Είναι πλέον οι ΗΠΑ ακυβέρνητες πολιτείες;

«Θα επιστρέψω με τον ένα ή τον άλλο τρόπο» υποσχέθηκε στους συγκεντρωμένους οπαδούς του ο Ντόναλτ Τραμπ, λίγο πριν αποχωρήσει από τον Λευκό Οίκο. 

Στέλιος Κούλογλου 21/01/2021 | 23:01

Ο διάδοχος του είναι ένας έμπειρος πολιτικός και προφανώς έχει υπόψιν του το δύσκολο έργο που τον περιμένει, μετά τις διαδοχικές τραγωδίες του τραμπισμού και της πανδημίας. Μπορεί όμως να καταφέρει να ενώσει ξανά την Αμερική;
 
O Τραμπ είναι ο μοναδικός Αμερικανός πρόεδρος που τον 20ο αιώνα δεν παρέστη στην ορκωμοσία του διαδόχου του. Αυτή η κίνηση έχει μεγάλη συμβολική αξία, αλλά υπάρχει κάτι χειρότερο: τις ακραίες θέσεις του Τραμπ έχει υιοθετήσει ένα σημαντικό μέρος, όχι μόνο της αμερικανικής κοινωνίας αλλά και του κατεστημένου του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
 
Βασικά  στελέχη του συντάχθηκαν με την εντελώς αβάσιμη θέση του Τραμπ για τη νοθεία στις εκλογές και η συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών του κόμματος ψήφισε κατά της καθαίρεσης του απερχόμενου προέδρου, παρότι είναι προφανές ότι υποκίνησε την επίθεση ενάντια στο Καπιτώλιο, υποτίθεται τον ναό της αμερικανικής δημοκρατίας.
 
Η ανοχή σε αυτή την ιεροσυλία, από ένα μέρος του «βαθέως κατεστημένου» οφείλεται στο βαθύ διχασμό της αμερικανικής κοινωνίας. Τα καλά νέα είναι ότι ο νέος πρόεδρος δείχνει να το έχει συνειδητοποιήσει, όπως και τις ιστορικές του ρίζες.  «Γνωρίζω ότι οι δυνάμεις που μας χωρίζουν είναι βαθιές και πραγματικές », είπε στην ομιλία της ενθρόνισης. «Γνωρίζω όμως ότι αυτό δεν είναι καινούργιο..
 
..Η ιστορία μας είναι μια διαρκής μάχη ανάμεσα στο αμερικανικό ιδανικό, ότι όλοι έχουμε γεννηθεί ίσοι και την σκληρή, άσχημη πραγματικότητα του ρατσισμού, του φόβου και της δαιμονοποίησης που μας διχάζει», πρόσθεσε, αναφερόμενος ακριβώς στις βαθύτερες κοινωνικές και πολιτιστικές αιτίες.
 
Αλλά είναι ένα ζήτημα να βλέπεις το πρόβλημα και άλλο θέμα να μπορείς να το διορθώσεις. Η εμπειρία μου από τις παλιότερες, συνεχείς, ερευνητικές αποστολές στις ΗΠΑ είναι ότι υπάρχει ένα  αυξανόμενο μίσος, μια διάθεση καταστροφής του πολιτικού αντιπάλου, που δύσκολα συναντάει κανείς στην Ευρώπη και μοιάζει ακατανόητη, όταν έχουμε μπροστά μας την εικόνα του καλοκάγαθου Αμερικανού. Από την εκλογή του Κλίντον το 1992 έχει ενταθεί αυτός ο ακήρυχτος πόλεμος -που είχε να κάνει και με την λίγο χίπη, λίγο μαριχουάνα κουλτούρα του νεαρού Μπιλ- και που οδήγησε στην προσπάθεια ανατροπής του το 1998, με πρόσχημα το σκάνδαλο Λουίνσκι.
 
Από τότε οι σχέσεις επιδεινώθηκαν και ο Τραμπ αποθέωσε αυτές τις  διαφορές που σχετίζονται και με τον -ανοιχτό ή καλυμμένο- ρατσισμό αρκετών Λευκών κατά των πρώην Μαύρων δούλων αλλά και με τις μεγάλες διαφορές πρόσβασης στην εκπαίδευση, τον πλούτο και το «αμερικανικό όνειρο» ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και τις περιφέρειες-πολιτείες της χώρας.
 
Αυτός ο ακήρυκτος, χαμηλής έντασης εμφύλιος κορυφώθηκε το 2000 όταν ο Μπους ανακηρύχθηκε πρόεδρος στα δικαστήρια , παρότι είχε χάσει τη λαϊκή ψήφο. Χάρις σε μερικούς αμφισβητούμενους ψήφους στη Φλόριδα, όπου χιλιάδες Μαύροι είχαν αδικαιολόγητα χάσει τα πολιτικά τους δικαιώματα και το δικαίωμα ψήφου.
 
Γνώρισε μια ανακωχή το 2001 λόγω της τρομοκρατικής επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους που ένωσε του Αμερικανούς, αλλά ξανάρχισε με τον πόλεμο στο Ιράκ και την εκλογή το 2008 του Μπαράκ Ομπάμα, που είχε να αντιμετωπίσει το αδιάλλακτο αντάρτικο των Ρεπουμπλικάνων βουλευτών και Γερουσιαστών. Παρότι κανείς τότε δεν αμφισβήτησε ότι ο Ομπάμα κέρδισε άνετα τις εκλογές.
 
Πως θα κυβερνηθεί  σήμερα μια χώρα, όπου ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού πιστεύει ότι ο σημερινός πρόεδρος έχει εκλεγεί με νοθεία
, αποτέλεσμα μιας συνωμοσίας παιδόφιλων που θέλουν να καταστρέψουν τις αμερικανικές αξίες; Πρόκειται για δύο αντίπαλα στρατόπεδα που έχουν τελείως διαφορετική αντίληψη για την πραγματικότητα. Είναι σε μεγέθυνση αυτό που διαβάζει κανείς για την ελληνική κυβέρνηση, στα φιλοκυβερνητικά και αντικυβερνητικά μέσα ενημέρωσης.
 
Μόνο που, για το θέμα που συζητάμε, δεν πρόκειται για μια μικρή χώρα στα Βαλκάνια, αλλά για ένα Ιmperium που καλείται όχι μόνο να κατευνάσει τους εσωτερικούς του δαίμονες αλλά και να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη κινεζική πρόκληση για την παγκόσμια ηγεμονία.
 
Φυσικά οι ΗΠΑ διαθέτουν ακόμη στέρεους κοινοβουλευτικούς θεσμούς αλλά και μηχανισμούς  καταστολής της όποιας ανταρσίας, σε μια χώρα που αγοράζεις τόσο εύκολα όπλα όσο χάμπουργκερ. Αλλά αν ο Μπάιντεν δεν καταφέρει μεσοπρόθεσμα να συμφιλιώσει τα δύο στρατόπεδα με γενναίες πολιτικές, πιθανότατα να δούμε τα επόμενα χρόνια συγκρούσεις ανάλογες με αυτές 30 χρόνια πριν, την εποχή της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης.
 
«Ανεξάρτητα από τη βραχυπρόθεσμη επιτυχία ή αποτυχία της κυβέρνησης Μπάιντεν», σχολίαζε στους New York Times η Τζούλι Βρόνσκι, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Μισισιπή, « όταν οι Αμερικανοί διχάζονται για  απλά γεγονότα, και ζουν σε δύο διαφορετικές πραγματικότητες, δεν είμαστε κυβερνήσιμος λαός. Όταν δύο άτομα που παίζουν ένα παιχνίδι δεν μπορούν να συμφωνήσουν για τους βασικούς κανόνες και τη διάταξη του παιχνιδιού, δεν μπορούν να παίξουν. Όταν ομάδες στην αμερικανική κοινωνία πιστεύουν σε διαφορετικούς κανόνες για το παιχνίδι της δημοκρατίας, γινόμαστε ακυβέρνητοι».

Πηγή:Tvxs