Αλέξανδρος Αντωνόπουλος: «Όποιος δεν έχει δει την Κάλλας δεν μπορεί να καταλάβει»

Ο ηθοποιός μιλάει για τη γνωριμία του με τη θρυλική τραγουδίστρια της όπερας, τον παππού του Αλέξη Μινωτή και τη γιαγιά του Κατίνα Παξινού.

Έμυ Ντούρου 19/04/2021 | 13:52

Ο Αλέξανδρος Αντωνόπουλος συνάντησε για πρώτη φορά τη Μαρία Κάλλας το 1958 στο Ντάλας, όταν συνεργάστηκε µαζί της ο παππούς του Αλέξης Μινωτής στη «Μήδεια» του Κερουµπίνι. «Παιδάκι ήµουν. Ενα παιδάκι δέκα έντεκα χρόνων. Μωρό ήµουν. Και φυσικά την ερωτεύτηκα παράφορα και εξακολουθώ να τρελαίνοµαι γι’ αυτή» λέει ο ηθοποιός στη συνοµιλία που είχαµε µε αφορµή την κυκλοφορία του βιβλίου «Μην ενοχλείτε τη Μις Κάλλας» (Εκδόσεις Ψυχογιός) το οποίο συνυπογράφει µε τον Μιχάλη Ρέππα. Πρόκειται για τη µυθιστορηµατική βιογραφία του θρύλου της όπερας µε αφορµή τις συνολικά πέντε σύντοµες συναντήσεις που είχε µες στις επόµενες δεκαετίες µαζί της ο Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, οι οποίες για εκείνον υπήρξαν σπουδαίες και καθόρισαν την καλλιτεχνική του πορεία. Οπως λέει, µια λευκή σοκολάτα που του χάρισε η Κάλλας στην πρώτη τους συνάντηση ήταν η αφορµή για να αγαπήσει µε πάθος την όπερα αλλά και την ίδια.

Πότε ακούσατε όπερα για πρώτη φορά;

Από πολύ µικρό παιδί άκουγα λόγω της γιαγιάς µου, της Κατίνας Παξινού. Το µεγάλο πάθος της ήταν η µουσική. Εγώ είχα πολύ στενή σχέση µαζί της. Καταρχάς τα σπίτια µας ήταν πάρα πολύ κοντά –µέναµε απέναντι– και έτσι ξεκίνησα από µικρός να ακούω µουσική και µάλιστα όπερα. Η γιαγιά µου ήθελε να γίνει τραγουδίστρια όπερας. Στη συνέχεια γνώρισε τον Μινωτή και το γύρισε στο θέατρο πρόζας.

Στο σπίτι τους πρωτακούσατε για τη Μαρία Κάλλας;

Ναι, από παιδί άκουγα για την Κάλλας, η οποία ήταν ήδη θρύλος από τη στιγµή που τραγούδησε στη Σκάλα του Μιλάνου.

Η Μαρία Κάλλας στο Λονδίνο το 1965

Η µυθιστορηµατική βιογραφία της που συνυπογράφετε µε τον Μιχάλη Ρέππα πώς προέκυψε;

Ηταν µια σκέψη που υλοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του lockdown µετά το ξέσπασµα της πανδηµίας. Αν δεν υπήρχε καραντίνα, δεν θα υπήρχε βιβλίο. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης είχα µείνει χωρίς ασχολία και κάθε βράδυ έβλεπα διάφορα βίντεο για την Κάλλας. Ο Μιχάλης Ρέππας, µε τον οποίο µας συνδέει τριακονταετής φιλία και συνεργασία, εκείνη την εποχή επίσης δεν είχε να κάνει κάτι. Ετσι σκεφτήκαµε να προχωρήσουµε στο βιβλίο έχοντας διαβάσει ό,τι έχει γραφτεί για εκείνη. Το βιβλίο το έγραψε ο Ρέππας, εγώ ήµουν η αφορµή.

Γιατί η Κάλλας ακόµη ενδιαφέρει τον κόσµο;

Γιατί άλλαξε τον ρου της ιστορίας της όπερας. Είναι πλέον ιστορικό πρόσωπο και όχι µόνο για την Ελλάδα. Επειδή έχω το πάθος αυτό µε τη µουσική και την όπερα και διαβάζω και ακούω συνεντεύξεις µεγάλων καλλιτεχνών –δεν εννοώ του Παβαρότι ή της Σάδερλαντ που είναι ηλικιακά πολύ κοντά στην Κάλλας αλλά πολύ νεότερων µεγάλων σοπράνο, όπως η Αννα Νετρέµπκο, η Ανγκέλα Γκεοργκίου ή η Τζουν Αντερσον–, όλες αναφέρουν ότι την έχουν πρότυπο. Θεωρώ ότι η Κάλλας έβαλε τα θεµέλια ακόµη και για τους τρεις τενόρους, τον Καρέρας, τον Παβαρότι και τον Ντοµίνγκο, επειδή έκανε την όπερα θέαµα και για τον απλό κόσµο. Σε αυτό έπαιξε ρόλο και η πολυτάραχη ζωή της. Πέρασε δηλαδή τα κλειστά σύνορα του λυρικού θεάτρου και έφτασε να γίνει περσόνα.

Ο Αλέξανδρος Αντωνόπουλος

Μου έκανε εντύπωση ότι, παρότι µεγαλώσατε στο σπίτι της Παξινού και του Μινωτή, το έναυσµα να γίνετε ηθοποιός σας το έδωσε η Κάλλας.

Ναι, φυσικά. Οταν ζεις σε τέτοιο περιβάλλον την ενασχόληση µε το θέατρο τη θεωρείς κάτι φυσικό. Μέχρι τότε η Μήδεια για µένα δεν ήταν αυτή που σφάζει τα παιδιά της. Ηταν η καλή µου η γιαγιά που µου έφτιαχνε τα σαντουιτσάκια και πηγαίναµε στην Επίδαυρο και περνούσαµε τόσο ωραία. Η γιαγιά µου που µε πήγαινε στη θάλασσα και στα ταβερνάκια της περιοχής. Ε εκεί γνώρισα κάτι άλλο που µε µάγεψε, µε τύφλωσε. Φυσικά αν δεν προερχόµουν από αυτή την οικογένεια, δεν θα την είχα γνωρίσει. Σχετικά µε το θέατρο βέβαια είχα και την τάση, γιατί ο αδερφός µου παρότι µεγάλωσε στην ίδια οικογένεια δεν έχει ουδεµία σχέση ούτε µε το θέατρο ούτε µε την όπερα. Φαίνεται ότι εµένα µου το είχε περάσει η Παξινού στο DNA. Το θεωρώ πολύ φυσικό δηλαδή αυτό που έγινα. Βέβαια, αρχικά ήθελα να γίνω µουσικός, αλλά ένα ατύχηµα που είχα στο σχολείο µού το απέκλεισε και έτσι το θέατρο ήταν η επόµενη καλύτερη λύση.

Γεννηθήκατε στο Λος Αντζελες, όπου ζήσατε τα πρώτα χρόνια σας. Και µε έκπληξη διάβασα ότι στο διπλανό σπίτι από το δικό σας έµενε ο Γκρέγκορι Πεκ.

Ναι, ήµασταν γείτονες. Τότε έρχονταν στο σπίτι µας ο Γκάρι Κούπερ, ο Ζαν Ρενουάρ, η Μέριλιν Μονρό που τότε ήταν ερωµένη του Ηλία Καζάν. Και ποιον δεν έχω γνωρίσει χάρη στην Παξινού: τον Νουρέγεφ, τον Κάραγιαν, τον Βισκόντι. Εχω περάσει κι εγώ, από σπόντα βέβαια, µια µυθική ζωή. ∆εν µπορώ να παραπονεθώ.

Τώρα που σκέφτεστε ότι βρεθήκατε στον ίδιο χώρο µε αυτούς τους ανθρώπους πώς νιώθετε;

Νιώθω πολύ τυχερός που τους γνώρισα. Τότε ήµουν αρκετά µικρός και δεν καταλάβαινα πόσο. Στα πέντε µου πού να καταλάβω τι ήταν η Μέριλιν Μονρό; Ούτε καταλάβαινα ούτε µε ενδιέφερε. Ελεγα ότι είναι κάποιοι φίλοι της γιαγιάς και του παππού. Τώρα τα σκέφτοµαι. Εχουµε κάτσει µε τον Βισκόντι σε καφετέρια και έχουµε φάει παγωτό. Με αυτό το µυθικό πρόσωπο. Πρώτα απ’ όλα µυθικό πρόσωπο ήταν η ίδια η γιαγιά µου.

Ο Αλέξης Μινωτής με τον Αλέκο Αλεξανδράκη σε παράσταση του «Άμλετ» στο Εθνικό Θέατρο το 1965 (αρχείο του Εθνικού Θεάτρου)

Πώς ήταν ως γιαγιά η Παξινού;

Οπως είναι οι γιαγιάδες όλου του κόσµου, «του παιδιού µου το παιδί δυο φορές παιδί µου». Με κακοµάθαινε, µε ντάντευε, µου έδινε κρυφά χαρτζιλίκι, µου έκανε όλα τα χατίρια. Οταν έκανα µια σκανδαλιά µε κάλυπτε. Μόνο εκείνη ήξερε ότι κάπνιζα όταν δεν το ήξερε κανένας στο σπίτι και µου πήρε αναπτήρα. Ηταν κι εκείνη πολύ σκανδαλιάρα. Ηταν µια γιαγιά κανονική. Καµία σχέση µε την Παξινού που ξέρουµε όλοι.

Της κάνατε τον υποβολέα κάποιες φορές;

Ναι, και αυτό δείχνει πόσο ήθελα να γίνω αυτό που έγινα. ∆εν ξέρω αν το γνωρίζετε αλλά το υποβολείο είναι ένα από τα πιο βαρετά πράγµατα που υπάρχουν. Να κρατάς δηλαδή το βιβλίο και ο άλλος να προσπαθεί να µάθει τα λόγια. Είναι αφόρητο. Οµως εγώ έψαχνα να βρω ευκαιρία να πάω να της κρατήσω τα λόγια, όπως µου άρεσε πάρα πολύ να πηγαίνω στις κουίντες και να βλέπω τις παραστάσεις. Ενώ ο αδερφός µου πήγαινε µία φορά µόνο να δει τη γιαγιά του και τον παππού του στο θέατρο, εγώ ήθελα να πηγαίνω κάθε µέρα και να τους βλέπω. Ετσι βρέθηκα στην Επίδαυρο το 1961 όπου παρακολούθησα τις πρόβες της Κάλλας στη «Μήδεια».

Αυτή είναι και η πιο έντονη ανάµνηση που είχατε από εκείνη;

Ναι.

Πώς τη θυµάστε;

Την κοίταζα µαγεµένος, σαν να ήταν θεά. Οποιος δεν έχει δει την Κάλλας δεν µπορεί να καταλάβει· το ίδιο συνέβαινε και µε τη γιαγιά µου. Τίποτε δεν απεικονίζεται σωστά στα βίντεο ή στις ταινίες. ∆εν έχει καµία σχέση αυτό µε την πραγµατικότητα, µε τη µαγεία του ζωντανού. Αυτό που µου έκανε κάπως εντύπωση ήταν ότι δεν µιλούσε πολύ καλά ελληνικά, µιλούσε µε προφορά. Θυµάµαι σε µια πρόβα που το ρούχο της ήταν στριφωµένο και όχι ραµµένο και σε µια από τις φοβερές σκηνές έπεσε κάτω. Με την κίνηση αυτή άνοιξε το φόρεµα και βγήκε το πόδι της έξω. Και έπεσαν πάνω της ούτε ξέρω πόσοι φωτορεπόρτερ µε τα φλας να απαθανατίσουν αυτή την τροµερή αποκάλυψη του ποδιού της Κάλλας. Και εκείνη σταµάτησε, σηκώθηκε και είπε: «Παρακαλώ, εντώ ντεν κάνουµε κορόιντο». ∆εν κοροϊδεύουµε δηλαδή, κάνουµε δουλειά. Αυτό το θυµάµαι σαν να το ακούω αυτήν τη στιγµή στα αυτιά µου. Εφτιαξε µε το χέρι το φόρεµά της και ζήτησε από τον µαέστρο να συνεχίσουν την πρόβα.

Η Κατίνα Παξινού και η Τζένη Καρέζη στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου «Έγκλημα στο νησί των κατσικιών», 1959 (αρχείο του Εθνικού Θεάτρου)

Να ξαναγυρίσουµε λίγο στην Παξινού; Σε παλιότερη συνέντευξή σας είπατε ότι στην αρχή της πορείας σας σας κλείστηκαν πόρτες λόγω της συγγένειάς σας.

Ε ναι, πολλές.

Θα περίµενε κανείς το αντίθετο.

Ξέρετε πώς είµαστε οι Ελληνες: «Ελα µωρέ τώρα, ο εγγονός της Παξινού, ένα αγγούρι εκεί χάµω». Οταν πρωτοβγήκα η αρχική µου κατεύθυνση ήταν το δράµα λόγω της Παξινού και του Μινωτή. Απ’ όσο µπορώ να κρίνω εκ των υστέρων, µάλλον στο δράµα ήµουν δράµα. Το «κλείστηκαν πόρτες» είναι λιγάκι σχήµα λόγου. Θέλω να πω ότι για πολλά χρόνια προσπαθούσα να βγάλω από πάνω µου τη «ρετσινιά» ότι είµαι ο εγγονός της Παξινού και του Μινωτή. Να αποδείξω δηλαδή ότι δεν έγινα κάτι επειδή είµαι εγγονός τους, αλλά ότι κάτι κάνω κι εγώ από µόνος µου. Η αλήθεια είναι ότι όταν βγήκα εγώ στο θέατρο η γιαγιά µου δεν υπήρχε και µε τον παππού µου είχα πολύ κακές σχέσεις.

Οι οποίες κατέληξαν κάποια στιγµή και στο δικαστήριο;

Ακριβώς. ∆υστυχώς, για κληρονοµικά.

Καταφέρατε να συµφιλιωθείτε;

Οχι, ποτέ. Οφείλω να πω ότι έγινε µια προσπάθεια από µέρους του και µε πήρε στο Εθνικό Θέατρο όταν έγινε διευθυντής. Αλλά επειδή ήµουν κι εγώ νέος και επαναστάτης συνδικαλίστηκα και αυτό είχε αποτέλεσµα να µε διώξει από το Εθνικό. Σχεδόν πιαστήκαµε στα χέρια δηλαδή – ο λόγος που δεν πιαστήκαµε τελικά ήταν ότι µας χώρισαν. Στη συνέχεια φτάσαµε στα δικαστήρια διότι µε απέλυσε και έκτοτε δεν µιλήσαµε ποτέ ξανά. ∆υστυχώς.

Η πρώτη εµφάνισή σας στο θέατρο θα γινόταν µε τον ∆ηµήτρη Χορν;

Ναι, αλλά δεν έγινε ποτέ.

Ηταν η εποχή που ο Χορν έγινε διευθυντής της ΕΡΤ;

Ακριβώς. Κι έτσι βρέθηκα στην ΕΡΤ να λέω τις ειδήσεις.

Τι γεύση έχετε από τα 17 χρόνια που εργαστήκατε στην ΕΡΤ;

Πάρα πολύ ωραία ήταν. Ωστόσο ευγνωµονώ αυτόν που έκοψε την εκποµπή και έτσι έφυγα κι εγώ. ∆ιότι δεν ήµουν υπάλληλος της ΕΡΤ, ήµουν έκτακτος συνεργάτης επί 17 χρόνια –αν µπορείτε να το φανταστείτε– και είχα αρχίσει να βαριέµαι. Είχε αρχίσει αυτό να γίνεται εµπόδιο στην πραγµατική µου ασχολία, στο θέατρο δηλαδή, γιατί τότε δεν υπήρχε η ιδιωτική τηλεόραση. Ηταν κάπως περίεργο να λέω τις ειδήσεις των 9 και στις 9.30 να παίζω σε ένα σίριαλ. Είχε αρχίσει αυτό να µε κουράζει και να µε εµποδίζει από δουλειές. Πάντως αυτά τα 17 χρόνια δεν µπορώ να πω ότι τα έχω µετανιώσει, έµαθα πάρα πολλά για την τηλεόραση. Με έκανε διάσηµο µέσα σε ένα βράδυ.

Ησασταν ο άνθρωπος που ανακοίνωσε την είδηση του θανάτου της Κάλλας στη Ελλάδα.

Ναι, στην τηλεόραση. Και ο Τσαρούχης στο θέατρο.

Η συνεργασία σας µε τον ∆ηµήτρη Χορν πώς ήταν;

Εξαιρετική, αλλά δεν πρόλαβα να κάνω και πολλά πράγµατα. Είχαµε κάνει λίγες πρόβες, πάρα πολύ λίγες, όταν ήρθε στο θέατρο ∆ιονύσια νυν Χορν και µας είπε ότι λυπόταν αλλά θα έπρεπε να διαλύσει τον θίασο γιατί τον είχε κάνει ο Καραµανλής γενικό διευθυντή της ΕΡΤ. ∆εν µπορώ να πω ότι συνεργάστηκα µε τον Χορν, διότι δεν πρόλαβα. Οµως τον γνώριζα πολύ καλά λόγω της σχέσης του µε τη µητέρα µου και τη γιαγιά µου· ήµασταν οικογενειακοί φίλοι.

Με αφορµή τις αποκαλύψεις των τελευταίων µηνών στον χώρο του θεάτρου, θυµάστε να έχουν προκύψει αντίστοιχα θέµατα και παλιότερα;

Φυσικά, από τον καιρό της γιαγιάς µου. Ο χώρος αυτός ήταν πάντα δύσκολος. Οπου υπάρχει εξουσία υπάρχει και κατάχρηση της εξουσίας, γιατί ο εκάστοτε θιασάρχης ή θεατρώνης µπορούσε να επιβάλει όρους δυσβάσταχτους, τους οποίους αναγκαστικά θα έπρεπε να δεχτείς για να µπορέσεις να υπάρχεις. Φυσικά υπήρχαν µπούλινγκ και σεξουαλική παρενόχληση. Υπήρχε πάντοτε και παντού και αυτό θα πρέπει να γίνει πάρα πολύ κατανοητό και σαφές: αυτά δεν συµβαίνουν αποκλειστικά στον χώρο του θεάτρου. Πιστεύω ότι συµβαίνουν και στις εφηµερίδες και στην τράπεζα και την εφορία και στο νοσοκοµείο, παντού. Ετσι δεν είναι;

INFO

Το βιβλίο «Μην ενοχλείτε τη Μις Κάλλας» των Αλέξανδρου Αντωνόπουλου και Μιχάλη Ρέππα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός