τσαμουριά (σ.σ.: Θεσπρωτία). Επιβεβαίωση αυτού φαίνεται να δίνεται από τα ακόλουθα γεγονότα. Προς το παρόν δεν έχουν σταλεί ενισχύσεις στο αλβανικό μέτωπο. Ο Νεμπίλ Ντίνο, του ανώτατου φασιστικού Συμβουλίου Τιράνων ο οποίος έχει πάει στη (γενέτειρά του) Πρέβεζα να κάνει επαφές με τους φίλους του, παραμένει ως τώρα ανενόχλητος στην περιοχή».

Ο Νεμπίλ Ντίνο είχε στείλει ιδιαιτέρως αισιόδοξες αναφορές πως «Αλβανοί πράκτορες στην Ελλάδα εγγυόνταν την άμεση παράδοση συγκεκριμένων Ελλήνων στρατιωτικών ηγετών μόλις ο ιταλικός στρατός θα περάσει τα σύνορα». Ο Νεμπίλ ήταν αδερφός του Τζεμίλ Ντίνο, ο οποίος είχε διεισδύσει στην αυλή του βασιλιά Ζόγου και είχε παντρευτεί την κόρη του Αλβανού πρωθυπουργού Σεφτκέτ Βερλάτσι.

Μάλλον πιο αποδοτική ήταν η αποστολή στην Αθήνα του Αλβανού πράκτορα των Ιταλών, έναν μήνα πριν από την επίθεση. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1940 φτάνει ο Nεμπίλ Ντίνο, προσωπικός απεσταλμένος του Γκαλεάτσο Τσιάνο. Μεταφέρει 5.000.000 ιταλικές λίρες σε 50 επιταγές για τους «Ελληνες φίλους». Σε 10 μέρες ζητεί άλλα 5.000.000 καθώς βρήκε την αναμενόμενη ανταπόκριση.

Οπαδοί του Μεταξά «μεταμορφώνονται» σε φιλοναζί

Το ναζιστικό καθεστώς όχι μόνο δεν εναντιώθηκε στη δικτατορία Μεταξά αλλά καλλιέργησε –και πέτυχε– την ανάπτυξη των διμερών σχέσεων. Τον Σεπτέμβριο του 1936 –τις ημέρες που ο Γκέμπελς επισκεπτόταν την Αθήνα–  ο ναζιστικός «Λαϊκός Παρατηρητής» σημείωνε με ικανοποίηση πως η Ελλάδα με τον Μεταξά «είχε μπει ήδη στη λίστα των αυταρχικών πολιτευμάτων». Ο Γερμανός πρεσβευτής Βίκτορ Ερμπαχ θα επισημάνει προς το Βερολίνο πως «δεν μπορούμε να σκεφτούμε καμία κυβέρνηση στην Ελλάδα που θα έδειχνε τόση κατανόηση προς τη νέα Γερμανία». Το ελληνογερμανικό εμπόριο γιγαντώθηκε μέσω του «κλίρινγκ» με τη Γερμανία να απορροφά αγροτικά προϊόντα και την Ελλάδα να προμηθεύεται όπλα κατά κύριο λόγο από τη Γερμανία. Η βρετανική αντίδραση ήταν να ζητήσουν τον Ιανουάριο του 1937 την παραίτηση του υπουργού Οικονομικών Κων. Ζαβιτσάνου. Πράγματι στο τέλος του ’37 η Γερμανία απορροφούσε διπλάσιες ελληνικές εξαγωγές από ό,τι η Βρετανία.

Σίτσα: Το «στυγερό έγκλημα» Γλέζου, Σάντα

Μέσα όμως στο αγγλόφιλο ακροδεξιό μεταξικό καθεστώς είναι φυτεμένοι άνθρωποι «εν αναμονή» για να υπηρετήσουν τα ναζιστικά πιστεύω τους ή να επωφεληθούν από τη γερμανική κυριαρχία. Στους «ιδεολογικούς αστέρες» συμπεριλαμβάνεται η Σίτσα Καραϊσκάκη. Φανατική ναζίστρια, έλαβε διδακτορικό Φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου το 1924 και απέσπασε επαίνους από τον Γκέμπελς και τον Ρόζενμπεργκ. Το 1932 παντρεύτηκε τον Γερμανό βιοµήχανο Φον Μπάχµαν. Υπηρέτησε το καθεστώς Μεταξά και πήρε μέρος στην ελληνική αποστολή στους Ολυμπιακούς του 1936. Εύκολα μεταπήδησε, μετά τη συνθηκολόγηση, στην υπηρεσία της γερμανικής πρεσβείας ως σύμβουλος Τύπου και Διαφώτισης σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Χαρακτήρισε «στυγερό έγκλημα» το κατέβασμα της σβάστικας από την Ακρόπολη. Μετά την Απελευθέρωση καταδικάστηκε δις εις θάνατον αλλά είχε διαφύγει. Βρέθηκε με τον σύζυγό της στην Ανατολική Γερμανία. Γύρισε στην Ελλάδα το 1963. Τον Απρίλιο του 1973 η δικτατορία τής απένειμε σύνταξη και μετά την πτώση της τον Σεπτέμβριο, επί υπουργού Πολιτισμού Κ. Τσάτσου το ποσό τής καταβλήθηκε αναδρομικά!

Στην ίδια συνομοταξία ανήκε ο Ευάγγελος Κυριάκης, υπεύθυνος του ραδιοσταθμού του Βερολίνου. Παραμονές της επίθεσης συζητά στο Βερολίνο με τον Ιωάννη Βουλπιώτη και εύχεται την ήττα της Ελλάδας: «Και ξέρετε πολύ καλά ότι η αλήθεια βρίσκεται στον εθνικοσοσιαλισμό. Ο Μεταξάς θέλησε να γίνει όργανο των Εγγλέζων και πρόδωσε τη χώρα του, επιβάλλοντας μια βασιλική δικτατορία, ώστε να μη μιλάει κανείς κι αυτός να κάνει τις δουλειές των Εβραίων τραπεζιτών του Λονδίνου. Εγώ σε τι μπορώ να τον βοηθήσω και γιατί; […] Αν έχω να διαλέξω ανάμεσα σε μια αγγλοκρατούμενη και σε μια ιταλοκρατούμενη Ελλάδα, είναι αυτονόητο τι διαλέγω. Είμαι εθνικοσοσιαλιστής γιατί πιστεύω στη μεγαλοφυΐα του Φύρερ, του οποίου η σκέψη είναι αλάνθαστη. Αν η Ελλάδα γίνει πεδίο μάχης για να συντριβεί η Αγγλία, μου φαίνεται εύλογο ότι κάθε πραγματικός Ελληνας οφείλει να συμβάλει σ' αυτό...».

Στους παραπάνω συγκαταλέγονται ακόμη ο ιδρυτής των μελανοχιτώνων, εκδότης Αλέξανδρος Γιάνναρος και ο Ιωάννης Βουγιουκλάκης (κατοχικός νομάρχης Αρκαδίας). Ακραιφνής γερμανόφιλος ήταν και ο υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης της 4ης Αυγούστου Κωνσταντίνος Κοτζιάς. Πήρε μέρος στην «κίνηση» προσχώρησης στον Αξονα το καλοκαίρι του ’40 και μόλις απέφυγε τη σύλληψη. Ο δικτάτορας θα σημειώσει στο ημερολόγιό του: «Εξηγήσεις Κοτζιά, δηλώσεις αφοσιώσεως. Αλλά... το γεγονός μένει».

Στον επιχειρηματικό χώρο ο Ιωάννης Βουλπιώτης της Siemens, ο Νικολόπουλος, διευθυντής της Lufthansa, ο Πλάτων Χατζημιχάλης, αντιπρόσωπος των γερμανικών ελαστικών «Continental» και κατοχικός υπουργός Οικονομίας. Στον ακαδημαϊκό χώρο οι καθηγητές της Ιατρικής Κ. Λογοθετόπουλος, της Θεολογίας Νικ. Λούβαρις (υπεύθυνος της εκπαίδευσης των Ταγμάτων Ασφαλείας) και ο γιατρός Νικ. Χριστοφοράκος (πατέρας του φυγόδικου).

Σε συνωμοσίες την περίοδο 1936-1940 (με επίκεντρο των ζυμώσεων το σπίτι του Λούβαρι στον Αρδηττό) αναμείχθηκαν οι Θεόδωρος Σκυλακάκης (απότακτος κινηματίας του 1923, υπουργός Εσωτερικών της 4ης Αυγούστου μέχρι τον Δεκέμβριο του 1936), πτέραρχος Γεώργιος Ρέππας (πρωτοπαλίκαρο της παλινόρθωσης του βασιλιά το 1935), Περικλής Κάβδας (στις 18 Σεπτεμβρίου 38 ο Μεταξάς σημειώνει: «Ζήτημα Κάβδα. Αρχική μου σκέψις να παραιτηθή υπέστη απείρους μεταβολάς και κυμάνσεις. Αλλά δεν χωρίζεται κανείς τους δυνατούς αρκεί να υποκύψουν, και υπέκυψε»). Εκτοπίστηκαν οι πολιτικοί Θεοδ. Τουρκοβασίλης (το 1943 διορίστηκε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος), Σωτ. Γκοτζαμάνης, Στέφ. Στεφανόπουλος (πρωθυπουργός της Αποστασίας), Πέτρος Μαυρομιχάλης («Προ δύο μηνών επλησίασε τους Γερμανούς. Τι παλιάνθρωπος!»), Πέτρος και Περικλής Ράλλης.

Το φθινόπωρο του 1940 η Γερμανία δεν έβαζε «όλα της τα λεφτά» στην ανατροπή του Μεταξά. Παραμονές της 28ης Οκτωβρίου ο υφυπουργός Εξωτερικών Μαυρουδής θα καταθέσει πρόταση στον Γερμανό πρεσβευτή Ερμπαχ με την οποία η Ελλάδα αποδεχόταν παραχώρηση βάσεων στον Αξονα. Τον Δεκέμβριο του 1940 σε αναφορά του γερμανικού 6ου Γραφείου για τους συνθηκολόγους: «Είναι διατεθειμένοι να κάνουν μικρές εδαφικές παραχωρήσεις στη Βουλγαρία ή άλλες μικρές χώρες».

 Μετά τον θάνατο του Μεταξά στο Γενικό Επιτελείο κυριάρχησαν οι ηττοπαθείς, αλλά δεν εκδηλώθηκαν διότι «στερούνταν ηγεσίας, ήταν εξαιρετικά ανομοιογενείς και χωρίς καθαρή πολιτική». Ο πρεσβευτής Ερμπαχ στις 6 Μαρτίου 1941 θα τηλεγραφήσει στον υπουργό Εξωτερικών Ρίμπεντροπ: «Ο πρώην δικτάτορας Πάγκαλος μιλώντας με τον Ρουμάνο πρεσβευτή πρότεινε την πραξικοπηματική ανατροπή της ελληνικής κυβέρνησης και την εγκαθίδρυση μιας φιλογερμανικής».

Την ίδια περίοδο ο Τσολάκογλου ήρθε σε επαφή με το γερμανικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη. Η συνωμοσία είχε όμως αποκαλυφθεί και απομακρύνονται οι στρατηγοί Ι. Δράκος, Γ. Κοσμάς και Δ. Παπαδόπουλος. Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης στις 12 Απριλίου, ο διοικητής Στρατιάς Μπακόπουλος θα υπογράψει παράδοση, ενώ οι διοικητές στην Αλβανία ζητούν από την Αθήνα την άμεση σύναψη ανακωχής. Οι Βρετανοί πιέζουν για άμυνα στις Θερμοπύλες ώστε να εξασφαλίσουν την αποχώρησή τους. Στις 20 Απρίλιου Τσολάκογλου, Δεμέστιχας και Μπάκος συνθηκολόγησαν.

Μετά την κατάληψη της Ελλάδας οι Γερμανοί αγνόησαν τους Ελληνες προπολεμικούς εθνικοσοσιαλιστές, θεωρώντας τους γραφικούς. Η «λύση Πλαστήρα» τούς φάνηκε πιο ενδιαφέρουσα. Διέθετε το «πλεονέκτημα» πως είχε αποκηρύξει το Οχι. Ο αξιωματικός των SS Ρόναλντ Nόσεκ αναχώρησε για τη Νίκαια της Γαλλίας για να βολιδοσκοπήσει τον αυτοεξόριστο. Οι συζητήσεις συνεχίστηκαν στο Παρίσι μεταξύ του στρατηγού και Γερμανών αξιωματούχων οι οποίοι του πρότειναν να αναλάβει την εξουσία, αλλά δεν τελεσφόρησαν. Τελικά οι Γερμανοί κατέληξαν να διορίσουν κυβέρνηση από πρώην αντιπάλους τους, στρατηγούς του πολέμου 1940-41.

Μια απάντηση στο αρχικό ερώτημα: Τελικά ποιος πολέμησε; Πολέμησαν οι πολλοί. Και αξιωματικοί και στρατιώτες. Και ήταν πολύ περισσότεροι από τους «πεμπτοφαλλαγγίτες». Ηταν όλοι αυτοί που δεν αποδέχτηκαν την ήττα και σε λίγους μήνες δημιούργησαν την Αντίσταση.

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.